Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

Ερμηνεία των Μακαρισμών από τον Γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο. Μακαρισμός ὄγδοος (Μέρος A΄)

Συ­νε­χί­ζου­με, ἀγαπητοί μου, τό πε­ρί μα­κα­ρι­σμῶν θέ­μα μας. Βρι­σκό­μα­στε στόν ὄ­γδο­ο μα­κα­ρι­σμό, πού λέει: «μα­κά­ριοι οἱ δε­δι­ωγ­μέ­νοι ἕ­νε­κεν δι­και­ο­σύ­νης, ὅ­τι αὐ­τῶν ἐ­στιν ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν»[1]. Δη­λα­δή θά λέ­γα­με ὅ­τι εἶ­ναι εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι ὅσοι ἐ­φαρ­μό­σουν τούς ἑ­πτά προ­η­γού­με­νους μα­κα­ρι­σμούς. Ὁ Θε­ός θά τούς εὐ­λο­γεῖ, καί οἱ ἄν­θρω­ποι θά τούς τι­μοῦν ἰ­δι­αίτερα. Μέ­σα στή ζω­ή θά εἶ­ναι ἕ­να ὡραῖ­ο, ζων­τα­νό πα­ρά­δειγ­μα πρός μίμηση. Ἔ­τσι βέ­βαι­α μπο­ροῦ­με νά φαν­τα­στοῦ­με ἐ­κεί­νους πού ἐ­φάρ­μο­σαν, του­λά­χι­στον ἕ­ως τώ­ρα, τούς ἑ­πτά μα­κα­ρι­σμούς.

Ἀλ­λά δυ­στυ­χῶς τά πράγ­μα­τα δέν εἶ­ναι ἔ­τσι. Ἐ­δῶ ὑ­πάρ­χει ἡ πιό πε­ρί­ερ­γη καί ἐκ πρώ­της ὄ­ψε­ως ἀ­νε­ξή­γη­τη συμ­πε­ρι­φο­ρά. Μό­λις ἀρ­χί­σει ὁ ἄν­θρω­πος νά ζεῖ μί­α πνευ­μα­τι­κή ζω­ή, ἐν­ταγ­μέ­νος ἀ­κρι­βῶς μέ­σα στόν χῶ­ρο καί στό πνεῦ­μα τῶν μα­κα­ρι­σμῶν, ἀρ­χί­ζει ἕ­νας ἀστα­μά­τη­τος πό­λε­μος, καί ἀπό τόν Διά­βο­λο καί ἀπό τούς ἀν­θρώ­πους ἐ­κείνους πού ἀ­νή­κουν στόν Δι­ά­βο­λο, καί λειτουργοῦν ὡς ὄρ­γα­νά του, ὅπως ἀναφέρεται στή Σο­φί­α Σο­λο­μῶν­τος, δηλαδή «τῆς ἐ­κεί­νου με­ρί­δος»[2].
Ἐ­δῶ ἀ­μέ­σως τώρα θά προσπαθήσουμε νά κα­τα­νο­ή­σου­με τό για­τί ξε­σπά­ει αὐ­τός ὁ πό­λε­μος ἐ­ναν­τί­ον τῶν πνευ­μα­τι­κῶν ἀν­θρώ­πων, ἐ­νῶ θά πε­ρι­μέ­να­με νά θε­ωροῦνται ὑ­πό­δειγ­μα ζω­ῆς μέ­σα στό κοι­νω­νι­κό μας σύ­νο­λο. Αὐ­τό τό για­τί θά ἐπιχειρήσουμε, ἀ­γα­πη­τοί μου, νά ἀνα­λύ­σου­με ἀ­πό­ψε.
Βέ­βαι­ο πάν­τως εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Κύ­ριος αὐ­τούς τούς «δε­δι­ωγ­μέ­νους», δη­λα­δή αὐ­τούς πού δι­ώ­κον­ται, πού ἔχουν δι­ω­χθεῖ ἀλλά καί δι­ώ­κον­ται, τούς μα­κα­ρί­ζει καί τούς ὑ­πό­σχε­ται τή δι­κή Του τή Βα­σι­λεί­α. «Μα­κά­ριοι οἱ δε­δι­ωγ­μέ­νοι ἕ­νε­κεν δι­και­ο­σύ­νης, ὅ­τι αὐ­τῶν ἐ­στιν ἡ βα­σι­λεί­α τῶν οὐ­ρα­νῶν» λέει ὁ ὄγδοος μακαρισμός. Προ­σέξ­τε ὅμως: ὄ­χι «δεδι­ωγ­μέ­νοι» ἐξαιτίας πο­λι­τι­κῶν φρο­νη­μά­των ἤ δέν ξέ­ρω τί ἄλλο, ἀλ­λά «ἕ­νε­κεν δι­και­ο­σύ­νης».
