Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

Ερμηνεία των Μακαρισμών από τον Γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο. Μακαρισμός ἔνατος (Μέρος Γ΄)




Μι­λή­σα­με τήν πε­ρα­σμέ­νη φο­ρά γιά τόν ἔνατο μα­κα­ρι­σμό, ἀγαπητοί, ἀλλά δέν τόν ὁ­λο­κλη­ρώ­σα­με, για­τί ὁ χρό­νος μας εἶ­χε ἐ­ξαν­τλη­θεῖ. Σᾶς τόν ξα­να­δι­α­βά­ζω γιά ὑπενθύμηση: «μα­κά­ριοί ἐ­στε ὅ­ταν ὀ­νει­δί­σω­σιν ὑ­μᾶς καὶ δι­ώ­ξω­σι καὶ εἴ­πω­σι πᾶν πο­νη­ρὸν ῥῆ­μα κα­θ’  ὑ­μῶν ψευ­δό­με­νοι ἕ­νε­κεν ἐ­μοῦ. χαί­ρε­τε καὶ ἀ­γαλ­λιᾶ­σθε, ὅ­τι ὁ μι­σθὸς ὑ­μῶν πο­λὺς ἐν τοῖς οὐ­ρα­νοῖς· οὕ­τω γὰρ ἐ­δί­ω­ξαν τοὺς προ­φή­τας τοὺς πρὸ ὑ­μῶν»[1].

Αὐ­τά λέ­ει ὁ ἔνατος μα­κα­ρι­σμός. Ἐδῶ, ὅ­πως σᾶς ἔ­λε­γα τήν πε­ρα­σμέ­νη φο­ρά, θέλω νά σᾶς πῶ ὅ­τι σχετικά μέ τήν ἀξία τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν –συζητού­σαμε γι’ αὐτό τό θέμα μιά ἄλλη φορά στίς ἀπορίες πού μοῦ ὑποβάλλετε– συμ­πτω­μα­τι­κά βρῆ­κα ἕνα χαρακτη­ρι­στικό ἀπόσπασμα στόν Ἐ­πί­κτη­το. Αὐτός εἶναι νε­ο­στω­ϊ­κός φι­λό­σο­φος, ἔζησε ἀνάμεσα στόν 5ο καί 12ο μ.Χ. αἰώνα καί κατα­γόταν ἀπό τήν Ἱεράπολη τῆς Φρυ­γίας. Ἦταν θαυ­μά­σι­ος ἄν­θρω­πος, καί λυπᾶμαι πού δέν ἔ­χω και­ρό νά σᾶς πῶ πιό πολ­λά. Θά σᾶς διαβάσω τό κεί­με­νο, γιατί συ­νη­θί­ζω νά λέ­ω τά κεί­με­να, γιά νά ἔ­χου­με μί­α πρό­σβα­ση. Εἶ­ναι πά­ρα πο­λύ ση­μαν­τι­κό νά συνηθίζουν τά αὐ­τιά μας νά ἀ­κοῦν τά ἀρ­χαῖ­α κεί­με­να· εἶ­ναι μί­α θε­τι­κή προ­σφο­ρά· ἀλλά πρέπει βέ­βαι­α νά ὑπάρ­χει καί ἡ ἀ­πό­δο­ση, ἡ με­τά­φρα­ση. Λέ­ει λοι­πόν ὁ Ἐ­πί­κτη­τος στό ἀπόσπασμα αὐτό: «Εἰ φι­λο­σο­φί­ας ἐ­πι­θυ­μεῖς, πα­ρα­σκευά­ζου αὐ­τό­θεν ὡς κα­τα­γε­λα­σθη­σό­με­νος ὡς κα­τα­μω­κη­σο­μέ­νων σου πολ­λῶν, ὡς ἐ­ρούν­των ὅ­τι ″ἄ­φνω φι­λό­σο­φος ἡ­μῖν