
MINDFULNESS ΚΑΙ ΕΝΣΥΝΑΙΣΘΗΣΗ – ΔΥΟ ΛΕΞΕΙΣ, ΜΙΑ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ
Ἡ λέξη «ἐνσυναίσθηση» ἀκούγεται σήμερα παντοῦ. Στήν ἐκπαίδευση, στήν ψυχολογία, στή δημόσια συζήτηση, ἀκόμη καί στόν ἐκκλησιαστικό λόγο. Παρουσιάζεται ὡς ἡ ὕψιστη ἀνθρώπινη ἀρετή, ὡς προϋπόθεση εἰρηνικῆς συνύπαρξης καί ὡς θεραπευτικό κλειδί γιά τίς ἀνθρώπινες σχέσεις. Πολλοί τήν ταυτίζουν ἀβασάνιστα μέ τή χριστιανική ἀγάπη — καί ἡ Ἐκκλησία, πού κατέχει τόν
πληρέστερο λόγο γιά τόν ἄνθρωπο καί τίς σχέσεις του, ἔχει τόσο τή δυνατότητα ὅσο καί τήν εὐθύνη νά διακρίνει μέ σαφήνεια.
Ἡ ταύτιση αὐτή δέν εἶναι ἁπλῶς ἀνακριβής. Πίσω ἀπό αὐτή τή φαινομενικά ἀθώα ἔννοια κρύβεται μιά βαθύτερη πολιτισμική καί πνευματική μετατόπιση· καί εἶναι ἀκριβῶς ἡ πλούσια ἀνθρωπολογική παράδοση τῆς Ἐκκλησίας ἐκείνη πού μπορεῖ νά τήν ἀναγνωρίσει καί νά ἀπαντήσει μέ ἐπάρκεια.
Ἡ ἱστορία
Ὁ ὅρος «ἐνσυναίσθηση» ἐμφανίζεται στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα καί καθιερώνεται μέσα ἀπό τή θεραπευτική προσέγγιση τοῦ ψυχολόγου Carl Rogers. Κατά τή θεωρία του, ἡ θεραπεία ἐπιτυγχάνεται ὅταν ὁ θεραπευτής βιώνει βαθιά συναισθηματική κατανόηση τοῦ ἄλλου, χωρίς κρίση καί χωρίς ἀναφορά σέ ἠθικές κατηγορίες. Αὐτό σημαίνει στήν πράξη ὅτι τό κέντρο τῆς ἀνθρώπινης θεραπείας μετακινήθηκε ἀπό τήν ἀλήθεια καί τήν ἠθική μεταμόρφωση πρός τήν ἐσωτερική ἐμπειρία καί τό συναίσθημα. Ἡ κατανόηση τοῦ ἀνθρώπου ἄρχισε νά ὁρίζεται ἀποκλειστικά ψυχολογικά — καί ἡ ἠθική κρίση ἀντιμετωπίστηκε ὡς ἐμπόδιο στή θεραπεία.
Τήν ἴδια ἐποχή ἡ Δύση γνώρισε μαζική εἰσαγωγή ἀνατολικῶν πνευματικῶν πρακτικῶν. Ἀπό τή δεκαετία τοῦ 1970 ἀναπτύχθηκε τό ρεῦμα τῆς Νέας Ἐποχῆς, τό ὁποῖο πρόβαλε τήν ἰδέα μιᾶς παγκόσμιας πνευματικῆς ἀφύπνισης ἀνεξάρτητης ἀπό κάθε ἀποκεκαλυμμένη θρησκεία. Ἔννοιες ὅπως «διεύρυνση συνείδησης», «ἐνεργειακή ἁρμονία» καί «ἐσωτερική ἐπίγνωση» ἔγιναν κεντρικές. Θεωρητικοί ὅπως ὁ Ken Wilber ὑποστήριξαν ὅτι ἡ ἀνθρωπότητα βαδίζει πρός ἀνώτερα ἐπίπεδα συνείδησης, ὅπου ἡ ἐμπειρία ἀναλαμβάνει τόν ρόλο πού παλαιότερα εἶχε ἡ θρησκεία. Μέσα σ᾿ αὐτό τό πλαίσιο ἡ ἐνσυναίσθηση ἀπέκτησε νέο ρόλο καθώς παρουσιάστηκε ὄχι ὡς ἠθική ἀρετή, ἀλλά ὡς «πνευματική ἱκανότητα» καί ἔνδειξη «ἀνώτερης συνειδητότητας».
Mindfulness καί ἐνσυναίσθηση: ἡ ἴδια ρίζα
Ἀργότερα, ἡ διάδοση τοῦ mindfulness (ἐνσυνειδητότητα)ἐπιτάχυνε αὐτή τή μετατόπιση. Ὁ Jon Kabat-Zinn εἰσήγαγε τόν βουδιστικό διαλογισμό σέ ἰατρικά καί πανεπιστημιακά περιβάλλοντα, ἀφαιρώντας τό θρησκευτικό του πλαίσιο καί παρουσιάζοντάς τον ὡς οὐδέτερη τεχνική ψυχικῆς ὑγείας. Ἡ βασική ἰδέα παρέμεινε ὅμως ἀναλλοίωτη – ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νά στραφεῖ διαρκῶς πρός τό ἐσωτερικό του βίωμα καί νά ἀναζητᾶ ἰσορροπία μέσα ἀπό τήν ἐπίγνωση τῆς ἐμπειρίας. Τό θρησκευτικό περιεχόμενο ἐξαφανίστηκε· ἡ θρησκευτική δομή σκέψης παρέμεινε.
