Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2016

Ερμηνεία των Μακαρισμών από τον Γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο. Μακαρισμός ἔνατος (Μέρος Δ΄)





Χθές, γιά παράδειγμα, γι­ορ­τά­ζα­με τή μνή­μη τοῦ ἁ­γί­ου Χα­ρα­λάμ­πους, πρός τι­μήν τοῦ ὁ­ποί­ου ἀ­νή­κει ὁ να­ός ὅπου βρι­σκό­μα­στε. Ξέ­ρετε τί θά πεῖ νά σοῦ κά­νουν ἐκ­δο­ρά, νά σέ γδέρ­νουν, νά σοῦ βγά­ζουν τό δέρ­μα, καί νά χαί­ρε­σαι; Εἶ­ναι κα­τα­πλη­κτι­κό! Μά δέν πο­νᾶ;
Ἄν­θρω­πος εἶ­σαι, καί βέβαια πο­νᾶς· ἀλ­λά κά­που ὁ πό­νος σβή­νει μέ­σα στήν ἀ­γά­πη καί στή χα­ρά τοῦ Χρι­στοῦ. Εἶ­ναι κα­τα­πλη­κτι­κό! Ὅ­λοι οἱ Μάρ­τυ­ρες εἶ­χα­ν χα­ρά. Δέν ὑ­πῆρ­ξε κα­νείς Μάρ­τυ­ρας πού νά μήν εἶ­χε χα­ρά. Καί ἄν ὁ Χρι­στός ἔ­πα­θε, τό­τε καί γιά τόν πι­στό ἡ χα­ρά θά βγεῖ μέ­σα ἀ­πό τά πα­θή­μα­τα, μέ­σα ἀ­πό τόν δι­ωγ­μό, τόν ὀ­νει­δι­σμό καί τή δυ­σφή­μι­ση πού μπο­ρεῖ νά τοῦ κά­νουν οἱ ἄλ­λοι.
Καί τό θαυ­μα­στό ξέ­ρε­τε ποι­ό εἶ­ναι; Τούς μα­θη­τές τοῦ Χρι­στοῦ –δι­α­βά­ζου­με στίς Πρά­ξεις, στό 5ο κε­φά­λαι­ο– τούς συ­νέ­λα­βαν, τούς ἔ­βα­λαν φυ­λα­κή, ἐ­πει­δή κή­ρυτ­ταν ἐ­κεῖ στήν αὐ­λή τοῦ να­οῦ τοῦ Σο­λο­μῶν­τος, καί ἀφοῦ τούς ἔ­δει­ραν ἀ­νε­λέ­η­τα, τούς ἔ­βγα­λαν ἀ­πό τή φυ­λα­κή καί τούς πα­ράγ­γει­λαν νά μή κη­ρύσ­σουν τό ὄνο­μα τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ! Ἀλλά, ὅπως γρά­φει στό βι­βλί­ο τῶν Πρά­ξε­ων: «Οἱ μὲν οὖν ἐ­πο­ρεύ­ον­το χαί­ρον­τες ἀ­πὸ προ­σώ­που τοῦ συ­νε­δρί­ου, ὅ­τι ὑ­πὲρ τοῦ ὀ­νό­μα­τος αὐ­τοῦ κα­τη­ξι­ώ­θη­σαν ἀ­τι­μα­σθῆ­ναι»[1]. Αὐτοί λοιπόν, οἱ μα­θη­τές, ἔ­φυ­γαν ἀ­πό τό συ­νέ­δριο, γεμᾶτοι χαρά γιατί κα­τα­ξι­ώ­θη­καν –ὄ­χι ἀ­ξι­ώ­θη­καν, ἀλλά κα­τα­ξι­ώ­θη­καν !– νά ἀ­τι­μα­σθοῦν γιά χάρη τοῦ ὀνόματος τοῦ Χρι­στοῦ!