ἐ­πα­νε­λή­λυ­θε″ καὶ ″πό­θεν ἡ­μῖν αὕ­τη ἡ ὀ­φρύς; ″ σὺ δὲ ὀ­φρὺν μὲν μὴ σχῇς· τῶν δὲ βελ­τί­στων σοι φαι­νο­μέ­νων οὕ­τως ἔ­χου, ὡς ὑ­πὸ τοῦ θε­οῦ τε­ταγ­μέ­νος εἰς ταύ­την τὴν χώ­ραν· μέ­μνη­σό τε δι­ό­τι, ἐ­ὰν μὲν ἐμ­μεί­νῃς τοῖς αὐ­τοῖς, οἱ κα­τα­γε­λῶν­τές σου τὸ πρό­τε­ρον οὗτοί σε ὕ­στε­ρον θαυ­μά­σον­ται· ἐ­ὰν δὲ ἡτ­τη­θῇς αὐ­τῶν, δι­πλοῦν προσ­λή­ψῃ κα­τα­γέ­λω­τα».[2]
Καί ἡ ἀπόδοση εἶναι: Ἄν θέ­λεις νά γί­νεις φι­λό­σο­φος, ἑ­τοι­μά­σου νά ἀ­κού­σεις πολ­λές κο­ρο­ϊ­δί­ες καί νά πε­ρι­φρο­νη­θεῖς ἀ­πό πολ­λούς, πού θά ποῦν: «Ἀ­πό ποῦ μᾶς ξε­τρύ­πω­σε πά­λι αὐ­τός ὁ φι­λό­σο­φος;» καί «Ἀ­πό ποῦ μᾶς ἦλ­θε αὐ­τή ἡ ὑ­πε­ρη­φά­νεια;». Ἐ­σύ ὅ­μως μήν ἔχεις ὑ­πε­ρη­φά­νεια, πα­ρά μό­νο κρα­τή­σου μέ τήν πί­στη σ’  ἐκεῖ­νες τίς ἀρ­χές πού σοῦ φαί­νον­ται κα­λύ­τε­ρες, σάν νά εἶ­ναι αὐ­τή ἡ θέ­ση πού σέ ἔ­βα­λε ὁ Θε­ός. Συλ­λο­γί­σου δέ ὅ­τι ἄν μεί­νεις στα­θε­ρός στίς ἀρ­χές σου, ἐ­κεῖ­νοι πού σέ κο­ρό­ϊ­δευ­αν προ­τύ­τε­ρα θά σέ θαυ­μά­σουν ἀρ­γό­τε­ρα· ἄν ὅ­μως νι­κη­θεῖς ἀ­π’  αὐ­τούς , τό­τε θά σέ πε­ρι­γε­λά­σουν δι­πλᾶ.
Καί μιά διευκρίνιση: Ἡ ὀ­φρύς, τό φρύ­δι, σημαίνει τήν ὑ­πε­ρη­φά­νεια. Καί ὁ μέ­γας Βα­σί­λει­ος ἀποκαλοῦσε τόν πά­πα Ρώ­μης «ἐ­πηρ­μέ­νην ὀ­φρύν», ση­κω­μέ­νο φρύ­δι.[3] Ἦ­ταν ἔκ­φρα­ση τό­τε γιά τόν ὑ­πε­ρή­φα­νο ἄνθρωπο.
Φαν­τα­στεῖ­τε δέ ὅ­τι ὁ Ἐ­πί­κτη­τος ἦ­ταν εἰ­δω­λο­λά­τρης· δέν ἦ­ταν Χρι­στια­νός. Καί ἄν αὐ­τά συμ­βαί­νουν στόν φι­λό­σο­φο, πού πρέ­πει νά μεί­νει στα­θε­ρός ὅ,τι καί ἄν τοῦ ποῦν, πό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο θά συνέβαιναν σ’ ἕναν ὁ­μο­λο­γη­τή Χρι­στια­νό! Γι’ αὐ­τό, ὅ­ταν τό βρῆ­κα αὐ­τό τό ἀπόσπα­σμα, μοῦ ἔ­κα­νε ἐν­τύ­πω­ση· καί εἶ­πα: «Θά τό πῶ στά παι­διά, στούς φί­λους μας».
