Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

Επιστολή Μητροπολίτου Γόρτυνος Ιερεμία προς τον Μητροπολίτη Καλαβρύτων Αμβρόσιο

   
    Σχόλιο Μακκαβαίου: Ο Άγιος Επίσκοπος Γόρτυνος πάντα μας ωφελεί με τα κείμενά του. Το συγκεκριμένο δύσκολο θέμα το ανέλυσε άψογα, χωρίς να προσβάλει κανένα, αλλά και χωρίς να χαριστεί σε κανένα. Τεκμηρίωσε αγιογραφικά τη θέση του, όχι αλαζονικώς, αλλά με βαθιά ταπείνωση και ποιμαντική ευθύνη. Διαβάστε το! Αξίζει τον κόπο! Έτσι μιλούν οι Άγιοι!
 
   ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ
ΓΟΡΤΥΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΠΟΛΕΩΣ
              ΔΗΜΗΤΣΑΝΑ
Ἐν Δημητσάνῃ τῇ 27ῃ Ἰανουαρίου 2016
Σεβασμιώτατε Μητροπολῖτα
Καλαβρύτων καί Αἰγιαλείας
Κύριε, Κύριε Ἀμβρόσιε,
Εὐλογεῖτε!
1. Ἠθέλησα νά Σᾶς γράψω μερικά τινά ἐπί τοῦ θέματος τό ὁποῖον μᾶς ἀναφέρετε εἰς τήν ἐπιστολήν Σας, τήν σταλεῖσαν πρός ὅλους τούς Ἀρχιερεῖς.
Διά Σᾶς, Σεβασμιώτατε, ἰσχύει τό λεγόμενον ἐπαινετικῶς εἰς τό βιβλίον τῆς Ἀποκαλύψεως πρός τόν ἄγγελον (τόν Ἐπίσκοπον) τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐφέσου, ὅτι «οὐ δύνῃ βαστάσαι κακούς» (2,2). Πράγματι, ὅπως τό διαγιγνώσκω ἀπό ἐτῶν ἤδη, ἐπιτίθεσθε, μετά σφοδρότητος μάλιστα, κατά τῶν σκανδαλοποιῶν καί παραβατῶν τῶν ἐντολῶν τοῦ Παντοκράτορος Κυρίου. Προσωπικῶς, ὅταν βλέπω τοιαῦτα ἐλεγκτικά κείμενά Σας, Σᾶς θαυμάζω ἐσωτερικῶς διά τήν ἀγανάκτησιν τῆς ψυχῆς Σας κατά τῆς ἁμαρτίας καί τῶν ποιούντων τήν ἁμαρτίαν, ἔχω ὅμως τήν εἰλικρίνειαν νά πῶ διά τόν ἑαυτόν μου, ὅτι ἐγώ δέν ἔχω τήν δύναμιν νά ἐκφρασθῶ τόσον δυναμικῶς, δός δ᾽ εἰπεῖν, καί ἐπιθετικῶς κατά τῶν ποιούντων τά σκάνδαλα. 

Ἡ δρᾶσις τῶν Ἀρχιερέων καί τῶν Ἱερέων, εἴτε ἐν λόγῳ εἴτε ἐν ἔργῳ, εἶναι ἀνάλογος μέ τήν ἐνοικοῦσαν ἐν αὐτοῖς Χάριν τοῦ Θεοῦ. Καί ὅσοι ἔχουν ἰσχυράν τήν Χάριν τοῦ Θεοῦ εἰς τήν καρδίαν τους ἐκφράζονται δυναμικῶς, ἄν καί αὐστηρῶς. Ἔτσι ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἐπειδή ἦταν ἡφαίστειον τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, εἶπε τήν βαρεῖαν πράγματι καί σκληράν, ἀλλά ὡραίαν αὐτήν φράσιν: «Νά εἶναι ἀναθεματισμένος ὅποιος δέν ἀγαπᾷ τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν» (Α´ Κορ. 16,22)! Ἕναν σκληρόν ὑπομνηματισμόν τοῦ ἀποστολικοῦ αὐτοῦ λόγου εἶχα ἀκούσει κάποτε εἴς τινα ὁρμητικήν ὁμιλίαν τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης πατρός Αὐγουστίνου· ὁ πατήρ αὐτός θέλων νά εἴπη εἰς τό κήρυγμά του ὅτι τό νόημα τῆς ζωῆς μας εἶναι μόνον τό νά γνωρίσωμεν τόν Ἰησοῦν Χριστόν καί ἄν δέν τό ἐπιτύχωμεν αὐτό δέν ἀξίζει νά ζῶμεν, εἶπε ἐπί λέξει: «Καρδιά πού δέν ἀγαπάει τόν Χριστό θέλει ξερίζωμα μέ τανάλια καί πέταμα νά τήν φᾶνε τά σκυλιά»!... Σκληρός λόγος, ἀποκρουστικός εἰς τά ὦτα πολλῶν «εὐγενῶν», ἀλλά οὕτω πως ἐκφράζονται μερικοί συναρπαζόμενοι ἀπό τήν δόξαν τοῦ Κυρίου Σαβαώθ.