Σή­με­ρα, ἄν ὑ­πο­τε­θεῖ ὅ­τι κά­ποι­ος μᾶς ἀ­τι­μά­ζει, ἀσφαλῶς δέν χαιρόμαστε καθόλου. Καί βέ­βαι­α δέν θά πρέ­πει νά ἔ­χου­με χα­ρά, ἄν ἀ­τι­μαζόμαστε γιά μιά ἀ­τι­μί­α μας. Ἀλ­λά ἄν αὐτό γίνει ἐπειδή εἴ­μα­στε κον­τά στόν Χρι­στό, ἐπειδή κάτι κάναμε γιά χάρη τοῦ Χρι­στοῦ, τό­τε πρέ­πει νά ἔ­χου­με αὐ­τή τή χα­ρά. Καί ὁ Χρι­στός δί­νει ὁ­λό­κλη­ρη χα­ρά· ὄ­χι μι­σή! Λέ­ει ὁ ἴ­διος: «...ἵνα ἔ­χω­σι τὴν χα­ρὰν τὴν ἐ­μὴν πε­πλη­ρω­μέ­νην ἐν αὐ­τοῖς»[2], γιά νά ἔχουν τή χαρά τή δική μου πε­πλη­ρω­μέ­νη, ξέ­χει­λη!
Θά μέ ρωτήσετε: «Για­τί ὅ­μως τώ­ρα, πολ­λοί Χρι­στια­νοί μας δέν ἔ­χουν αὐ­τή τή χα­ρά;».
Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι δέν τήν ἔ­χουν για­τί δι­στά­ζουν νά με­τέ­χουν στά πα­θή­μα­τα τοῦ Χρι­στοῦ, για­τί εἶ­ναι Χρι­στια­νοί ἀ­συ­νε­πεῖς, κου­ρά­στη­καν προ­τοῦ ἐρ­γα­σθοῦν, ἀ­πό­κα­μαν προ­τοῦ τρέ­ξουν. Σέ κάθε στιγ­μή, στό πρῶ­το ἐμ­πό­διο πού βρίσκουν, προ­δί­δουν τόν Χρι­στό, γιατί μέ τό ἕ­να πό­δι γο­να­τί­ζουν στόν Χρι­στό καί μέ τό ἄλ­λο πόδι γο­να­τί­ζουν στόν ἐ­γωι­σμό τους, στόν κό­σμο καί στήν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα.
Ἡ ἀ­μοι­βή αὐ­τή, ἀ­γα­πη­τοί μου, ὑ­πάρ­χει καί στόν Οὐ­ρα­νό. Ὁ μα­κα­ρι­σμός λέ­ει «ὅ­τι ὁ μι­σθὸς ὑ­μῶν πο­λὺς ἐν τοῖς οὐ­ρα­νοῖς», γιατί ὁ μι­σθός σας εἶ­ναι πο­λύς στόν Οὐ­ρα­νό.
Ἄς δοῦμε ὅμως τή μορ­φή πού θά ἔχει αὐ­τός ὁ μι­σθός στόν Οὐ­ρα­νό.
Πρῶ­τα-πρῶτα, θά εἶναι ἡ δη­μό­σι­α ἀ­να­κή­ρυ­ξη τῶν ὁ­μο­λο­γη­τῶν μπρο­στά στόν Θε­ό, τούς ἀγ­γέ­λους καί τούς Ἁ­γί­ους. «Πᾶς ὅ­στις ὁ­μο­λο­γή­σει ἐν ἐ­μοὶ ἔμ­προ­σθεν τῶν ἀν­θρώ­πων, ὁ­μο­λο­γή­σω κἀ­γὼ ἐν αὐ­τῷ ἔμ­προ­σθεν τοῦ πα­τρός μου τοῦ ἐν οὐ­ρα­νοῖς»[3] εἶπε ὁ Χρι­στός. Μία μορφή λοιπόν εἶ­ναι ἡ ὁ­μο­λο­γί­α ἀπό τόν Χριστό, εἶ­ναι ἡ πα­ρα­δο­χή ὅ­τι ὁ ὁμολογητής ἀ­ξί­ζει, στάθηκε στή ζωή του σω­στός.