Λοι­πόν, νά συ­νε­χί­σου­με τό θέ­μα μας πάνω στόν ἔνατο μα­κα­ρι­σμό. Ἔχουμε τό ἑ­ξῆς ἐ­ρώ­τη­μα: Ποιόν χα­ρα­κτη­ρι­σμό μπο­ροῦ­με νά δώ­σου­με σ’ αὐτόν τόν δι­ωγ­μό τῶν εὐ­σε­βῶν, πού ἀ­να­φέ­ρει ἐ­δῶ ὁ ἔ­να­τος μα­κα­ρι­σμός;
Ὁ Κύ­ριος εἶ­πε: «Εἰ ὁ κό­σμος ὑ­μᾶς μι­σεῖ, γι­νώ­σκε­τε ὅ­τι ἐ­μὲ πρῶ­τον ὑ­μῶν με­μί­ση­κεν. εἰ ἐκ τοῦ κό­σμου ἦ­τε, ὁ κό­σμος ἂν τὸ ἴ­διον ἐ­φί­λει· ὅ­τι δὲ ἐκ τοῦ κό­σμου οὐκ ἐ­στέ, ἀλ­λ’ ἐ­γὼ ἐ­ξε­λε­ξά­μην ὑ­μᾶς ἐκ τοῦ κό­σμου, διὰ τοῦ­το μι­σεῖ ὑ­μᾶς ὁ κό­σμος»[4]. Δηλαδή: Ἄν ὁ κό­σμος σᾶς μι­σεῖ, τοῦ­το νά ξέ­ρε­τε, ὅ­τι πιό μπρο­στά μί­ση­σε ἐ­μέ­να. Προ­σέξ­τε, για­τί ἐ­δῶ θά δοῦ­με νά ὑ­πάρ­χει ἕνα θε­ο­λο­γι­κό βά­θος τοῦ φαι­νο­μέ­νου τοῦ δι­ωγ­μοῦ καί τῆς ἀ­πο­στρο­φῆς. Ἄν ὅμως ἤ­σα­σταν ἀ­πό τόν κό­σμο αὐ­τό, δη­λα­δή εἴ­χα­τε συ­νά­φεια μέ αὐ­τόν τόν κό­σμο, τό­τε ὁ κό­σμος θά σᾶς ἀ­γα­ποῦ­σε σάν δικούς του, θά ἀγα­ποῦσε αὐ­τό πού τοῦ ἀ­νή­κει· ἐ­πει­δή ὅμως δέν εἶστε ἀ­π’  αὐ­τόν τόν κό­σμο, δέν ἔ­χε­τε ποι­ο­τι­κή συ­νά­φεια μαζί του, δέν τοῦ μοιάζετε, ἀλ­λά ἐ­γώ σᾶς ξεχώρισα, σᾶς δι­ά­λε­ξα ἀ­π’  αὐ­τόν, γι’ αὐ­τόν τόν λό­γο σᾶς μι­σεῖ ὁ κό­σμος.
Ἔ­τσι ὁ πι­στός μέ­νει ξέ­νος ἀ­πό τόν κό­σμο· καί ὁ κό­σμος τόν μι­σεῖ καί τόν δι­ώ­κει, ἐ­πει­δή δέν τοῦ μοιά­ζει. Ὁ δι­ωγ­μός γιά τό ὄ­νο­μα τοῦ Χρι­στοῦ ἔ­χει ἕ­να θε­ο­λο­γι­κό βά­θος ἑρ­μη­νεί­ας, ἔ­χει βα­θύ­τε­ρο θε­ο­λο­γι­κό χα­ρα­κτή­ρα, ἀρ­νη­τι­κά ὅμως. Ἀπό τή θετική δέ πλευρά, κα­θι­στᾶ με­τό­χους τῶν πα­θη­μά­των τοῦ Χρι­στοῦ τούς ὁμο­λο­γη­τές. Αὐ­τό, ξέ­ρε­τε, μᾶς ἐν­δι­α­φέ­ρει πά­ρα πο­λύ, ἄν τό κα­τα­νο­ή­σου­με.
