Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

Στόν αὐτοκράτορα Θεοδόσιο, γιά νά μήν ἀντιδράσει



 Ἔξω ἀπό τή μικρή πόρτα περίμενε κόσμος πολύς. Ἐπίσκοποι, ἄλλοι κληρικοί, πολλοί πιστοί καί παντός εἴδους περίεργοι. Ὅλοι τους διαμαρτύρονταν γιά τήν παραίτηση. Καί μόλις ἄνοιξε ἡ πόρτα καί φάνηκε λίγο κυρτός ὁ Γρηγόριος, ξεσπάσανε σέ ζητωκραυγές καί φωνές. Δέν ξέρανε ἀκριβῶς, τί λέξεις ν’ ἀρθρώσουνε, τί νά ποῦνε.... Ἀκόμα καί οἱ ζητιάνοι τοῦ ἱπποδρόμου τρέξανε. Φωνάζανε κι αὐτοί, χωρίς νά ξέρουνε τό γιατί. Τό νέο εἶχε διαδοθεῖ ἀστραπή καί φτάσανε καί μερικοί μεγάλοι ἄρχοντες, πού ἤσανε ὀρθόδοξοι. Προσπαθήσανε ν’ ἀνοίξουν δρόμο ἀνάμεσα στό πλῆθος καί νά πᾶνε ὥς τήν πόρτα. Ὁ Γρηγόριος εἶχε στηθεῖ ἐκεῖ γιά λίγο, νά γεμίσει τή θλιμμένη του καρδιά ἀπό τά πρόσωπα τῶν πιστῶν, νά χορτάσει τήν ἀγάπη τους... τοῦ δείχνανε ἀνυπόκριτη ἀγάπη.

Μέ κίνηση τοῦ ἀριστεροῦ χεριοῦ ἔδωσε νά καταλάβουνε οἱ ἐπίσκοποι καί οἱ ἄρχοντες ὅτι δέ θά συζητήσει τό θέμα, ὅλα εἶχαν τελειώσει. Τόν βάλανε στή μέση προστατευτικά ὁ Θεόφιλος καί ὁ Εὐπράξιος, σέ λίγα μέτρα περίμενε τό ἁμαξάκι, τόν βοήθησαν ν’ ἀνέβει καί ὁ Εὐπράξιος χτύπησε τό ἄλογο νά ξεκινήσει.
Τά πλήθη τῶν πιστῶν μέ τό ξεκίνημα τοῦτο μείνανε ἄναυδοι. Κανείς πιά δέν ἤξερε τί νά κάνει... καί ξαφνικά, ἀραιά στήν ἀρχή, πυκνά μετά, ὅλοι ἀρχίσανε τό θρῆνο. Βλέπανε τόν πολυβασανισμένο τους ἥρωα στό ταπεινό ἁμάξι, τόν αἰσθάνονταν ’κεῖ νεκρό, ἱερό λείψανο. Ὅλοι κλάψανε, μέ δάκρυα, μέ οἰμωγές πολλοί. Γι’ αὐτούς ὁ πνευματικός τους πατέρας, ὁ εὐεργέτης, ὁ ἥρωάς του, ἤτανε πιά νεκρός, τόν ἔχαναν, δέ θά τόν ἄκουγαν, δέ θά ἐμπνέονταν ἀπό τό λόγο του, τό φωτισμό του, τήν ἁγία του ζωή.
Τό ἁμαξάκι, δύσκολα στήν ἀρχή, εὔκολα μετά, κύλισε μέχρι τήν Ἁγία Σοφία. Λίγο καί θά ἔμπαινε στή μεγάλη Μέση, τό μεγάλο δρόμο πού κατέληγε στήν πλατεία τοῦ Αὐγουσταίου. Τότε ὁ Γρηγόριος ἔκανε νόημα στον Εὐπράξιο νά τραβήξει γιά τό παλάτι:
-Στό παλάτι παιδί μου.
-Στόν αὐτοκράτορα, ὅπου κι ἄν τόν βροῦμε. Δέν πειράζει, ἄς μή τόν ἔχουμε εἰδοποιήσει. Δέν εἶναι ὥρα γιά τέτοια... Ἀπό τή Χαλκή πύλη πήγαινε. Θά μᾶς ποῦν ἐκεῖ...
