Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

Ἐγκαταλείπει ἀπογοητευμένος τήν ἀρχιεπισκοπική οἰκία



Τό νέο γιά τή Διαθήκη τοῦ Γρηγορίου ἔτρεξε παντοῦ. Οἱ ὀρθόδοξοι χριστιανοί τώρα συνειδητοποιήσανε ὅτι δέ θά ’χουν γιά πολύ τόν πνευματικό τους πατέρα. Οἱ χριστιανοί ἄρχοντες τῆς Πόλης ἀναστατώθηκαν. Ὁ Ποστουμιανός, ὁ Στρατήγιος, οἱ δύο Παλλάδιοι καί ἄλλοι συζητούσανε μέ ἀγωνία, μήπως βροῦνε κάποια λύση.
-Ἄρχοντα Ποστουμιανέ, λέει ὁ Στρατήγιος, νά μαζέψουμε τούς καλούς γιατρούς γιά συμβούλιο. Νά βοηθήσουμε ὅλοι μαζί τόν ἅγιο ἄνθρωπό μας.
-Μά ὁ ἀρχιεπίσκοπός μας δέν εἶναι ἄρρωστος μόνο ἀπό φυσική ἀρρώστια, κάνει ὁ Ποστουμιανός. Δέν τόν ἔμαθες καλά, ἀγαπητέ Στρατήγιε. Εἶναι πιό πολύ ἄρρωστος ἀπό τήν πίκρα πού τόν ποτίζουνε οἱ ἐπίσκοποι.. κι ἀπό τήν καθημερινή ἄσκηση.