Ποι­ά ὅ­μως εἶ­ναι ἡ ἔν­νοι­α ἐ­δῶ τῆς δι­και­ο­σύ­νης, πού γιά χάρη της αὐ­τοί θά δι­ώ­κον­ται;
Ὅ­πως εἴ­δα­με στόν τέταρτο μα­κα­ρι­σμό, δι­και­ο­σύ­νη, μέ τήν εὐ­ρεῖ­α ση­μα­σί­α τῆς λέ­ξε­ως, ση­μαί­νει ἁ­γι­ό­τητα. Μέ τή στε­νή ση­μα­σί­α εἶναι τό νά ­θέλει κανείς νά ὑ­πο­στη­ρί­ξει κά­τι τό δί­και­ο. Καί αὐ­τό βε­βαί­ως εἶ­ναι, ἀλ­λά ἐ­δῶ κυ­ρί­ως εἶ­ναι μέ τήν ἔν­νοι­α τῆς ἁ­γι­ό­τητος. Εἶναι ὅπως καί ἡ λέ­ξη δί­και­ος, πού στήν Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη ση­μαί­νει ἅ­γιος, δηλαδή ἐ­κεῖ­νος πού ζεῖ καί πο­λι­τεύ­ε­ται σύμφωνα μέ τόν νό­μο τοῦ Θε­οῦ. Ἄν στόν τέ­ταρ­το μακαρισμό ὁ Κύ­ριος μα­κα­ρί­ζει ἐ­κεί­νους πού πει­νοῦν καί δι­ψοῦν γιά τήν πνευ­μα­τι­κή τε­λει­ό­τη­τα, ἐδῶ μα­κα­ρί­ζει τή στα­θε­ρό­τη­τα στό φρό­νη­μα αὐ­τό, δη­λα­δή στήν ἁ­γι­ό­τη­τα. Προ­σέ­ξτε: δέν εἶ­ναι ἁ­πλῶς τό νά εἶ­ναι κανείς ἅ­γιος, ἀλ­λά νά εἶναι καί στα­θε­ρός σ’ αὐτό, ἔ­στω καί ἄν ἀ­σκη­θεῖ ἐ­ναν­τί­ον του δι­ωγ­μός.
Ἐ­δῶ λοι­πόν δέν μα­κα­ρί­ζει, ὅ­πως στόν τέ­ταρ­το μα­κα­ρι­σμό, αὐτούς ἁ­πλῶς πού ἔ­χουν τή δι­και­ο­σύ­νη, δη­λα­δή τήν ἁ­γι­ό­τη­τα, ἀλ­λά ἐ­κεί­νους πού μέ­νουν στα­θε­ροί στό νά κρα­τοῦν αὐ­τή τήν ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ ἁ­γί­ου ἀν­θρώ­που. Για­τί δέν εἶ­ναι τό­σο με­γά­λο πράγμα, ξέ­ρε­τε, τό νά με­τα­νο­ή­σεις καί νά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θεῖς, ὅ­σο τό νά μεί­νεις στα­θε­ρός στό ἀρ­χι­κό σου φρό­νη­μα. Εἶ­ναι πο­λύ σπου­δαῖ­ο. Ἔ­χου­με πολ­λές πε­ρι­πτώ­σεις, καί ἀ­πό ἐ­σᾶς τά ἴ­δια τά παι­διά, πού πολλοί πῆ­ραν τόν λό­γο τοῦ Θε­οῦ, ἀλλά τελικά λίγοι ἔ­μει­ναν στα­θε­ροί! Πολ­λά χρό­νια ὁ Θε­ός μέ ἀ­ξι­ώ­νει νά εἶ­μαι κα­τη­χη­τής –ἴ­σως πε­νήν­τα χρό­νια· ἀ­πό δε­κα­ο­κτώ - δε­κα­εν­νέ­α χρο­νῶν ξε­κί­νη­σα– καί τό ἔχω διαπιστώσει αὐτό πολλές φορές.