Στήν περίφημη Χαλκή πύλη σταματήσανε. Οἱ φρουροί παραξενεύτηκαν. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος... κι αὐτοί δέν ξέρανε τίποτα!  Φωνάξανε τόν ἀνώτερό τους. Αὐτός πῆγε γρήγορα καί μίλησε μέ σεβασμό στόν ἀρχιεπίσκοπο. Κι ὁ ἀρχιεπίσκοπος:
-Στό χρυσοτρίκλινο, Εὐπράξιε.
Πράγματι ὁ αὐτοκράτορας, τήν ὥρα τούτη, μέ τούς ἀνώτατους ἀξιωματούχους τοῦ κράτους βρισκότανε στήν ἀστραφτερή ἐπίσημη αἴθουσα τοῦ χρυσοτρίκλινου. Χρυσοπίκιλτος ὁ θρόνος, ἐπίχρυσοι κίονες καί στέγη, ὀρθομαρμάρωση μέ πολύχρωμα μάρμαρα, ἡ πολυτελέστερη αἴθουσα τῆς αὐτοκρατορίας. Ἐκεῖ κοντά, ξεπέζεψε ὁ Γρηγόριος καί χωρίς ἐπίσημη συνοδεία ἀνέβαινε ἀργά-ἀργά καί δύσκολα τήν κεντρική μαρμάρινη κλίμακα. Στό μεταξύ ὁ πανίσχυρος αὐτοκράτορας, ὁ νεαρός Θεοδόσιος (ἤτανε μόλις 34 ἤ 35 ἐτῶν) εἶχε πληροφορηθεῖ τά τῆς παραίτησης καί τώρα βιαστικά τόν εἰδοποίησαν γιά τήν ἄφιξη τοῦ Γρηγορίου. Δέν εἶχε προλάβει νά καλοσυζητήσει τό θέμα μέ τούς συμβούλους... καί νά πού ἔφτανε ὁ ἴδιος ὁ ἀρχιεπίσκοπος. Ἔστειλε καί τόν ὑποδέχτηκε μέ πολύ σεβασμό καί ἀνυπόκριτο θαυμασμό. Μετά τά τυπικά δέν μπόρεσε νά πεῖ πολλά πράγματα. Δέν εἶχε τί νά πεῖ. Κι οὔτε τοῦ ἄφησε περιθώρια ὁ Γρηγόριος, στόν ὁποῖο κατ’ ἐξαίρεση ἔκανε χειρονομία ὁ αὐτοκράτορας νά καθίσει. Καί μόλις κάθισε ἄρχισε κοφτά καί ἀποφασιστικά, ἐνῶ δεξιά κι ἀριστερά, σέ δύο σειρές, οἱ ἀξιωματοῦχοι ἀκούγανε κι αὐτοί:
-Ζητῶ καί ’γω μία χάρη, βασιλιά μου... ἀπό σένα πού ἐξουσιάζεις τά πάντα.
Ὁ βασιλιάς τέντωσε τό νοῦ του νά μαντέψει. Οἱ ἀξιωματοῦχοι στέκονταν μέ ἱερό θαυμασμό, ἀκόμα κι αὐτοί πού δέν ἤσανε χριστιανοί –οἱ περισσότεροι.
-Δέ σοῦ ζητῶ χρυσάφι, τιμές κι ἀστραφτερά πράματα. Αὐτά δέ μέ συγκινοῦν, θά’ ρθουνε ἄλλοι γιά τέτοια. Ἐγώ ἄλλα ἐπιθυμῶ, ἄλλα θεωρῶ ἀνώτερα....
Ἀνακόπηκε ὁ γέροντας ἀπό τήν κόπωση καί τή συγκίνηση. Ὁ βασιλιάς ἔδειχνε στήν ἔκφραση τήν ἀγωνία τοῦ γι’ αὐτό, πού θά ζητοῦσε ὁ ἀρχιεπίσκοπος.
-Θέλω βασιλιά μου νά κάνω τόπο στήν ὀργή, στό φθόνο. Γι’ αὐτό, μήν ἐμποδίσεις τήν φυγή μου. Ξέρω πῶς θές νά μείνω, μοῦ ’δειξες τόσες φορές τήν ἐμπιστοσύνη σου.... μά τώρα μ’ ἔκαψε ὁ φθόνος τῶν συναδέλφων μου... δέν ἀντέχω ἄλλο. Ἀκόμα καί φίλοι μέ φθονήσανε. Ὅλα τοῦτα, εὐθύνες καί συνάδελφοι, μ’ ἐμποδίζουνε νά βλέπω καθαρᾶ, νά θεωρῶ, τό Θεό-κι εἶναι αὐτό ἡ πιό μεγάλη μου καταδίκη μου.