2. Ἔτσι λοιπόν καί Σεῖς, Σεβασμιώτατε, μέ τήν εὐκαιρίαν τῆς διαπράξεως εἰς τήν πατρίδα μας τοῦ μεγάλου ἁμαρτήματος, τῆς θεσπίσεως νομοθετήματος ὑπέρ τῶν ὁμοφυλοφίλων, ἐγράψατε διά τούς θέλοντας τό παρά φύσιν ὡς φυσικόν καί τό αἰσχρόν ὡς νόμιμον, ἐγράψατε, λέγω, δι᾽ αὐτούς τήν ἔκφρασιν «φτύστε τους»! Ἡ ἔκφρασίς Σας ὅμως αὐτή κατανοεῖται ἀπό τήν ὅλην γραπτήν Σας παραγωγήν περί τοῦ θέματος, καί μάλιστα ἀπό τό ὡραῖον κείμενόν Σας, περί τοῦ καθήκοντος ἡμῶν τῶν κληρικῶν καί δή τῶν Ἐπισκόπων νά ἐλέγχωμεν τά συμβαίνοντα σκάνδαλα, κείμενον στηριζόμενον ἐπί τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί μάλιστα ἐπί τῶν λόγων τοῦ μεγάλου ἀποστόλου Παύλου.
Ὅταν ἐγώ ἐδιάβασα τήν ἔκφρασιν αὐτήν, εἶπα μέσα μου: «Πώ, πώ!, πόσον ἀγανάκτησε ἡ καρδιά τοῦ ἁγίου Καλαβρύτων διά τό κακόν πού γίνεται, ἐνῶ ἡ δική μου καρδιά δέν φαίνεται νά ἀγανακτεῖ καί νά συγκινεῖται». Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἤκουσα μερικούς, καί μάλιστα κληρικούς, νά κρίνουν ἀρνητικῶς τήν ἔκφρασίν Σας «φτύστε τους». Εἰς αὐτούς ἐγώ εἶπα: «Ἀντί νά ἐπαινέσουμε τόν ἅγιο Καλαβρύτων γιά τήν ἁγία του ἀγανάκτηση, ἡ ὁποία ἐκφράζεται στόν λόγο αὐτό καί νά κατηγορήσουμε τούς ἑαυτούς μας γιά τήν ἀπάθειά μας, ἔχουμε τήν ἀναίδεια νά κρίνουμε καί νά καταδικάζουμε Ἐπίσκοπο, ἐπειδή ἤλεγξε τήν βρώμικη ἁμαρτία; Τί περισσότερο εἶπε ὁ Καλαβρύτων Ἀμβρόσιος – συνέχισα νά λέγω – ἀπό αὐτό πού εἶπε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στούς ἀκροατές του νά “ραπίζουν” ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ὑβρίζει καί βλασφημεῖ τόν Ἰησοῦ Χριστό;». Διά τήν σπουδαιότητα τῆς περικοπῆς αὐτῆς τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου τήν παραθέτω ὁλόκληρον. Λέγει ἐπί λέξει ὁ ἅγιος Πατήρ: «... Ἀλλ᾽ ἐπειδή περί βλασφημίας ἡμῖν ὁ λόγος ἐγένετο νῦν, μίαν ὑμᾶς ἅπαντας αἰτῆσαι βούλομαι χάριν ἀντί τῆς δημηγορίας ταύτης καί τῆς διαλέξεως, ἵνα τούς ἐν τῇ πόλει βλασφημοῦντας σωφρονίσητε. Κἄν ἀκούσῃς τινός ἐν ἀμφόδῳ, ἤ ἐν ἀγορᾷ μέσῃ βλασφημοῦντος τόν Θεόν, πρόσελθε, ἐπιτίμησον, κἄν πληγάς ἐπιθεῖναι δέη, μή παραιτήσῃ· ράπισον αὐτοῦ τήν ὄψιν, σύντριψον τό στόμα, ἁγίασόν σου τήν χεῖρα διά τῆς πληγῆς, κἄν ἐγκαλῶσί τινες, κἄν εἰς δικαστήριον ἕλκωσιν, ἀκολούθησον· κἄν ἐπί τοῦ βήματος εὐθύνας ὁ δικαστής ἀπαιτήσῃ, εἰπέ μετά παρρησίας, ὅτι τόν βασιλέα τῶν ἀγγέλων ἐβλασφήμησεν» (MPG 49,32).