Ὅ­πως λέ­ει ὁ ἀ­πό­στο­λος Πέ­τρος στήν πρώ­τη του ἐ­πι­στο­λή, «κα­θὸ κοι­νω­νεῖ­τε τοῖς τοῦ Χρι­στοῦ πα­θή­μα­σι, χαί­ρε­τε»[5]. Νά ἔ­χε­τε χα­ρά, ἐπειδή συμμετέχετε στά πα­θή­μα­τα τοῦ Χρι­στοῦ.
Αὐτός πού δέχεται τόν δι­ωγ­μό συ­νε­χί­ζει τό πά­θος τοῦ Χρι­στοῦ ἐ­πάνω στόν σταυ­ρό. Ἄν ὁ Χρι­στός –τι­μη­μέ­να γιά τούς πι­στούς, ἀλλά ἄ­τι­μα γιά τούς ἀ­πί­στους– βρέ­θη­κε ἐ­πάνω στόν σταυ­ρό, τότε ὁ πιστός συ­νε­χίζει τό σταυρικό πά­θος Του. Κάθε πι­στός συ­νε­χί­ζει τό πάθος τοῦ Χρι­στοῦ στόν ἑ­αυ­τό του!
Ἀ­κοῦ­στε πῶς τό λέ­ει αὐ­τό ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, σ’ ἕ­να πο­λυ­τι­μό­τα­το χω­ρί­ο, πού δεί­χνει, ἄς μοῦ ἐ­πι­τρα­πεῖ νά τό πῶ ἔ­τσι, τόν μυ­στι­κι­σμό τοῦ Χρι­στια­νοῦ. Μυ­στι­κι­σμός θά πεῖ τό νά μπο­ρεῖ νά μπεῖ κανείς μέ­σα στό πνεῦ­μα τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ, δη­λα­δή νά μυηθεῖ, νά κα­τα­νο­ή­σει τό βα­θύ­τε­ρο νό­η­μα. Αὐ­τό λέ­γε­ται μυ­στι­κι­σμός. Ἀ­κοῦ­στε λοιπόν τί γρά­φει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος: «Ἀν­τα­να­πλη­ρῶ τὰ ὑ­στε­ρή­μα­τα τῶν θλί­ψε­ων τοῦ Χρι­στοῦ ἐν τῇ σαρ­κί μου ὑ­πὲρ τοῦ σώ­μα­τος αὐ­τοῦ, ὅ ἐ­στιν ἡ ἐκ­κλη­σί­α»[6]. Δηλαδή: Ἀναπληρώνω τά ὑστε­ρήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ στό δικό μου σῶμα, γιά χάρη τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ Ἐκ­κλη­σία.
Ἀν­τα­να­πλη­ρῶ θά πεῖ ἀ­να­πλη­ρώ­νω κά­ποι­ον στή θέ­ση του πού λεί­πει. Συ­νε­πῶς ὁ Χρι­στός σταυ­ρώ­θη­κε μί­α φο­ρά, τε­λεί­ω­σε, ἀ­να­στή­θηκε, ἔ­φυ­γε. Τώ­ρα ἐ­μεῖς συ­νε­χί­ζουμε τή σταύ­ρω­ση τοῦ Χρι­στοῦ, για­τί ὁ Χρι­στός δια­ρκῶς σταυ­ρώ­νε­ται μέ­σα στήν Ἱ­στο­ρί­α, ὁ κό­σμος δια­ρκῶς σταυ­ρώ­νει τόν Χρι­στό μέ­σα στήν Ἱ­στο­ρί­α. Προ­σέξ­τε αὐ­τό τό μυ­στι­κι­στι­κό ση­μεῖ­ο. Ἔ­τσι, τώ­ρα πού ὁ Χρι­στός ἀ­να­στή­θηκε, τή θέ­ση Του ἐ­πάνω στόν σταυ­ρό τήν παίρ­νει ὁ Χριστιανός.