Ἄν καί λίγο πολύ περίμεναν τί θά ζητήσει ὁ Γρηγόριος, Θεοδόσιος καί ἀξιωματουχοι κοκάλωσαν μέ τά λόγια καί τό ὕφος του ἐξουθενωμένου ἀρχιεπισκόπου, πού ὅμως πῆρε διαστάσεις ἥρωα σ’ ὅλων τίς συνειδήσεις. Ἀνάσανε ὁ γέροντας καί συνέχισε:
-Κοίτα δῶ, βασιλιά μου –κι ἔπιασε νά τοῦ δείξει τή λευκή του μακριά γενειάδα -ἄσπρισα κι ἔλιωσα. Ξέρω τί σοῦ λέω... ἄφησέ με νά πληρώσω γιά τήν εἰρήνη. Τό ζητῶ ἐγώ πού τόσο κόπιασα, τόσα ὑπέφερα γιά νά ὀρθοδοξεῖ ὁ λαός τοῦτος. Μόνο ἐσύ, σέ παρακαλῶ, νά ζητήσεις μ’ ἐπιμονή τήν ὁμόνοια ἀπό τούς ἐπισκόπους. Σ’ αὐτό νά ἐπέμβεις καί θά σ’ ἀκούσουν. Μή σκέφτεσαι γιά μένα διαφορετικά. Τό ξέρεις, ἄλλωστε, πολύ καλά, ὅτι καί στό θρόνο πού ἔκατσα, χωρίς νά τό θέλω μ’ ἔβαλαν. Τώρα ὅμως ὅ,τι κάνω, τό κάνω μέ τή θέλησή μου... θέλω καί φεύγω!
Σιγά-σιγά συνήλθανε ἀπό τήν ἔκπληξη ὁ βασιλιάς καί οἱ ἀξιωματούχοι. Ἀνέκτησε κι ὁ Γρηγόριος δυνάμεις καί σηκώθηκε. Δέν περίμενε ἀπάντηση. Ἡ ἀπόφασή του ἦταν ὁριστική. Κι ἄν πῆγε στόν αὐτοκράτορα, τό ’κανε ἀπό φιλοφρόνηση κι ἀπό φόβο. Ἀπό φιλοφρόνηση, γιατί ὁ Θεοδόσιος τοῦ εἶχε δείξει ἀπόλυτο σεβασμό κι ἐμπιστοσύνη. Καί διότι βοήθησε τούς ὀρθοδόξους τόσο, πού νά αἰσθανθοῦν ὅτι τό 380 ἐξῆλθαν ἀπό τίς νέες κατακόμβες, ὅπου τούς εἴχανε καταδικάσει οἱ προκάτοχοι αὐτοκράτορες. Ἀπό φόβο, διότι τό πιθανότερο ἤτανε νά ἐπέμβει ὁ Θεοδόσιος στούς ἀσύνετους αἰγυπτίους καί μακεδόνες καί νά τούς «πείσει» νά σταματήσουνε ν’ ἀντιδροῦν στό Γρηγόριο. Μίλησε, λοιπόν, ἔτσι στό Θεοδόσιο, γιά νά καταλάβει ὁ θεληματικός ἀπόλυτος μονάρχης, ὅτι αὐτό πού ἀποφάσισε ὁ ἱερός ἄνδρας αὐτό κι ἔπρεπε νά γίνει. Ἑπομένως τό θέμα τῆς παραίτησης εἶχε οὐσιαστικά τελειώσει στή Σύνοδο.
Ὁ Θεόφιλος, πού τόν εἶχε συνοδέψει μέχρι τήν εἴσοδο τοῦ χρυσοτρίκλινου, περίμενε κι αὐτός μέ ἀγωνία. Ὁ γέροντας ἀποχαιρέτισε μ’ εὐγένεια κι εὐχαρίστησε γιά ὅλα τόν αὐτοκράτορα. Ἀξιωματοῦχοι τόν συνοδέψανε ὥς ἔξω. Τόν κράτησε ἀπό ἀριστερά ὁ Θεόφιλος, κατεβήκανε τήν κλίμακα καί προχωρήσανε πρός τήν ἔξοδο, πού δέν ἤτανε κοντά. Ἀνέβηκε στό ἁμαξάκι καί πέρασε τό Αὐγουσταῖο, νά βγεῖ στή Μεγάλη Μέση ὁδό. Ἐκεῖ ἀκριβῶς, εἶχε πάλι μαζευτεῖ πολύς κόσμος. Στήν ἀμηχανία τους κάποιοι καί στή λύπη τους πιάσανε καί ξεζέψανε τό ἄλογο κι ἁρπάξανε τό ἁμαξάκι στά χέρια. Πανδαιμόνιο, σύγχυση..... Ἄλλοι κλαίγανε, λές καί ὁδήγούσανε τό γέροντα στό τάφο κι ἄλλοι τόν ζητωφραύγαζαν, ἐλπίζοντας ν’ ἀλλάξει γνώμη.