Ἀλήθεια, Σεβασμιώτατε, φαντάζομαι ὁποίαν ἀγρίαν κριτικήν καί ὁπόσα «πετροβολητά» θά ἐδέχετο ὁ Χρυσόστομος σήμερα ἐάν ἔλεγε καί ἔγραφε τήν παραπάνω περικοπήν καί προέτρεπε νά ραπίζουν οἱ χριστιανοί τούς βλασφήμους!... Ὁπωσδήποτε θά τόν ἔλεγαν «μαινόμενον», δηλαδή «τρελλόν». Ναί, ἔτσι θά τόν ἔλεγαν. Καί ὅμως εἶναι ὁ Χρυσόστομος αὐτός ὁ ὁποῖος εἶπε τόν λόγον αὐτόν, ὁ Χρυσόστομος, ὁ μεγαλύτερος ἑρμηνευτής τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τόν ὁποῖο δέν ξεπερνᾶ κανείς, οὔτε ἐκ τῶν παλαιοτέρων οὔτε ἐκ τῶν νεωτέρων ἑρμηνευτῶν. Καί ἄς σημειωθῆ καί τό ἄλλον, ὅτι τό ὄνομα τοῦ ἁγίου αὐτοῦ πατρός φέρουν πολλοί Ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι πανηγυρίζουν εἰς τήν μνήμην του. 
3. Τήν φράσιν Σας «φτύστε τους» προσωπικῶς ἔκρινα – ὅπως καί ἔτσι πιστεύω ὅτι εἶναι – ὅτι τήν ἀναφέρετε εἰς τούς διαπράττοντας τήν παρά φύσιν ἁμαρτίαν ὄχι ἐξ ἀδυναμίας, ἡ ὁποία ἔχει τήν καλήν ἐλπίδα νά φέρη εἰς αὐτούς μετάνοιαν, ἀλλ᾽ ὡς ἀναφερομένη εἰς τούς πράττοντας αὐτήν μέ σατανικόν πεῖσμα, καί καυχομένους μάλιστα διά τήν ἁμαρτίαν τους αὐτήν, καί, ἀκόμη, ἀπαιτοῦντας νά παραστήσουν διά νόμου τό παρά φύσιν ὡς φυσικόν καί ἐπιτρεπτόν.
Τήν φράσιν Σας ὅμως αὐτήν, Σεβασμιώτατε, μεταξύ τῶν ἄλλων, ἀπέκρουσε ἀρνητικῶς καί ὁ Σεβασμιώτατος πατήρ, Μητροπολίτης Σισανίου κ. Παῦλος, περί τοῦ Ὁποίου κάμνετε λόγον εἰς τήν ἐπιστολήν Σας καί ζητεῖτε τήν κρίσιν μας περί τῆς διαφωνίας Σας.
Σεβασμιώτατε ἅγιε Καλαβρύτων, περί τοῦ Σεβασμιωτάτου ἁγίου Σισανίου ἔχω νά Σᾶς πῶ ὅτι φρονῶ τά κάλλιστα καί ἄριστα. Τόν θεωρῶ ἐνάρετον Ἐπίσκοπον, ἐπιστήμονα Ποιμένα καί καλόν θεολόγον. Μόνον, παρατηρῶ ὅτι τόν ἀπερρόφησε περισσότερον ἡ ποιμαντική, καί δή τῆς οἰκογενείας ἡ ποιμαντική, καί ἐγκατέλειψε ὀλίγον τι τήν Βιβλικήν Θεολογίαν, ἐπί τῆς ὁποίας πρέπει νά στηρίζεται ἡ σκέψις καί ἡ δρᾶσις τοῦ Ἐπισκόπου. Πέπεισμαι δέ ὅτι ὁ ἐν λόγῳ Ἐπίσκοπος Πατήρ, ἐάν καταγίνη μέ βιβλικάς μελέτας, δύναται νά θεολογήση ἐπ᾽ αὐτῶν, οὐ μόνον ἐπιτυχῶς, ἀλλά καί ἀρίστως. Ὅμως, ἐπειδή θέλω νά ἐκφράζωμαι μέ ἐλευθερίαν καί εἰλικρίνειαν, λέγω σαφῶς, ὅτι δέν μοῦ ἤρεσε ἡ κριτική τοῦ Σεβασμιωτάτου ἁγίου Σισανίου καθ᾽ Ὑμῶν. Ἐνόησα σαφῶς τί θέλει νά εἴπη μέ τήν κριτικήν του, ἀλλά καί πάλιν, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δέν μοῦ ἤρεσε αὐτή διά τούς ἑξῆς δύο λόγους:
(α) Κατά πρῶτον, ἐνῶ ὁ ἀγώνας τώρα πρέπει νά γίνη κατά τοῦ ἐγκατασταθέντος ἤδη ἐν μέσῳ ἡμῶν σώματος τῆς ἁμαρτίας – καί ὁ ἅγιος Σισανίου κ. Παῦλος, εὖγέ Του (!), ἐξεδήλωσε δυναμικῷ τῷ λόγῳ καί τῷ τρόπῳ τήν ἀντίδρασίν Του πρός τό θεσπισθέν ἀνόμημα –, ὅμως ὁ κοινός ἐχθρός ἐδημιούργησε ἀγώνα μεταξύ μας καί μετετέθη λοιπόν τό θέμα εἰς μεταξύ μας διαμάχην.