Ὕστερα, θά εἶ­ναι ἐ­κεῖ ἡ με­γά­λη δό­ξα, ὡς ἀν­τι­στάθ­μι­σμα τῆς ἀ­δο­ξί­ας πού ὑ­πέ­στη­σαν οἱ ἄν­θρω­ποι αὐ­τοί ἐ­δῶ στή γῆ, γιατί ὁ Κύ­ριος ἐπίσης λέ­ει «τό­τε ἐκλάμ­ψου­σιν ὡς ὁ ἥ­λιος ἐν τῇ βα­σι­λεί­ᾳ τοῦ πα­τρὸς αὐ­τῶν»[4], θά λάμ­ψουν σάν τόν ἥ­λιο! Εἶ­ναι τό ἄ­κτι­στο φῶς, μέ τό ὁ­ποῖ­ο θά γε­μί­σουν οἱ ὁ­μο­λο­γη­τές.
Καί τέλος, μα­ζί μέ τή δό­ξα ἔρ­χε­ται καί ἡ χα­ρά καί ἡ μα­κα­ρι­ό­τη­τα. Ὁ εὐ­αγ­γε­λι­στής Ἰ­ω­άν­νης λέ­ει στήν Ἀπο­κά­λυ­ψη: «Καὶ αὐ­τοὶ ἐ­νί­κη­σαν αὐ­τὸν διὰ τὸ αἷ­μα τοῦ ἀρ­νί­ου καὶ διὰ τὸν λό­γον τῆς μαρ­τυ­ρί­ας αὐ­τῶν, καὶ οὐκ ἠ­γά­πη­σαν τὴν ψυ­χὴν αὐ­τῶν ἄ­χρι θα­νά­του. διὰ τοῦ­το εὐ­φραί­νε­σθε οὐ­ρα­νοὶ καὶ οἱ ἐν αὐ­τοῖς σκη­νοῦν­τες»[5]. Δηλαδή: Καί αὐτοί –πού διώχθηκαν– μέ τό αἷμα τοῦ Ἀρνίου νίκη­σαν αὐτόν –τόν Σα­τα­νᾶ–καί γι’ αὐτήν ἀ­κρι­βῶς τήν μαρ­τυ­ρί­α τους δέν ἀ­γά­πη­σαν τή ζω­ή τους , ἀδιαφόρησαν γι’ αὐτήν μέ­χρι θα­νά­του. Γι’ αὐτό νά χαίρεσθε Οὐρανοί, καί σεῖς πού ἔ­χε­τε στή­σει τήν σκη­νή σας σ’  αὐτούς. Καί συ­νε­χί­ζει ὁ ἅγιος Ἰ­ω­άν­νης: «Ἐ­βα­σί­λευ­σε Κύ­ριος ὁ Θε­ὸς ὁ Παν­το­κρά­τωρ . χαί­ρω­μεν καὶ ἀ­γαλ­λι­ώ­με­θα καὶ δῶ­μεν τὴν δό­ξαν αὐ­τῷ»[6]. Βασίλευσε ὁ Κύριος ὁ Θεός μας, ὁ Παντοκρά­τορας.  Ἄς γεμίσουμε χαρά καί ἀγαλλία­ση καί ἄς δώ­σου­με τή δό­ξα σ’ Αὐτόν.