Τά «ὑ­στε­ρή­μα­τα τῶν πα­θη­μά­των τοῦ Χρι­στοῦ» εἶναι ἐ­κεῖ­να πού δέν πρό­λα­βε ὁ Χρι­στός νά πά­θει ἐπάνω στόν σταυ­ρό. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὅμως μιλά­ει γιά ὑ­στε­ρή­μα­τα «ἐν τῇ σαρ­κί του»· δέν λέ­ει «ἐν τῇ ψυ­χῇ του». Ἀ­να­φέ­ρε­ται στήν ἀν­θρώ­πι­νη σάρ­κα, αὐ­τήν πού βλέ­πουν οἱ δι­ῶ­κτες, οἱ ἐ­χθροί, καί κα­τα­δι­ώ­κουν τόν πι­στό. Καί ἡ ἀναπλήρωση αὐτή γίνεται «ὑ­πὲρ τοῦ σώ­μα­τος αὐ­τοῦ», γιά λο­γα­ρια­σμό τοῦ σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ. Τό «σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ» εἶ­ναι βέβαια ἡ Ἐκ­κλη­σί­α.
Σκε­φθεῖ­τε ὅτι τά πα­θή­μα­τα τοῦ Παύ­λου γιά τήν Ἐκ­κλη­σί­α ἦ­ταν ὑ­πέρ τοῦ Σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ· γι’ αὐ­τό ἀ­κρι­βῶς παίρνει καί αὐ­τή τή θέ­ση. Εἶ­ναι ἰδιαί­τερα ση­μαν­τι­κό αὐ­τό. Ἕ­να μό­νο ἀξίζει: νά μπο­ρεῖ ὁ πι­στός νά συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει τό για­τί πά­σχει.
Πρόσεξε: Δέν ἐνδι­α­φέρει ἄν εἶ­σαι μα­θη­τής Δη­μο­τι­κοῦ, Γυ­μνα­σί­ου, Λυ­κεί­ου, φοι­τη­τής, στρα­τι­ώ­της, ὅ,τι καί νά εἶ­σαι. Σέ κο­ρο­ϊ­δεύ­ουν οἱ ἄλ­λοι μό­νο καί μό­νο για­τί εἶσαι πι­στός; Μπο­ρεῖς νά συ­νει­δη­το­ποι­ή­σεις τήν ἀρ­νη­τι­κή θέση τοῦ διωγμοῦ –για­τί δέν μοιά­ζεις μέ τόν κό­σμο· ἄν ἔ­μοι­α­ζες μ’ αὐτόν, δέν θά σέ κο­ρό­ϊ­δευ­αν καί δέν θά σέ δί­ω­καν ἀλλά καί τή θε­τι­κή θέ­ση του, ὅτι δηλαδή ­σταυ­ρώνε­ται μαζί μέ τόν Χρι­στό καί ὅ­τι συ­νε­χί­ζεις τή σταύ­ρω­σή Του στόν πα­ρόν­τα κό­σμο; Ἄν τό συ­νει­δη­το­ποι­ή­σεις αὐτό, τότε ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως εἶ­σαι μα­κά­ριος!