Μπο­ρεῖ βέ­βαι­α κά­πο­τε ἐ­κεῖ­νο πού πῆ­ραν νά εὐ­δο­κιμήσει. Ὅ­πως τό σι­τά­ρι, ἄς ποῦ­με, πού ἐπειδή τό ἔχου­με στήν ἀ­πο­θή­κη μέ­σα στό τσου­βά­λι, δέν φυ­τρώ­νει, γιατί πρέ­πει νά πέ­σει στή γῆ. Ἔ­τσι κι ἐ­δῶ, δέν ἔμει­ναν αὐ­τά τά παι­διά στα­θε­ρά. Κά­πο­τε ὅμως μπο­ρεῖ κά­τι νά γί­νει καί νά ξα­να­γυ­ρί­σουν πί­σω, χωρίς φυ­σι­κά νά τό ξέ­ρω ἐ­γώ· αὐτό δέν ἔ­χει ση­μα­σί­α. Ἐ­μεῖς ἔ­χου­με τήν ἐν­το­λή ἁ­πλῶς νά σπεί­ρου­με, καί τό τί θά γί­νει πα­ρα­κά­τω ἀφήνεται στή χά­ρη τοῦ Θε­οῦ. Συ­νε­πῶς ἔ­χου­με τέ­τοι­ες κα­τα­στά­σεις –εὐ­τυ­χῶς ἔ­χου­με– καί δέν μα­ται­ο­πο­νή­σα­με· ἀλ­λά ἔ­χου­με καί ἀν­θρώ­πους πού, ἐ­πει­δή δο­κί­μα­σαν κά­ποι­ους δι­ωγ­μούς στή ζω­ή τους, δέν ξα­να­γύρισαν πί­σω. Εἶ­ναι κρῖ­μα!
Ἔ­τσι, θά λέ­γα­με ὅτι πολ­λοί ἀρ­χί­ζουν, ἀλ­λά λί­γοι τε­λει­ώ­νουν. Γιά ἀ­κοῦ­στε το κα­λά αὐ­τό πού λέ­ω, καί ἄς ρω­τή­σει ὁ κα­θέ­νας τόν ἑ­αυ­τό του: «Μή­πως καί ἐ­γώ ἀρ­χί­ζω , ἀλ­λά δέν θά τε­λει­ώ­σω ;». Σᾶς θυ­μί­ζω ἐ­κεί­νη τήν πα­ρα­βο­λή τοῦ οἰ­κο­δό­μου τοῦ πύρ­γου, πού ὁ Χρι­στός εἶ­πε γιά κά­ποι­ον ὅ­τι ξε­κί­νη­σε νά κτί­ζει ἕ­ναν πύρ­γο, ἀλ­λά δέν κά­θι­σε νά λο­γ­α­ριά­σει τήν ″δα­πά­νη ″, δη­λα­δή τό τί θά τοῦ κο­στί­σει αὐ­τός ὁ πύρ­γος. Ἄρ­χι­σε νά οἰκο­δο­μεῖ, ἀλ­λά δέν ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε ἡ οἰ­κο­δο­μή· ἔ­μει­νε χω­ρίς σκε­πή, θά λέ­γα­με. Καί τό­τε αὐ­τοί πού περ­νοῦ­σαν καί ἔβλε­παν αὐ­τή τήν οἰ­κο­δο­μή πού δέν ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­κε, κο­ρόι­δευαν ἐ­κεῖ­νον πού τήν ξε­κί­νη­σε, καί δέν λο­γά­ρι­α­σε τί κο­στί­ζει.[3]
Παι­διά, ἀ­γα­πη­τοί μου φί­λοι, ἡ οἰ­κο­δο­μή τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μας κο­στί­ζει. Ἡ Δι­και­ο­σύ­νη –μέ δέλ­τα κε­φα­λαῖ­ο– δη­λα­δή ἡ ἁ­γι­ό­τη­τα, κο­στί­ζει, ὄ­χι μό­νο στό πῶς θά τήν ἐ­φαρ­μό­σει κανείς, ἀλ­λά καί πῶς θά τήν συν­τη­ρή­σει μέ­χρι τήν τε­λευ­ταί­α του πνο­ή. Κο­στί­ζει!