(β) Ὁ ἅγιος Ἐπίσκοπος πατήρ Παῦλος ὀρθῶς λέγει ὅτι ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός δέν ὡμίλησε ἐλεγκτικῶς καί προσβλητικῶς πρός τούς ἀποτυχημένους καί τούς ἁμαρτωλούς, διότι θέλει τήν μετάνοιάν τους καί τήν ἐπιστροφήν τους εἰς Αὐτόν. Ὅταν ὅμως αὐτοί οἱ διαπράττοντες τήν ἁμαρτίαν, ἀντί νά μετανοήσουν γίνονται ὑβριστές καί διάβολοι, πολεμοῦντες τάς ἐντολάς τοῦ Κυρίου καί τά ἱερά θέσμια τῆς Ἐκκλησίας μας, τότε ἀπαιτεῖται ὁ ἔλεγχος τῆς Ἐκκλησίας ἐναντίον τους διά τῶν Ἐπισκόπων Της. Αὐτό μᾶς διδάσκουν οἱ ἀγῶνες τῶν ἁγίων Πατέρων μας. Ὁ ἅγιος Σισανίου κ. Παῦλος θεωρεῖ ὡς ἀπόβλητον ἀπό τόν ἐκκλησιαστικόν χῶρον καί ἀπό τά ἱερά κείμενα τόν λόγον ἀδελφοῦ Ἐπισκόπου Του «φτύστε τους», λεχθέντα ἀπό ἱεράν ἀγανάκτησιν πρός τούς διαπράττοντας προκλητικῶς τήν σοδομικήν ἁμαρτίαν καί θέλοντας μάλιστα νά ἐπιβάλουν αὐτήν ὡς φυσικήν, νόμιμον καί θεμιτήν. Ἀλλ᾽ ὁ μελετητής τῆς Ἁγίας Γραφῆς βλέπει εἰς αὐτήν πάμπολλες ἐκφράσεις θυμοῦ καί ἀγανακτήσεως καί ἐπιθετικότητος κατά τῶν ποιούντων τά σκάνδαλα. Ὄχι κατά τῶν σκανδάλων γενικῶς, ἀλλά κατά τῶν ἀνθρώπων τῶν ποιούντων τά σκάνδαλα εἰδικῶς. Θά ἠδύνατο ἐπί τοῦ θέματος αὐτοῦ νά γραφῆ ὁλόκληρος θεολογική ἐργασία ἀπό τήν ἔρευναν τῶν ἱερῶν κειμένων, ἐργασία ἡ ὁποία θά φέρη εἰς φῶς πολλά κεκρυμμένα ἑρμηνευτικά τῆς Βίβλου. Ὁ Κύριος βεβαίως εἶπε «μακάριοι οἱ πραεῖς» (Ματθ. 5,5), ἀλλά, ὅπως ἑρμηνεύει ὁ Θεοφύλακτος τόν στίχ., «πραεῖς» ἐδῶ «δέν εἶναι αὐτοί πού δέν ὀργίζονται καθόλου (διότι αὐτοί εἶναι ἀναίσθητοι), ἀλλά αὐτοί πού ἔχουν μέν θυμόν, ἀλλά τόν συγκρατοῦν καί ὀργίζονται ὅταν πρέπει» (MPG 123,188. Καί ὁ Ζιγαβηνός  ἑρμηνεύει ὁμοίως, MPG 129,193). Ὁ Θεοφύλακτος πάλιν ἑρμηνεύων τόν λόγον τοῦ Κυρίου «πᾶς ὁ ὀργιζόμενος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ εἰκῇ ἔνοχος ἔσται τῇ κρίσει» (Ματθ. 5,22) λέγει, ὅτι δέν ἀπαγορεύεται ὁ θυμός καί ἡ ὀργή ἐντελῶς, ἀλλά «εἰκῇ», δηλαδή, ἄνευ λόγου,·διότι, «ἐάν τις ὀργίζεται εὐλόγως καί ἐπί παιδείᾳ καί κατά ζῆλον πνευματικόν οὐ κατακριθήσεται» (MPG 123,192)! Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός πάλιν παρωμοίωσε τούς μαθητάς του ὡς «ἅλας τῆς γῆς» (Ματθ. 5,13). Τό ἅλας προφυλάσσει ἀπό τήν σῆψιν. Μέ τήν παρομοίωσιν αὐτήν ὡς νά λέγει ὁ Κύριος ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν σαπίσει εἰς τήν ἁμαρτίαν καί πρός «ἰατρείαν τῆς παγκοσμίας ταύτης σηπεδόνος (= σαπίλας)» ἀποστέλλονται οἱ μαθητές Του. Ἀλλά αὐτοί, διά νά θεραπεύσουν, πρέπει νά δράσουν ὡς ἅλας. Τήν δρᾶσιν αὐτήν τῶν μαθητῶν ὡς ἅλας ὁ Θεοφύλακτος (ὁ ὁποῖος εἰς τά ἑρμηνευτικά του ἀποδίδει τόν Χρυσόστομον) τήν ἐννοεῖ ὡς νά λέγει ὁ Κύριος εἰς τούς μαθητάς του: «Μή ἀποβάλητε τήν στρυφνότητα τῶν ἐλέγχων, κἄν ὀνειδίζησθε, κἄν διώκησθε» (MPG 123,189).