Κι ἐ­μεῖς τί θά κά­νου­με; Τί θά κάνουμε ἐ­μεῖς, μέ τίς κα­θη­με­ρι­νές μας δο­κι­μα­σί­ες καί τούς πει­ρα­σμούς, ἀφοῦ ἀ­να­λά­βα­με, θά λέ­γα­με, τό με­γά­λο ἔρ­γο νά ὁμο­λο­γοῦ­με μέ λό­για καί μέ ἔρ­γα, μέ ὅλη τή ζω­ή μας, τό ἅγιο ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ;
Ἄς ἀ­κού­σου­με –ἐ­νῶ ἀ­κό­μα εἴ­μα­στε στόν πα­ρόν­τα κό­σμο– τί μᾶς συμ­βου­λεύ­ει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, γιά νά πά­ρου­με θάρ­ρος. Γρά­φει στήν Πρός Ρω­μαί­ους ἐπιστολή, στό 8ο κε­φά­λαι­ο, καί στήν Β΄ Πρός Κο­ριν­θί­ους, στό 4ο κε­φά­λαι­ο: «Λο­γί­ζο­μαι γὰρ ὅ­τι οὐκ ἄ­ξια τὰ πα­θή­μα­τα τοῦ νῦν και­ροῦ πρὸς τὴν μέλ­λου­σαν δό­ξαν ἀ­πο­κα­λυ­φθῆ­ναι εἰς ἡ­μᾶς». Γιατί σκέπτομαι ὅτι τά πα­θή­μα­τα τοῦ πα­ρόν­τος αἰ­ῶ­νος δέν ἔχουν ἀξία μπροστά σ’ ἐ­κεῖ­να πού θά μᾶς ἀ­πο­κα­λυ­φθοῦν καί θά ἀ­πο­λαύ­σου­με στό μέλλον, δη­λα­δή τήν αἰ­ώνια δό­ξα τοῦ Θε­οῦ. Καί: «Τὸ γὰρ πα­ραυ­τί­κα ἐ­λα­φρὸν τῆς θλί­ψε­ως ἡ­μῶν κα­θ’ ὑ­περ­βο­λὴν εἰς ὑ­περ­βο­λὴν αἰ­ώ­νιον βά­ρος δό­ξης κα­τερ­γά­ζε­ται ἡ­μῖν, μὴ σκο­πούν­των ἡμῶν τὰ βλε­πό­με­να, ἀλλὰ τὰ μὴ βλεπόμενα. τὰ γὰρ βλε­πό­με­να πρό­σκαι­ρα, τὰ δὲ μὴ βλε­πό­με­να αἰ­ώ­νια»[7]. Διότι τήν προσωρινή καί πο­λύ λί­γη θλί­ψη πού ἔχου­με σ’   αὐτόν τόν κό­σμο τήν ἀν­ταλ­λά­σου­με μέ πράγ­μα­τα με­γά­λης ἀ­ξί­ας, αἰ­ω­νί­ου βά­ρους δόξας, μήν ὑπολογίζοντας ἐ­κεῖ­να πού πα­θαί­νου­με, δηλαδή δι­ωγ­μούς, πα­θή­μα­τα, ὅ,τι εἶ­ναι, ἀλ­λά ἐκεῖνα πού δέν βλέ­πουμε, ἐ­κεῖ­να πού ἑ­τοι­μά­ζει ὁ Θε­ός γιά ­μᾶς, γιατί ἐκεῖ­να πού βλέ­που­με εἶ­ναι πρό­σκαι­ρα, ἐνῶ ἐ­κεῖ­να πού δέν βλέ­που­με εἶ­ναι αἰ­ώ­νια.
Γι’ αὐ­τό, θά λέ­γα­με, ἄς στα­θοῦ­με συ­νε­πεῖς ὁ­μο­λο­γη­τές τοῦ Χρι­στοῦ σέ ὅ­λη μας τή ζω­ή.
Ἐ­δῶ, ἀ­γα­πη­τοί μου φί­λοι, τε­λει­ώ­σα­με τούς ἐν­νέ­α μα­κα­ρι­σμούς τοῦ Χρι­στοῦ, σέ δέ­κα θέ­μα­τα, ἀ­φοῦ τόν τε­λευ­ταῖ­ο τόν ἀναλύσαμε σέ δύ­ο μα­θή­μα­τά μας.