Τό θέ­μα εἶ­ναι νά μεί­νει κα­νείς στα­θε­ρός καί ἀν­δρεῖ­ος στήν πο­ρεί­α τῆς πνευ­μα­τι­κῆς του ζω­ῆς, πα­ρά τίς δυ­σκο­λί­ες καί τά ἐμ­πό­δια πού θά τοῦ προ­βλη­θοῦν. Αὐ­τό εἶ­ναι ὁ με­γά­λος ἄ­θλος. Ὄ­χι ἁ­πλῶς, σέ κά­ποι­α στιγ­μή, τό πῶς θά ξε­κι­νή­σει, ἀλλά κυρίως τό πῶς θά τε­λει­ώ­σει. Αὐ­τό ἄς τό ξέ­ρου­με.
Ἡ πε­ρί­πτω­ση τῆς στα­θε­ρό­τη­τος μᾶς θυ­μί­ζει ἐ­κεί­νη τήν κα­τη­γο­ρί­α τῶν ἀ­κρο­α­τῶν πού εἶ­πε ὁ Κύ­ριος, στήν πα­ρα­βο­λή τοῦ σπο­ρέ­ως, πού γιά μιά στιγ­μή ξε­κι­νοῦν, ἐν­θου­σι­ά­ζον­ται μέ τόν λό­γο τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λά ὁ σπό­ρος πέ­φτει στήν πέ­τρα. Καί ἐ­δῶ τε­λι­κά φυ­τρώ­νει· ἀλ­λά «διὰ τὸ μὴ ἔ­χειν ἰκ­μά­δα»[4], ἀλ­λά ἐπειδή δέν ὑπάρχει ἡ δρο­σιά, ἡ ὑ­γρα­σί­α ἀ­πό κά­τω, ξε­ραί­νε­ται. Ἔ­τσι λοιπόν ξε­κι­νάει κανείς, ἀλ­λά δέν ὁ­λο­κλη­ρώ­νει.
Ὁ λό­γος τοῦ Θε­οῦ ἀρ­χί­ζει νά καρ­πο­φο­ρεῖ στήν καρ­διά τῶν ἀνθρώπων· ἀλ­λά μό­λις παρουσιαστεῖ ὁ δι­ωγ­μός, ἀ­πορ­ρί­πτουν τόν Χρι­στό, καί τό­τε πλησιάζουν στόν κό­σμο καί συμ­βι­βά­ζο­νται μ’ αὐτόν. Εἶ­ναι ὅμως δυ­στύ­χη­μα!
Κάποτε εἶ­χα ἕναν μα­θη­τή στό κα­τη­χη­τι­κό σχο­λεῖο, πού μετά, με­γα­λώ­νον­τας, προ­σχώ­ρη­σε στόν Μα­σο­νι­σμό, μό­νο καί μό­νο για­τί τά συμ­φέ­ρον­τά του ἔ­κλι­ναν πρός τά ἐ­κεῖ! Εἶ­ναι φο­βε­ρό πράγμα.
Γι’ αὐ­τό, σᾶς λέ­ω ἀ­λή­θεια, ὅ­λα μου τά χρό­νια, σ’ αὐ­τά τά πε­νήν­τα χρό­νια, μι­λοῦ­σα στούς ἀνθρώπους γιά τόν Μα­σο­νι­σμό, μό­νο καί μό­νο γιά νά ξέ­ρου­ν, ἄν τούς τύ­χει κά­ποι­α δυ­σκο­λί­α στή ζω­ή τους, τί εἶ­ναι καί ὁ Μα­σο­νι­σμός, ἀλλά καί ἄλλα συναφῆ.
Ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος γρά­φει ἔμ­με­σα στήν Πρός Ἑ­βραί­ους ἐ­πι­στο­λή του ὅ­τι πα­λαι­ό­τε­ρα εἶ­χαν μί­α στα­θε­ρό­τη­τα στήν ἁ­γι­ό­τη­τα οἱ Χρι­στια­νοί τῶν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων, ἐ­νῶ τώ­ρα ἔ­χουν χα­λα­ρώ­σει. Πάν­τα νά φο­βό­μα­στε τή χα­λά­ρω­ση. Μό­λις τήν ἀν­τι­λη­φθοῦ­με, νά ποῦ­με: «Τί κά­νω ; Ποῦ πά­ω ;». Γρά­φει λοιπόν ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «Ἀ­να­μι­μνή­σκε­σθε δὲ τὰς πρό­τε­ρον ἡ­μέ­ρας, ἐν αἷς φω­τι­σθέν­τες πολ­λὴν ἄ­θλη­σιν ὑ­πε­μεί­να­τε πα­θη­μά­των, τοῦ­το μὲν ὀ­νει­δι­σμοῖς τε καὶ θλί­ψε­σι θε­α­τρι­ζό­με­νοι, τοῦ­το δὲ κοι­νω­νοὶ τῶν οὕ­τως ἀ­να­στρε­φο­μέ­νων γε­ννη­θέν­τες... καὶ τὴν ἁρ­πα­γὴν τῶν ὑ­παρ­χόν­των ὑ­μῶν με­τὰ χα­ρᾶς προ­σε­δέ­ξα­σθε».
Δηλαδή: Νά θυ­μᾶστε πάντα τόν πρῶτο και­ρό, τίς πρῶτες ἡ­μέ­ρες πού εἴ­χα­τε φω­τι­σθεῖ, καί ἔ­τσι ὑ­πο­μεί­να­τε μέ στα­θε­ρό­τη­τα κά­θε πάθημα πού σᾶς προ­κα­λοῦσαν· ἀ­πό τό ἕνα μέρος σᾶς ἐξευτέλιζαν μέ ὀ­νει­δι­σμούς καί θλί­ψεις, ἀλλά ἀπό τό ἄλλο ἐσεῖς γίνατε καί συμπα­ρα­στά­τες ἐ­κεί­νων πού ὁ­μοί­ως ὑ­πέ­φε­ραν... Ἀ­κό­μη δε­χθή­κα­τε μέ χα­ρά νά σᾶς ἁρ­πά­ξουν τήν πε­ρι­ου­σί­α σας. Οἱ ἴ­διοι ἦταν ἐ­κεῖ­νοι πού ἀ­νέ­χθηκαν διωγ­μούς καί θλίψεις, ἀλλά δέν πα­ρέλειψαν νά εἶναι καί κοι­νω­νοί, συμπαρα­στά­τες, τῶν ὁ­μοι­ο­πα­θῶν τους.
Καί συνε­χί­ζει: «Μὴ ἀ­πο­βά­λη­τε οὖν τὴν παρ­ρη­σί­αν ὑ­μῶν , ἥ­τις ἔ­χει μι­σθα­πο­δο­σί­αν μεγάλην... καί ἄν ὑποστείληται, οὐκ εὐ­δο­κεῖ ἡ ψυ­χή μου ἐν αὐ­τῷ. ἡμεῖς δὲ οὐκ ἐ­σμὲν ὑ­πο­στο­λῆς εἰς ἀ­πώ­λειαν, ἀλ­λὰ πί­στε­ως εἰς πε­ρι­ποί­η­σιν ψυ­χῆς»[5]. Δηλαδή: Νά μήν ἀπο­βά­λε­τε αὐ­τή σας τήν παρ­ρη­σί­α , πού ἀποφέρει κέρ­δος πο­λύ... Φαί­νε­ται ὅ­τι εἶ­χαν ἀρ­χί­σει κά­τι νά πα­ρου­σιά­ζουν· γι’ αὐ­τό τούς τά γρά­φει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος αὐ­τά.
Στή συνέχεια μιλάει ὁ Θε­ός –πα­ρα­λεί­πω με­ρι­κά γιά νά εἶ­μαι σύν­το­μος– καί λέει: «Καί ἄν δειλιάσει κάποιος –ἤ ἄν κατεβεῖ ψυχολογικά, ὅπως λέμε– ἡ ψυχή μου δέν εὐαρεστεῖται σ’  αὐτόν» λέει ὁ Θεός. «Ἐμεῖς ὅμως, λέ­ει ὁ ἀπόστο­λος Παῦ­λος, δέν εἴ­μα­στε παι­διά τῆς ὑ­πο­στο­λῆς , πού ὁ­δη­­γεῖ στήν ἀ­πώ­λεια, στήν κα­τα­στρο­φή , ἀλ­λά εἴμα­στε ἄνθρωποι πί­στε­ως, γιά νά σώ­σουμε τήν ψυχή μας». Αὐ­τή λοι­πόν ἡ ὑ­πο­στο­λή, ἡ δειλία, εἶ­ναι πραγματικά πο­λύ κα­κό πράγμα!