Εἰς τήν Ἁγίαν Γραφήν, ἐπαναλαμβάνω, ἔχομεν πολλάς τολμηράς ἐκφράσεις κατά τῶν σκανδαλοποιῶν. Προχείρως λέγω μερικάς: Δέν εἶπε ὁ Χριστός τόν βασιλέα Ἡρώδην «ἀλεπού»; «Εἴπατε – εἶπε – τῇ ἀλώπεκι ταύτῃ» (Λουκ. 13,32). Δέν ὡμίλησε ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἰς τόν ἀρχιερέα τῶν Ἰουδαίων μέ θυμόν καί μάλιστα δέν τόν ἀπεκάλεσε «ἀσβεστωμένον τοῖχον» («τοῖχον κεκονιαμένον»· Πράξ. 23,3); Δέν εἶπε ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος τούς Γραμματεῖς καί Φαρισαίους, τούς θεολόγους δηλαδή τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, «ὄφεις», καί μάλιστα – προσβλητικώτερον ἀκόμη – δέν τούς εἶπε καί «γεννήματα ἐχιδνῶν» (Ματθ. 3,7); Μίαν παρατήρησιν: Διατί τούς εἶπεν «ὄφεις» καί δέν τούς παρωμοίωσε μέ ἄλλον ζῶον; Διότι ἤθελε νά τούς εἴπη ὅτι εἶναι «διάβολοι», ἐπειδή ὁ διάβολος ἐνεφανίσθη μέ μορφήν ὄφεως (Γεν. 3,1 ἑξ.). Καί ὁ Κύριός μας εἶπε διά τούς Ἰουδαίους ὅτι ἔχουν πατέρα τόν διάβολον: «Ὑμεῖς ἐκ τοῦ πατρός τοῦ διαβόλου ἐστέ» (Ἰωάν. 8,44). Καί τόν μαθητήν του Ἰούδαν ὁ Χριστός τόν εἶπε καθαρῶς «διάβολον» (βλ. Ἰωάν. 6,70), διότι εἰσῆλθεν ὁ διάβολος εἰς τήν καρδίαν του (Ἰωάν. 13,2). Βλ. καί τά χωρία Β´ Τιμ. 2,11. 3,3. Τίτ. 2,3. Τόν διάβολον ὅμως ἐμεῖς τόν πτύομεν (!) καί μάλιστα τό κάμνομεν αὐτό ὡς ὁμολογία πίστεως κατά τό βάπτισμα. Ὁ ἱερεύς ἐπιτάσσει τόν κατηχούμενον λέγων εἰς αὐτόν: «Καί ἐμφύσησον καί ἔμπτυσον αὐτόν». Δηλαδή, «φτύστον»! Τόν διάβολο νά πτύση. Ἀλλά εἰς τά παραπάνω ἐδάφια ἡ Γραφή ὁμιλεῖ καί περί διαβόλων ἀνθρώπων. Ποῦ εἶναι λοιπόν τό παράδοξον, ἄν πεῖ κανείς, ἀπό ἱεράν ἀγανάκτησιν, διά τόν διαπράττοντα μετ᾽ ἐγκαυχήσεως τήν σοδομικήν ἁμαρτίαν «φτύστε τον»; Ἐγώ προσωπικῶς δέν ἔχω τήν δύναμιν νά πῶ αὐτήν τήν φράσιν, ἀλλ᾽ ὁ ἅγιος Καλαβρύτων τήν ἔχει. Ἐκεῖνος ὅμως, ὁ ὁποῖος θά εἶχε ἀκόμη περισσότερον τήν δύναμιν νά εἴπη αὐτήν τήν φράσιν, θά ἦταν ὁ μακαριστός Γέροντας τῆς Φλώρινας καί Πατριάρχης τῶν ὑπέρ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως ἀγώνων πατήρ Αὐγουστῖνος. Σᾶς ἀναφέρω τό ἑξῆς: Ἦταν τό ἔτος 1962 μέ ὑπουργόν Παιδείας τόν Κασιμάτην, ὁ ὁποῖος ἐκινήθη κατά τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν καί εἰς ὁμιλίαν του εἰς τόν Βόλον αὐτός εἶπεν ἀναιδῶς ὅτι «ἡ Ἑλλάδα δέν ἔχει ἀνάγκην θεολόγων, ἀλλά μηχανικῶν». Τότε λοιπόν ἡμεῖς οἱ φοιτητές τῆς θεολογίας ἐξηγέρθημεν ἐναντίον τοῦ ἰταμοῦ αὐτοῦ ὑπουργοῦ καί ὁ ἀριστοῦχος ὅλων τῶν φοιτητῶν καί «πουγκινάτορας» (= σαλπιγκτής) τοῦ ἀγῶνος μας, τεταρτοετής τότε φοιτητής τῆς θεολογίας Γεώργιος Μεταλληνός, ἐκάλεσαν τόν ἱεροκήρυκα τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς πατέρα Αὐγουστῖνον διά νά μᾶς ἐμψυχώση καί νά μᾶς ἐνθαρρύνη. Ἤμαστε 500 φοιτητές, ὅλοι ἑνωμένοι καί σφιχτά δεμένοι καί ἀποφασισμένοι διά θυσίας ὑπέρ τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν εἰς τά Σχολεῖα. Εἰς τήν πρόσκλησίν μας αὐτήν ἀνταπεκρίθη ὁ πατήρ Αὐγουστῖνος καί ἦλθε νά μᾶς ὁμιλήση. Ἐνθυμοῦμαι ζωηρῶς ὅτι εἰς τήν ὁμιλίαν του ἐκείνην μεταξύ τῶν ἄλλων μᾶς εἶπε τά ἑξῆς: «Προσέξτε, ὦ φοιτητές τῆς θεολογίας, προσέξτε μή ρίψετε χαμηλά τόν ἀγώνα σας, ὡς ἀγώνα γιά τόν διορισμό σας. Τό θέμα εἶναι, ἄν ἔχει θέση τό Εὐαγγέλιο στήν χώρα μας ἤ ὄχι. Καί ἄν ἔχει θέση τό Εὐαγγέλιο – καί ἔχει βέβαια – , τότε μυριάδες θέσεις θά δημιουργηθοῦν γιά τό μάθημα τῶν θρησκευτικῶν. Γι᾽ αὐτό νά πᾶτε ὅλοι σας στόν ὑπουργό Παιδείας καί Θρησκευμάτων. Στά χέρια σας νά κρατᾶτε τό ἅγιο Εὐαγγέλιο. Καί νά τοῦ πεῖτε (ἐνθυμοῦμαι καλῶς τήν ὁμιλίαν τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος, ἔτσι ἀκριβῶς τό εἶπε): “Κύριε ὑπουργέ, πιστεύετε στό Εὐαγγέλιο;” Ἄν σᾶς πεῖ “ναί”, καθῆστε νά συζητήσετε μαζί του. Ἄν σᾶς πεῖ “ὄχι”, δῶστε του ὁ καθένας ἀπό δέκα μοῦντζες καί φύγετε»! Αὐτός ὁ λόγος τοῦ θρυλικοῦ ἱεροκήρυκος πατρός Αὐγουστίνου εἶναι κατά πολύ προσβλητικώτερος τοῦ λόγου τοῦ ἁγίου Αἰγιαλείας «φτύστε τους». 5000 «μοῦντζες» θά «εἰσέπραττε» ὁ ὑπουργός Παιδείας Κασιμάτης ἀπό τούς φοιτητές τῆς Θεολογίας (500 Χ 10) κατά προτροπήν τοῦ μεγάλου ἱεροκήρυκος Αὐγουστίνου, τοῦ ὁποίου ὁ ἔπαινος πολύς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τοῦ Χριστοῦ.
Ἀλλά περί ἀποτόμων ἐκφράσεων τῆς Ἁγίας Γραφῆς κατά διεστραμμένων ἀνθρώπων ὁμιλῶν μή λησμονήσω καί τόν λόγον τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρός τόν μάγον Ἐλύμα. Τοῦ εἶπε ὁ Ἀπόστολος: «Ὦ πλήρης παντός δόλου καί πάσης ραδιουργίας, υἱέ διαβόλου, ἐχθρέ πάσης δικαιοσύνης, οὐ παύσῃ διαστρέφων τάς ὁδοῦς Κυρίου τάς εὐθεῖας;» (Πράξ. 13,10). Θά δυνηθῆ τώρα κανείς νά κατηγορήση τόν Ἀπόστολον Παῦλον – τοῦ ὁποίου τό ὄνομα τιμᾶ δι᾽ ἐναρέτου πολιτείας καί σοφῆς ποιμαντορίας ὁ ἅγιος Σιατίστης – ὅτι αὐτός ὁ μέγας Ἀπόστολος ὁμιλεῖ ἀπρεπῶς χωρίς ἀγάπην πρός ἀποτυχημένους καί ἁμαρτωλούς; Ἀλλά, ἀκόμη, ἄς μή λησμονήσω καί τόν χαρακτηρισμόν τῆς Ἀποκαλύψεως περί τῶν ὁμοφυλοφίλων ὡς «κῦνες», οἱ ὁποῖοι ἀποκλείονται τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ: «Ἔξω οἱ κύνες» (22,15)! Περί τῶν ὁμοφυλοφίλων πράγματι πρόκειται ἐδῶ εἰς τόν στίχον αὐτόν τῆς Ἀποκαλύψεως, ὅπως ἑρμηνεύουν ἰσχυροί ἑρμηνευτές. Λοιπόν, θά κατηγορήσομεν καί τόν συγγραφέα τῆς Ἀποκαλύψεως, τόν πεπλησμένον ἀγάπης Εὐαγγελιστήν Ἰωάννην, διά τήν ἔκφρασίν του αὐτήν, ὅτι στερεῖται ἀγάπης καί εὐγενείας;