Στό μεταξύ ὁ βασιλιάς μέ τούς ἀξιωματούχους μείνανε στό χρυσοτρίκλινο, τάχα ν’ ἀποφασίσουν. Κάτι πήγανε ν’ ἀνταλλάξουν, κάποιες ἀντιρρήσεις ἀκούστηκαν, μά δέν εἶχε νόημα ἡ συζήτηση. Μέσα τους εἴχανε πειστεῖ ὅτι ὀφείλανε νά δεχτοῦν ὅ,τι ἀποφάσισε ὁ ἱερός ἄνδρας. Ὁ Βασιλιάς καί ἄλλοι ἀξιωματοῦχοι δέν τό ’θελαν, εἴχανε ἄλλη γνώμη. Ἀλλά καί δέν τολμοῦσαν νά πράξουν ἀντίθετα ἀπό τή θέληση τοῦ ἱεροῦ ἄνδρα. Ὅλοι πιά στό πρόσωπό του βλέπανε τό μεγάλο ἀετό τοῦ Πνεύματος. Ἤτανε πληγωμένος, μά πάντοτε ἀετός! Πρῶτος ὁ Θεοδόσιος εἶπε καθαρά:
-Πρέπει, ἄρχοντες, νά δεχτοῦμε, νά κάνουμε ὅπως εἶπε ὁ ἀρχιεπίσκοπος.
Οἱ ἀντιρρήσεις καί οἱ συζητήσεις τελείωσαν. Τό θέμα ἔκλεισε, ἀφοῦ ὁ Θεοδόσιος εἶπε μερικές κουβέντες θαυμασμοῦ γιά τό Γρηγόριο, μολονότι μέσα του αἰσθανότανε κάποια ἀπογοήτευση. Ἀλλιῶς ὁ θεληματικός ἀπόλυτος μονάρχης καταλάβαινε τή μεγαλωσύνη. Κι ἄλλη περίμενε τή στάση τοῦ Γρηγορίου. Τί εἶναι οἱ εὐαισθησίες αὐτές; ν’ ἀφήνει εὔκολα τή θέση του στούς ἀντιπάλους, νά λέει ὅτι θέλει νά φύγει, γιά νά συνομιλεῖ ἀπερίσπαστος μέ τό Θεό... δέν τά πολυκαταλάβαινε.
Πῶς νά καταλάβαινε ὁ Θεοδόσιος τή συγκλονιστική φωνή, πού πάντα ἄκουγε μέσα του ὁ Γρηγόριος. Τή φωνή πού τοῦ ’λεγε νά τραβηχτεῖ στήν ἡσυχία, νά καθαρίζεται ἀπό τά ἀνθρώπινα πάθη κι ἔτσι νά θεωρεῖ τό Θεό, νά συνομιλεῖ, νά τόν βιώνει στήν καρδιά καί τό νοῦ του. Πῶς νά καταλάβαινε ὁ Θεοδόσιος ὅτι καί ἡ θεολογία τοῦ Γρηγορίου ἤτανε μέ φωτισμό τοῦ ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖο ἐνεργοῦσε, κυρίως ὅταν ὁ Γρηγόριος ἀποτραβιότανε στήν ἡσυχία κι ἀφοσιωνότανε στήν προσευχή καί τήν κάθαρση; 




Ὁ πληγωμένος Ἀετός (Γρηγόριος ὁ Θεολόγος)
(ἀφηγηματικὴ Βιογραφία)
   (σελ.278-282)
  Στυλιανοῦ Γ. Παπαδοπούλου Καθηγητή Πανεπιστημίου
Ἔκδοση Δ΄
Ἀποστολική διακονία

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε το σχόλιό σας