Ὁ ἄρχοντας Ἀβλάβιος, πού ἤτανε πάντα παρών σέ τέτοιες διαβουλεύσεις, στήριζε στήν ἀριστερή παλάμη τό χαμηλωμένο κεφάλι. Γιά ὥρα δέ μιλοῦσε, μά τώρα μονολόγησε:
-Ποιός μπορεῖ νά πεισει τούς ἐπισκόπους νά μήν τόν πικραίνουν.... ποιός θά τόν πείσει νά μήν κάνει αὐστηρή ἄσκηση...
Τά λόγια τοῦ Ἀβλάβιου πέσανε φωτιά, καίγανε τίς λίγες ἐλπίδες νά κρατηθεῖ ὁ Γρηγόριος στή ζωή καί στήν Κωνσταντινούπολη.
Ἀπό τίς 31 τοῦ Μάη, λοιπόν, μέχρι τίς δύο- τρεῖς τοῦ Ἰούνη ἐπικρατοῦσε μεγάλη ἀπογοήτευση στούς χριστιανούς, κληρικούς καί λαϊκούς. Τό ἴδιο καί στ’ ἀνάκτορα μέ κεφαλή τόν ὀρθόδοξο αὐτοκράτορα, πού ἤτανε πολύ νέος καί ἄπειρος γιά νά κατανοεῖ τίς εὐαισθησίες τοῦ Γρηγορίου.
Νά ὅμως πού ἦρθε ἡ ἀναλαμπή. Σέ πολύ λίγες ἡμέρες ὁ Γρηγόριος συνῆλθε. Ἀπό τό παραθυράκι τοῦ κελλιοῦ του, ἀπέναντι ἀπό τήν Ἁγία Εἰρήνη, κοίταξε τό ναό, ἀναλογίστηκε τίς εὐθύνες του γιά τίς συνεδρίες, εἶδε στό προαύλιο τοῦ ναοῦ σκόρπιους νά συζητᾶνε τρεῖς-τρεῖς, πέντε-πέντε οἱ ἐπίσκοποι. Ρώτησε κι ἔμαθε. Ἀντί ἐργασία καί σοβαρές συζητήσεις, ὀχλαγωγία στή Σύνοδο, τσακωμοί.... Ὅλο πρασκήνια καί ἴντριγκες. Ἔπρεπε μέ κάθε θυσία νά προσπαθήσει, νά προεδρεύσει.
Ἔτσι κι ἔγινε. Τήν ἄλλη μέρα κιόλας, πρωί-πρωί, βρισκότανε στήν Ἁγία Εἰρήνη. Ναός αὐστηρός, ἐπιβλητικός, ἀλλά ἔνιωθες μέσα του μία θέρμη. Δέν ἤτανε ψυχρός. Ἡ στέγη του ἀπό καλό ξύλο. Τήν εἶχε χτίσει ὁ Μέγας Κωνσταντίνος. Τήν εἴχανε φροντίσει τεχνῖτες καί κληρικοί. Ἐκεῖ γινότανε οἱ συνεδρίες.
Στή θέση τοῦ προέδρου ὁ Γρηγόριος. Πιό κυρτός ἀπό ἄλλοτε, ὠχρότερος καί πιό ἀδύναμος. Ἀλλά ἕτοιμος καί τό μυαλό ξάστερο. Οἱ ἐπίσκοποι, μόλις τόν εἴδανε συγκινήθηκαν. Ἀπόρησαν πού τόν ἔβλεπαν ἱκανό νά παραστεῖ καί νά προεδρεύει. Ἄλλοι δοξάζανε τό Θεό κι ἄλλοι θαυμάζανε γιά τό γεγονός. Ὅλοι καί ὅλα ἡρέμησαν. Οἱ διαπληκτισμοι δυό –τρεῖς μέρες λείψανε. Ἀλλά μόνο γιά τόσο. Οἱ κακότροποι βρήκανε τόν παλιό ἑαυτό τους. Καί δημιούργησαν ἀφόρητη κατάσταση. Ὅσο καί νά προσπαθοῦσε ὁ Γρηγόριος, αὐτοί τά δικά τους. Σηκώνονταν ὄρθιοι, χειρονομοῦσαν, φώναζαν, ξεστόμιζαν βρισιές, ἀπειλοῦσαν... Χωρισμένοι σέ μικρές καί μεγάλες ὁμάδες θέλανε ὅλοι νά ἐπιβάλουνε τό δικό τους μέ κάθε τρόπο.... ἀκόμα κάι μέ βία. Νά δείξουνε ὅτι αὐτοί ἔχουνε δύναμη κι ἐπιρροή, αὐτοί κάνουνε ὅ,τι θέλουν.
Ὁ Γρηγόριος μέ ὅλα τοῦτα γινότανε ὅλο καί πιό δυστυχής. Προσπαθοῦσε νά συγκρατεῖ τά πράγματα καί κάτι πετύχαινε. Λίγο –πολύ τόν σέβοταν ὅλοι καί ὧρες -ὧρες συνέρχονταν μπροστά του. Ὄχι ὅμως συχνά καί ’κεῖνος ἀποκαρδιωνότανε. Δέν τό ἄντεχε. Κατέφευγε στήν προσευχή. Ἔλιωνε κυριολεκτικά ζητώντας ἀπό τό ἅγιο Πνεῦμα νά ἐπέμβει. Νά συνετίσει τούς ἀλαζόνες, νά μαλακώσει τούς σκληροκάρδους, νά δώσει στούς ἐγωιστές ταπείνωση. Τόν βλέπουν οἱ δικοί του τή νύχτα· ἤτανε σά νά παλεύει μέ τό Θεό. Ὅσο τό Πνεῦμα δέν ἀπαντοῦσε, ὅσο τό κακό συνεχιζόταν στή Σύνοδο, ὁ Γρηγόριος ἔπεφτε σέ ἀπογοήτευση, λιποψυχοῦσε, τοῦ ξέφευγε παράπονο πικρό. Κι ἕνα βράδυ, λίγο μετά τά μεσάνυχτα, ὁ διάκος Εὐάγριος ἄκουσε στό διπλανό κελλί τό Γρηγόριο νά παραπονιέται:
-Μᾶς ξέχασες Θεέ μου!  Τά βάσανα ὅλα πέσανε πάνω μας καί σύ, Χριστέ μου, κάθεσαι! Πόσο θ’ ἀντέξω ἀκόμη!
Τήν ἄλλη μέρα τό πρωί, στή θέση του, στήν προεδρία. Καί τί σύμπτωση! Οἱ ἐπίσκοποι πιό σκληροί, Τοῦ φερθήκανε πιό ἐχθρικά. Ξεστόμιζαν ἀθλιότητες, πού τίς ἄκουγε κι ἕνα πλῆθος κόσμου ἔξω ἀπό τό ναό. Τότε ὁ Γρηγόριος ἔχασε τό κουράγιο του. Σχεδόν μισοπεθαμένος, σηκώθηκε ὄρθιος, διέλυσε τή συνεδρία καί ψιθύρισε:
-Νά φύγω, νά φύγω ἀπό τά θηρία τοῦτα, νά μήν τούς βλέπω, δέν ἀντέχω ἄλλο!
Τόν βοήθησαν ἀπό τή μιά ὁ Γρηγόριος Νύσσης κι ἀπό τήν ἄλλη ὁ διάκος Θεόδουλος. Ἀμίλητοι, φτάσανε σιγά-σιγά στό κελλί. Ὁ Γρηγόριος κοίταξε ἀποφασιστικά τους συνοδούς του:
Τέλος ἐδῶ, φεύγουμε ἀπό τό ἐπισκοπεῖο. Πᾶμε στήν Ἀναστασία, γιά τό σπίτι τοῦ Ἀβλαβίου.
-Κανείς ἀπ’ ὅσους μαζευτήκανε γύρω δέν τόλμησε ἀντίρρηση. Ξεκίνησαν, λοιπόν, μ’ ἕνα μόνιππο. Ὅσοι βρίσκονταν γύρω στήν Ἁγία Εἰρήνη καί οἱ κοντινοί κάτοικοι τό ’μαθαν ἀμέσως καί τρέξανε ἀπό κακό προαίσθημα. Μαζεύτηκε πολύς λαός κι ἑνώθηκε μέ τούς ἐπισκόπους πού τιμούσανε τό Γρηγόριο. Πέσανε πάνω στό μόνιππο, στήν ἅμαξα πού εἶχε τόν ἀρχιεπίσκοπο. Τόν παρακαλοῦσαν, τόν ἱκετεύανε νά μείνει. Ἐκεῖνος ἐπέμενε στή φυγή. Στήν ἐπιμονή τούτη ὁ κόσμος ξέσπασε σέ θρῆνο. Κλαίγανε τό Γρηγόριο σά νεκρό, λές καί εἶχε πεθάνει. Κι εἶν’ ἀλήθεια ὅτι γι’ αὐτούς εἶχε πεθάνει, ὀρθά τό καταλάβανε.
Μπῆκε στό γνώριμο κελλί τοῦ μικροῦ σπιτιοῦ, δίπλα στήν Ἀναστασία. Ἐδῶ αἰσθανότανε ἄνετα. Νά τοῦ λείπουνε οἱ ἐπισκοπικές οἰκίες, δέν ἔψαχνε γι’ ἀρχοντικά σπίτια. Τέτοια εἶχε δικά του καί τά χάρισε. Ἄλλωστε καί στό ἐπισκοπεῖο, ἕνα μικρό δωμάτιο εἶχε διαλέξει νά μοιμᾶται.
Οἱ περισσότεροι ἐπίσκοποι, ὅταν τόν εἴδανε νά φεύγει καί τόν κόσμο στούς δρόμους νά παρακαλεῖ, μουδιάσανε. Δέν εἴχανε ἰδεῖ ἄλλη φορά ἀξιωματοῦχο νά περιφρονεῖ τόσο πολύ τά μεγαλεῖα, πού τοῦ ἀνήκαν. Δέν εἶχαν ξαναδεῖ τόση ἀφοσιώση τῶν πιστῶν στόν πνευματικό τους πατέρα. Γι’ αὐτό καί στίς συνεδρίες πού ἀκολουθήσανε τή ἑπόμενη καί τήν μεθεπόμενη μέρα ἐπικράτησε ἠρεμία. Ὁ Γρηγόριος προήδρευσε στίς καρδιές καί τῶν πιό σκληρόκαρδων. Ἀναπνεύσανε, λοιπόν, ὅλοι. Καί πιό πολύ τό χρειαζότανε ὁ Γρηγόριος.
Σάν παιδί τώρα, ἔδειχνε ὅλη του τή χαρά του, γιατί ἀγάπη καί σύμπνοια μπῆκαν ἐπιτέλους στίς συνεδρίες. Τά εἶχε ὅλα ξεχάσει. Καί τό μόνο πού τόν ἐνδιέφερε ἤτανε πῶς μέ τίς λίγες δυνάμεις του  νά προχωρήσει καρποφόρα ἡ Σύνοδος. Πῶς νά τελειώσει εἰρηνικά καί μέ τά θέματα τῆς εὐταξίας, τῶν κανόνων. Πῶς νά ὁρίσει τόν τρόπο εἰσόδου τῶν σχισματικῶν καί τῶν διαφόρων αἰρετικῶν στήν Ἐκκλησία, πῶς καί ἀπό ποιούς νά λύνονται τά προβλήματα τῶν μεγάλων ἐκκλησιαστικῶν περιοχῶν. Καί οἱ ἐργασίες, δόξα τῷ Θεῷ, πηγαίνανε ἀπό καλά μέχρι πολύ καλά.


 

Ὁ πληγωμένος Ἀετός (Γρηγόριος ὁ Θεολόγος)
(ἀφηγηματικὴ Βιογραφία)
   (σελ.261-265)
  Στυλιανοῦ Γ. Παπαδοπούλου Καθηγητή Πανεπιστημίου
Ἔκδοση Δ΄
Ἀποστολική διακονία



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε το σχόλιό σας