4. Ἀλλά κάτι ἄλλο θέλω νά Σᾶς γράψω τώρα, Σεβασμιώτατε ἅγιε Καλαβρύτων, ἀφοῦ πρῶτον δηλώσω καί αὖθις τόν βαθύτατον σεβασμόν μου καί θαυμασμόν μου, ἀκόμη δέ καί εὐγνωμοσύνην μου πρός Ὑμᾶς. Ὡς ἐλεύθερος καί εἰλικρινής πού εἶσθε καί οὕτως ἐκφράζεσθε πρός πάντας, παρακαλῶ, ἐπιτρέψατε καί εἰς ἐμέ οὕτω νά ἐκφρασθῶ πρός Σᾶς: Αὐτό τό θέμα, τό περί ὁμοφυλοφίλων, καί ἄλλα τινά θέματα πού θίγετε κατά καιρούς, εἶναι θέματα ἠθικῆς καί ἤθους γενικῶς τῆς πολιτείας τῶν χριστιανῶν. Καί πρέπει βεβαίως νά προσέχωμεν τό ἦθος μας, διότι, ὅπως μᾶς λέγει ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ θεοφόρος, οἱ χριστιανοί πρέπει νά ἔχουν «ὁμοήθειαν Θεοῦ» (Εἰς Μαγν. 6,2). Ἀλλά, περισσότερον ἀπό τήν ἠθικήν εἶναι τό δόγμα, ἡ ἱερά παράδοσις γενικῶς τῆς Ἐκκλησίας μας. Διά δέ τήν ἀκρίβειαν τῆς πίστεως καί τῶν δογμάτων καί ἡ Ἁγία Γραφή καί οἱ Ἱεροί Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι περισσότερον αὐστηροί καί ἐπιθετικοί μέ δυνατές καί ὠμές ἐκφράσεις ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νά τά ἀλλοιώσουν καί νά τά παραλλάξουν. Ὡς μία ἁπλῆν ἀναφοράν δι᾽ αὐτό πού Σᾶς λέγω, Σᾶς παραπέμπω εἰς τό χρονολογικόν πλαίσιον τοῦ 1ου ψαλμοῦ. Εἰς τήν Ἰουδαϊκήν κοινότητα, ἡ ὁποία ἐκράτει τήν καθαράν μωσαϊκήν θρησκείαν, εἰσῆλθον παράγοντες, οἱ ὁποῖοι ἤθελαν νά τήν νοθεύσουν. Καί τό ἐπέτυχαν πράγματι αὐτό δημιουργήσαντες ἕνα κρᾶμα μωσαϊκῆς μέν θρησκείας κατά βάσιν, ἀλλά ἔχουσα καί ἄλλα ξένα στοιχεῖα ἀπό τήν ἀνθρωπίνην φιλοσοφίαν καί ἄλλα θρησκεύματα (Οἰκουμενισμός). Μάλιστα, ὅπως μᾶς δίνουν τά κείμενα νά ἐννοήσωμεν, οἱ ἐραστές τῆς κινήσεως αὐτῆς εἶχαν δημιουργήσει χώρους, ὅπου συνήρχοντο καί προσεκάλουν ἀκροατάς, διά νά διαδώσουν καί νά εὐρύνουν τό κίνημά τους (πρβλ. τά ρήματα τοῦ στίχ. 1 «ἐπορεύθη», «ἔστη», «ἐκάθισεν», τά ὁποῖα δηλοῦν τρεῖς συνεχεῖς ἐνεργείας τοῦ ἀνθρώπου, τοῦ πορευομένου νά εὑρεθῆ εἰς χῶρον ὁμιλίας). Ἐναντίον αὐτῶν τῶν δημιουργῶν καί τῶν κηρύκων τῆς νοθεύσεως τῆς καθαρᾶς μωσαϊκῆς θρησκείας ἐπιτίθεται ὁ ἄγνωστος συγγραφεύς τοῦ 1ου ψαλμοῦ καί τούς ἀποκαλεῖ «διεφθαρμένους»! Αὐτό σημαίνει τό «λοιμοί», πού λέγει ὁ 1ος στίχ. τοῦ ψαλμοῦ: «Μακάριος ἀνήρ, ὅς... ἐπί καθέδρᾳ λοιμῶν οὐκ ἐκάθισεν». Περισσότερον λοιπόν ἀπό τήν ἠθικήν (πορνείαν, ὁμοφυλοφιλίαν κ.