Καί προ­σθέ­τει ὁ ἀπόστολος Παῦ­λος: «νῦν χαί­ρω ἐν τοῖς πα­θή­μα­σί μου ὑ­πὲρ ὑ­μῶν»[7]. Καί τώ­ρα ἔ­χω χα­ρά γιά τά πα­θή­μα­τά μου γιά σᾶς, γιά τήν Ἐκ­κλη­σί­α τῶν Κο­λασ­σα­αί­ων.
Στά πα­θή­μα­τα τοῦ Χρι­στοῦ γί­νε­ται μί­α ταύ­τι­ση μέ τά πα­θή­μα­τα τοῦ πι­στοῦ. Ἔχουμε ταύ­τι­ση πα­θη­μά­των Χρι­στοῦ καί πα­θη­μά­των πι­στοῦ, γιά νά γί­νει ταύ­τι­ση καί στήν ἀ­νά­στα­ση τοῦ πι­στοῦ μέ τήν Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Χρι­στοῦ. Αὐ­τό ὅ­λο ἀ­πο­τε­λεῖ τόν χρι­στι­α­νι­κό μυ­στι­κι­σμό.
Γι’ αὐ­τό ἀ­κρι­βῶς τά πα­θή­μα­τα ὑπέρ τοῦ Χρι­στοῦ θε­ω­ροῦν­ται ἀ­πό τόν ἀπόστολο Παῦ­λο θεῖ­ο δῶ­ρο. Ναί, ναί, εἶ­ναι θεῖ­ο δῶ­ρο! Ἀ­κοῦ­στε πῶς τό γράφει αὐ­τό ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦλος στούς Φι­λιπ­πη­σί­ους: «Ὑ­μῖν ἐ­χα­ρί­σθη τὸ ὑ­πὲρ Χρι­στοῦ, οὐ μό­νον τὸ εἰς αὐ­τὸν πι­στεύ­ειν, ἀλ­λὰ καὶ τὸ ὑ­πὲρ αὐ­τοῦ πά­σχειν»[8]. Σέ σᾶς δό­θηκε ὡς χάρη, ὄ­χι μό­νο τό νά πι­στεύ­ε­τε στόν Ἰησοῦ Χριστό, ἀλ­λά καί νά πά­σχε­τε ὑ­πέρ Αὐτοῦ. Εἴ­δα­τε τί λέει; «ἐ­χα­ρί­σθη», σᾶς δό­θη­κε ὡς δῶ­ρο! Δέν χα­ρί­στη­κε στούς ἐ­κλε­κτούς μό­νο τό δῶ­ρο τῆς πί­στε­ως –ναί, γιατί καί ἡ πίστη εἶ­ναι δῶ­ρο· κά­που ἀλλοῦ θά πεῖ «οὐ πάν­των ἡ πί­στις»[9], δέν εἶ­ναι γιά ὅ­λους ἡ πί­στη, για­τί ὑ­πάρ­χουν καί ἄν­θρω­ποι ἄπιστοι– ἀλλά τούς χαρίστηκε καί τό δῶ­ρο τῶν πα­θη­μά­των. Μεγάλο δῶ­ρο!...
Ἄν κά­ποι­ος, ἀγαπητοί μου φί­λοι, κα­τα­νο­ή­σει καί κι­νη­θεῖ μέ­σα σ’ αὐ­τόν τόν χῶ­ρο, θά μπο­ρού­σα­με νά ποῦ­με ὅ­τι μπαί­νει στά ἐν­δό­τε­ρα τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ. Ναί. Ἀ­πό ἐ­κεῖ καί με­τά θά προέλθουν ὅ­λα τά ἄλ­λα πού θά ἔχει νά κά­νει στή ζω­ή του.
Καί ἡ ἀ­μοι­βή αὐτῶν πού ὁ­μο­λο­γοῦν τόν Χρι­στό ποι­ά εἶ­ναι;
Ὁ Κύ­ριος τήν εἶ­πε: «Χαί­ρε­τε καὶ ἀ­γαλ­λιά­σθε». Εἶ­ναι ἡ χα­ρά· ἡ χα­ρά καί ἐ­δῶ στόν πα­ρόν­τα κό­σμο, ἀλ­λά καί ἐ­κεῖ στόν Οὐ­ρα­νό.