Πρέ­πει ὅμως νά ση­μει­ώ­σου­με ὅ­τι αὐ­τή ἡ λι­πο­τα­ξία ἀ­πό τίς τά­ξεις τοῦ Χρι­στοῦ, αὐ­τή ἡ ὑ­πο­στο­λή τῆς πί­στε­ως καί τῆς πνευ­μα­τι­κῆς ζω­ῆς, ἐξαι­τί­ας τῆς δει­λί­ας –για­τί ἐ­κεῖ εἶ­ναι ἡ ρί­ζα· ὑ­πάρ­χει δει­λί­α– τι­μω­ρεῖ­ται ἀπό τόν Θε­ό.
Καί στήν Ἀ­πο­κά­λυ­ψη, δί­νον­τας τή μαρ­τυ­ρί­α του, ὁ Χρι­στός λέ­ει: «τοῖς δὲ δει­λοῖς... τὸ μέ­ρος αὐ­τῶν ἐν τῇ λί­μνῃ τῇ και­ο­μέ­νῃ ἐν πυ­ρὶ καὶ θεί­ῳ , ὅ ἐ­στιν ὁ θά­να­τος ὁ δεύ­τε­ρος»[6]. Δηλαδή: Γιά τούς δει­λούς ὅμως ἡ θέ­ση τους εἶναι μέσα στή λίμνη πού καίγεται μέ φωτιά καί θειάφι –εἶ­ναι ἡ Κό­λα­ση– καί αὐτό εἶ­ναι ὁ δεύ­τε­ρος θά­να­τος.
Νά προ­σέ­ξου­με τό θέ­μα τῆς δει­λί­ας. Ἀ­πό τώ­ρα νά ἀ­σκού­μα­στε νά τήν ἀ­πο­βά­λου­με σέ ὅ­λους τούς το­μεῖς τῆς ζω­ῆς μας, πρῶ­τα καί κύ­ρια στήν πνευ­μα­τι­κή ζω­ή. Μή λο­γα­ρι­ά­σου­με ἄν μᾶς κο­ρο­ϊ­δέ­ψουν. Ξέ­ρε­τε ὅ­τι πολ­λοί σταματοῦν τήν πνευ­μα­τι­κή τους ζω­ή, χάνουν τήν ἁ­γνό­τη­τά τους –θά τό δοῦ­με ἀ­μέ­σως πα­ρα­κά­τω– μό­νο καί μό­νο γιά νά μήν τούς κο­ρο­ϊ­δεύ­ουν οἱ ἄλ­λοι, οἱ συμ­μα­θη­τές, οἱ συ­νά­δελ­φοι στόν στρα­τό, οἱ συμ­φοι­τη­τές, καί γενικά οἱ ἄνθρωποι ἀπό τό περιβάλλον τους. Ναί. Ὅ­λα αὐ­τά τά ὑποστέλουν γιατί ἔχουν δειλία, δέν μποροῦν νά ὑπομένουν τίς κοροϊδίες.

(συνεχίζεται)


Απόσπασμα από το βιβλίο ‘’MAKAΡΙΣΜΟΙ’’ .
Της Ιεράς Μόνης Κομνηνείου, Κοιμήσεως Θεοτόκου και Αγίου Δημητρίου.
Το βιβλίο περιέχει  απομαγνητοφωνημένες ομιλίες του μακαριστού Γέροντα Π. Αθανασίου Μυτιληναίου.
Η ανάρτηση γίνεται με την ευλογία της Ιεράς Μονής.
                                                                                                            



[1]. Ματθ. 5, 10.
[2]. Σ. Σολ. 1, 16.
[3]. Βλ. Λουκ. 14, 28-30.
[4]. Λουκ. 8, 6.
[5]. Ἑ­βρ. 10, 32-39.
[6]. Ἀ­ποκ. 21, 8.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε το σχόλιό σας