Οἱ μα­κα­ρι­σμοί ἀ­πο­τε­λοῦν μί­α ἁ­λυ­σί­δα πνευ­μα­τι­κοῦ βί­ου, χρι­στι­α­νι­κῆς τε­λει­ό­τη­τος. Εἶ­ναι ἡ πε­ρί­λη­ψη τοῦ εὐ­αγ­γε­λι­κοῦ νό­μου, τό­σο πρός τήν πί­στη, ὅ­σο καί πρός τό ἦ­θος. Εἶ­ναι ἕ­νας κα­θρέ­φτης τῆς ζω­ῆς μας, πού μᾶς δεί­χνει τί ἀγ­γί­ξα­με καί ποῦ ὑ­στε­ροῦ­με.
Οἱ ἐν­νέ­α μα­κα­ρι­σμοί ἀ­πο­τε­λοῦν ἕ­να κρι­τή­ριο τῆς χρι­στι­α­νι­κῆς μας ἰ­δι­ό­τη­τος. Καί συγ­κε­κρι­μέ­να:
Ὁ πρῶ­τος μα­κα­ρι­σμός δεί­χνει τόν βαθ­μό τῆς τα­πει­νώ­σε­ως τῆς δι­α­νο­η­τι­κῆς, τῆς ἠ­θι­κῆς καί τῆς σω­μα­τι­κῆς αὐ­το­γνω­σί­ας μας, ἀλ­λά καί τῆς θε­λη­μα­τι­κῆς πτω­χεί­ας γιά τή Βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ.
Ὁ δεύ­τε­ρος μα­κα­ρι­σμός ἀ­να­φέ­ρε­ται στό κα­τά Θε­όν πέν­θος, πού εἶ­ναι τό ὑ­πό­στρω­μα τῆς με­τα­νοί­ας, καί πού γεν­νᾶ τή χαρ­μο­λύ­πη. Στό κα­τά Θε­όν πέν­θος κατοικεῖ μόνιμα ἡ χα­ρά καί ἡ εἰ­ρή­νη τοῦ Θε­οῦ.
Ὁ τρί­τος μα­κα­ρι­σμός ἀ­να­φέ­ρε­ται στούς πράους, στούς ἀ­όρ­γη­τους –δηλαδή αὐ­τούς πού δέν ὀρ­γί­ζονται καί δέν θυ­μώ­νουν– καί σ’ αὐτούς πού δέν μά­χον­ται μέ τούς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους.
Ὁ τέ­ταρ­τος μα­κα­ρι­σμός ἀ­να­φέ­ρε­ται στήν πεῖ­να καί τή δί­ψα τῆς ἁ­γι­ό­τη­τος. Ἐ­πι­τρέ­ψτε μου νά πῶ ἐδῶ ὅτι ὑ­πάρ­χουν ἀ­δελ­φοί μας καί παι­διά –ναί, ναί, καί παι­διά, μπο­ρῶ νά σᾶς τό μαρ­τυ­ρή­σω αὐ­τό– πού πει­νᾶ­νε καί δι­ψᾶ­νε γιά τήν ἁ­γι­ό­τη­τα. Σᾶς τό βε­βαι­ώ­νω!
Ὁ πέμ­πτος μα­κα­ρι­σμός ἀναφέρεται στούς ἐ­λε­ή­μο­νες, πού μοιά­ζουν μέ τόν ἐ­λε­ή­μο­να Θε­ό. Παι­διά τοῦ Θε­οῦ αὐτοί, ἐ­λε­ή­μων ὁ Θε­ός, ἐ­λε­ή­μο­νες κι αὐ­τοί.