Ξέρετε, εἶ­ναι πε­ρί­ερ­γο! Τό νά πά­σχεις καί νά χαί­ρε­σαι εἶ­ναι πο­λύ πε­ρί­ερ­γο. Γι’ αὐ­τό, ἄν ρω­τή­σε­τε «ὑ­πάρ­χει χα­ρά;», ἡ ἀπάντηση εἶναι «βε­βαί­ως ὑ­πάρ­χει χα­ρά». Ἡ χα­ρά εἶ­ναι μί­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα· μό­νο πού ἡ χα­ρά δέν εἶ­ναι ἕ­να ἀν­τι­κεί­με­νο πού μπο­ροῦ­με νά τό κα­τα­κτή­σου­με, ὅ­πως εἶ­ναι τά χρή­μα­τα, ἡ δό­ξα, ὁ πλοῦ­τος, τό ἀ­ξί­ω­μα. Ἡ χα­ρά εἶ­ναι καρ­πός· εἶ­ναι καρ­πός τῆς ἑ­νώ­σε­ως τοῦ πι­στοῦ μέ τόν Χρι­στό, κι ἀ­κό­μη εἶ­ναι καρ­πός τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Ἀ­να­φέ­ρον­τας ἐν­νέ­α καρ­πούς ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος, με­τα­ξύ αὐ­τῶν ­μι­λάει καί γιά τή χα­ρά.[10] Ἔ­ξω ἀ­πό αὐ­τή τήν ἕ­νω­ση Χρι­στοῦ καί πι­στοῦ δέν ὑ­πάρ­χει χα­ρά. Δέν ὑ­πάρ­χει. Ὅ­λη ἡ χα­ρά πού ἀπολαμβάνουμε στή ζω­ή μας εἶ­ναι μί­α ἐπι­φα­νειακή μορφή τῆς χα­ρᾶς, δέν εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κή χα­ρά.
(συνεχίζεται)


Απόσπασμα από το βιβλίο ‘’MAKAΡΙΣΜΟΙ’’ .
Της Ιεράς Μόνης Κομνηνείου, Κοιμήσεως θεοτόκου και Αγίου Δημητρίου.
Το βιβλίο περιέχει  απομαγνητοφωνημένες ομιλίες του μακαριστού Γέροντα Π. Αθανασίου Μυτιληναίου.
Η ανάρτηση γίνεται με την ευλογία της Ιεράς Μονής.
                                                                                                            



[1]. Ματθ. 5, 11-12.
[2]. Ἐπίκτητος, Epicteti dissertationes ab Arriano digestae, Ἐγχειρίδιον, 22,1, 1-9, ἔκδ. Teun­ber, Le­ip­zig 1916.
[3]. Βλ. Μ. Βασίλειος, Ἐπιστολαί, τόμ. 3, Εὐσεβίῳ ἐπισκόπῳ Σα­μο­σά­των, 239, 2, 14-15, ἔκδ. Les Belles Lettres, Paris 1957. «Ἐ­ὰν δὲ ἐ­πι­μεί­νῃ ἡ ὀρ­γὴ τοῦ Θε­οῦ, ποί­α βο­ή­θει­α ἡ­μῖν τῆς Δυ­τι­κῆς ὀ­φρύ­ος;»
[4]. Ἰ­ω­άν. 15, 18-19.
[5]. Α΄ Πέ­τρ. 4, 13.
[6]. Κολ. 1, 24.
[7]. Κολ. 1, 24.
[8]. Φι­λιπ. 1, 29.
[9]. Β΄ Θεσ. 3, 2.
[10]. Βλ. Γαλ. 5, 22.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε το σχόλιό σας