λπ.) εἶναι τό δόγμα, ἡ ἱερά παράδοσις τῆς πίστεώς μας. Ἀλλά, Σεβασμιώτατε – συγχωρήσατέ με διά τήν αὐθάδειάν μου –, ἐνῶ Σᾶς βλέπω καί Σᾶς ἀκούω νά ἀγανακτῆτε κατά τῶν ἀναιδῶς ἁμαρτανόντων καί θεσπιζόντων ὡς νόμον τήν ἁμαρτίαν – καί καλῶς ποιεῖτε! – ὅμως δέν ἐδιάβασα κείμενά Σας στρεφόμενα κατά τῆς αἱρέσεως τοῦ Παπισμοῦ καί δέν εἶδα διαμαρτυρίαν Σας δυναμικήν (χαλαράν εἶδα) κατά τῶν παραβάσεων τῶν Ἱερῶν Κανόνων διά τάς συμπροσευχάς μετά τῶν αἱρετικῶν, καί μάλιστα καί αὐτοῦ τοῦ ἰδίου τοῦ Πατριάρχου μας συμπροσευχομένου μετ᾽ αὐτῶν. Πάλιν αἰτοῦμαι τήν συγγνώμην Σας, ἀλλά, ἐάν τά ἠκονημένα βέλη Σας τά ρίπτετε μονομερῶς κατά τῶν ἀνηθίκων θεσπισμάτων καί ὄχι κατά πρῶτον ἐναντίον τῆς παραχαράξεως τῶν δογμάτων, ἀπό τά ὁποῖα ἀπορρέει ἡ ἠθική, θά Σᾶς ποῦν... «ἠθικιστήν». Πιστεύω ὅτι ἡμεῖς οἱ Ἀρχιερεῖς μετά τόν ἀγῶνα μας διά τήν προσωπικήν μας καθαρότητα καί μετά τήν ἐπιμελῆ μελέτην τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν θεολογικῶν συγγραμμάτων, οἱ ἀγῶνες μας πρέπει νά εἶναι διά τά δόγματα τῆς πίστεώς μας πρῶτον καί ἔπειτα διά τήν ἠθικήν, συνδεδεμένην ὅμως αὐτήν μέ τά δόγματα. Μέ τήν εὐκαιρίαν τοῦ λόγου λέγω ὅτι, ἀπό ὅσα ηὐκαίρησα νά δῶ εἰς τά κατά τῆς ὁμοφυλοφιλίας γραφέντα, δέν εἶδα ἐπιχειρήματα στηριζόμενα εἰς τό δόγμα. Καί τό δόγμα ἐν προκειμένῳ εἶναι: Ἡ θεολογία τοῦ σώματος! Τῷ ὄντι! Μιά βαθειά καί γλυκειά ἀνάπτυξις αὐτοῦ τοῦ θέματος, ἀναφερομένη εἰς τήν δόξαν, τήν ὁποίαν ἀναμένει τό σῶμα τοῦ χριστιανοῦ, ὅταν αὐτό κρατεῖται καθαρόν ἀπό τούς μολυσμούς τῆς σαρκικῆς ἁμαρτίας – διότι, κατά τήν πατερικήν διδασκαλίαν, τό «κατ᾽ εἰκόνα Θεοῦ» ἀναφέρεται καί εἰς τό σῶμα –, μία τέτοια διδασκαλία, λέγω, μέ ἁπλότητα δοσμένη, δέν ἔχει γραφεῖ, νομίζω, εἰσέτι διά τά ἀγαπητά μας παιδιά. Ἡ ἁγνότητα τῶν νέων καί τῶν νεανίδων, αὐτή θά βοηθήση διά μίαν εὐτυχῆ οἰκογενειακήν ζωήν, διά τήν ὁποίαν τόσον πάσχει καί ἀγωνίζεται ἐπιτυχῶς ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σιατίστης κ. Παῦλος.
Τελείωσα, Σεβασμιώτατε Πάτερ, καί ζητῶ συγγνώμην διά τήν φλυαρίαν μου. Ἐάν κάποια θέσις τῆς ἐπιστολῆς μου εἶναι ἐνάντια πρός τήν ὀρθόδοξον διδασκαλίαν, εἶμαι ἕτοιμος νά τήν ἀνακαλέσω. Ἡ ἀλήθεια πάντως εἶναι ὅτι πρέπει νά προσέχωμεν νά μήν θραύεται ἡ μεταξύ μας ἀγάπη. Μέ τάς λογομαχίας μας ὅμως θραύεται ἡ μεταξύ μας ἀγάπη. Τό «λογομαχεῖν» μᾶς τό ἀπαγορεύει ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἰς Β´ Τιμ. 2,14, διότι «εἰς οὐδέν χρήσιμον» αὐτό, ἀλλά προξενεῖ τήν μεγάλην ζημίαν νά εἶναι εἰς «καταστροφήν τῶν ἀκουόντων», τόν σκανδαλισμόν δηλαδή τῶν πιστῶν.
Σᾶς εὐλαβοῦμαι καί Σᾶς ἀγαπῶ πολύ.
Σᾶς προσκυνῶ μετά βαθυτάτου σεβασμοῦ,

Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως ερεμίας

πηγή: http://aktines.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε το σχόλιό σας