Ὁ ἕ­κτος μα­κα­ρι­σμός ἀ­να­φέ­ρε­ται στήν κα­θα­ρό­τη­τα καί στή νη­πτι­κό­τη­τα τῆς καρ­διᾶς, ὡς βα­σι­κή προ­ϋ­πό­θε­ση θε­ω­ρί­ας τοῦ Θε­οῦ. Οἱ καθαροί στήν καρδιά θά δοῦν τόν Θε­ό ἀ­πό τόν πα­ρόν­τα κό­σμο!
Ὁ ἕβδομος μα­κα­ρι­σμός μα­κα­ρί­ζει τούς εἰ­ρη­νο­ποι­ούς, αὐ­τούς πού προ­σπα­θοῦν νά βο­η­θή­σουν τούς ἀν­θρώ­πους νά μή μά­χονται μεταξύ τους.
Ὁ ὄγδοος μα­κα­ρι­σμός ἀναφέρεται σ’ ἐ­κεί­νους πού δι­ώ­κον­ται γιά λό­γους πνευ­μα­τι­κό­τη­τος.
Καί, τέλος, ὁ ἔνατος μα­κα­ρι­σμός, πού εἴ­δα­με καί τήν πε­ρα­σμέ­νη φο­ρά καί σήμερα, ἀ­πο­δί­δε­ται σ’ ἐ­κεί­νους πού φέ­ρουν τόν ὀ­νει­δι­σμό τοῦ Χρι­στοῦ, για­τί εἶ­ναι ὁ­μο­λο­γη­τές. Γι’ αὐ­τό γρά­φει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος στήν Πρός Ἑ­βραί­ους ἐπιστολή: «Τοί­νυν ἐ­ξερ­χώ­με­θα πρὸς αὐ­τὸν ἔ­ξω τῆς πα­ρεμ­βο­λῆς τὸν ὀ­νει­δι­σμὸν αὐ­τοῦ φέ­ρον­τες»[8]. Δηλαδή: Ἄς βγοῦμε λοι­πόν κι ἐμεῖς πρός τόν Χρι­στό, ἔ­ξω ἀ­πό τό στρα­τό­πε­δο, ἔ­ξω ἀ­πό τήν πό­λη –για­τί ὁ Χρι­στός σταυ­ρώ­θη­κε ἔ­ξω ἀ­πό τήν πό­λη, στόν Γολ­γο­θᾶ– φορ­τω­μένοι τόν ὀ­νει­δι­σμό τοῦ Χρι­στοῦ. Εἶ­ναι κα­τα­πλη­κτι­κό!
Ἔ­τσι, ἄς εὐ­χη­θοῦ­με νά βρε­θοῦ­με ὅ­λοι μέ­σα σ’ αὐ­τόν τόν πυ­κνό σέ πνευ­μα­τι­κό­τη­τα χῶ­ρο τῶν ἐν­νέ­α μα­κα­ρι­σμῶν τοῦ Χρι­στοῦ, γιά νά ζή­σου­με ὅ­λη τή μα­κα­ρι­ό­τη­τα τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ.
Κυριακή, 11 Φεβρουαρίου 1996

                                      ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΩ ΘΕΩ ΔΟΞΑ!


Απόσπασμα από το βιβλίο ‘’MAKAΡΙΣΜΟΙ’’ .
Της Ιεράς Μόνης Κομνηνείου, Κοιμήσεως θεοτόκου και Αγίου Δημητρίου.
Το βιβλίο περιέχει  απομαγνητοφωνημένες ομιλίες του μακαριστού Γέροντα Π. Αθανασίου Μυτιληναίου.
Η ανάρτηση γίνεται με την ευλογία της Ιεράς Μονής.
                                                                                                            



[1]. Πράξ. 5, 41.
[2]. Ἰ­ω­άν. 17, 13.
[3]. Ματθ. 10, 32.
[4]. Ματθ. 13, 43.
[5]. Ἀ­ποκ. 12, 11-12.
[6]. Ἀ­ποκ. 19, 6-7.
[7]. Β΄ Κορ. 4, 17-18.
[8]. Ἑβρ. 13, 13.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε το σχόλιό σας