Ἐνσυναίσθηση καί mindfulness συναντῶνται ἀκριβῶς ἐδῶ – καί τά δύο στηρίζονται στήν ἴδια ἀνθρωπολογική παραδοχή, ὅτι δηλαδή ἡ λύση τῶν ἀνθρωπίνων προβλημάτων βρίσκεται στήν ἐμβάθυνση στό συναίσθημα καί στήν ἐσωτερική ἐμπειρία. Ἀνήκουν στό ἴδιο πολιτισμικό ρεῦμα καί ὑπηρετοῦν τήν ἴδια κοσμοθεωρία: τόν ἄνθρωπο ὡς αὐτάρκη πνευματική ὀντότητα πού δέν χρειάζεται Θεό, παρά μόνο βαθύτερη ἐπαφή μέ τόν ἑαυτό του.
Τί ἀκριβῶς ἰσχυρίζεται ὁ ὅρος — καί γιατί δέν ἀρκεῖ
Ἡ ἐνσυναίσθηση ὁρίζεται ὡς ἡ ἱκανότητα νά αἰσθανθῶ ὅ,τι αἰσθάνεται ὁ ἄλλος, νά εἰσέλθω στόν ἐσωτερικό του κόσμο καί νά τόν κατανοήσω ἀπό μέσα. Ἀκούγεται βαθύ. Ὅταν ὅμως ἐξεταστεῖ ἀπολογητικά, ἀναδεικνύει σοβαρές ἀντιφάσεις.
Πρῶτον, ἡ ἐνσυναίσθηση δέν διαθέτει κριτήριο ἀλήθειας. Μπορῶ νά «αἰσθανθῶ» τόν πόνο κάποιου πού ἀδικεῖ, νά τόν κατανοήσω συναισθηματικά, καί νά ἀφήσω τήν ἀδικία ἀναπάντητη. Ἡ συναισθηματική ταύτιση δέν ὁδηγεῖ αὐτομάτως στήν ἠθική κρίση, πολύ περισσότερο στή διόρθωση. Ἡ εὐαγγελική ἀγάπη ὅμως ἔχει κριτήριο: τήν ἀλήθεια. «Ἡ ἀγάπη χαίρει ἐν τῇ ἀληθείᾳ» κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο.
Δεύτερον, ἡ ἐνσυναίσθηση ἀντιμετωπίζει τόν ἄνθρωπο ὡς κλειστό ψυχολογικό σύστημα. Ἡ κατανόηση τοῦ ἄλλου ἐξαντλεῖται στήν εἴσοδο στόν συναισθηματικό του κόσμο. Δέν ὑπάρχει ἀναφορά στό πρόσωπο ὡς εἰκόνα Θεοῦ, στήν αἰωνιότητα, στή μετάνοια, στή σωτηρία. Ὅταν ἀπουσιάζει αὐτή ἡ ἀναφορά, ἡ φροντίδα γιά τόν ἄλλον γίνεται διαχείριση καί ὄχι ἀγάπη.
Τρίτον, ἡ ἐνσυναίσθηση ὡς σύστημα στηρίζεται στή συναισθηματική ἐπάρκεια τοῦ ἀνθρώπου. Ὅσο πιό «ἀνεπτυγμένος» εἶσαι συναισθηματικά, τόσο πιό ἱκανός νά ἀγαπᾶς. Αὐτό εἶναι ἀνθρωποκεντρισμός μέ πνευματική ἐπίφαση. Ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση γνωρίζει ὅτι ἡ ἀληθινή ἀγάπη δέν καλλιεργεῖται — χαρίζεται. Εἶναι καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὄχι ἀποτέλεσμα ψυχολογικῆς ἄσκησης.
Ἐπομένως, ἡ ἐνσυναίσθηση δέν εἶναι ἀπλῶς ψυχολογικός ὅρος. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ἡ ἐνσυναίσθηση προβάλλεται παράλληλα μέ τό mindfulness. Καί οἱ δύο ἔννοιες γεννιοῦνται ἀπό τήν ἴδια πνευματική στροφή πρός τήν ἐσωτερική ἐμπειρία, ὅπου ἡ σωτηρία ἀναζητεῖται μέσα στόν ἄνθρωπο καί ὄχι στή σχέση του μέ τόν Θεό.
Ἡ ψυχολογικοποίηση τῆς πίστης
Ὅταν ἡ γλώσσα τῆς ψυχολογίας μπαίνει σιγά σιγά στόν ἐκκλησιαστικό λόγο, κάτι σημαντικό ἀρχίζει νά χάνεται. Λέξεις ὅπως μετάνοια, ταπείνωση καί πνευματικός ἀγώνας — λέξεις πού ἡ Ἐκκλησία χρησιμοποιεῖ αἰῶνες — ἀρχίζουν νά ἀντικαθίστανται ἀπό φράσεις ὅπως «νά ἀποδέχεσαι τόν ἑαυτό σου» καί «νά νιώθεις καλά μέ αὐτό πού εἶσαι». Ἡ ἁμαρτία παύει νά εἶναι ἀπόσταση ἀπό τόν Θεό καί γίνεται ἁπλῶς ἕνα «ψυχολογικό πρόβλημα» — κάτι πού φτιάχνεται ὄχι μέ μετάνοια, ἀλλά μέ τεχνικές ἠρεμίας καί συναισθηματικῆς ἰσορροπίας.
Ἡ Ἐκκλησία βλέπει τόν ἄνθρωπο διαφορετικά ἀπό τήν ψυχολογία. Δέν τόν ὁρίζει ἀπό τά συναισθήματά του ἤ τήν ψυχολογική του κατάσταση. Τόν ὁρίζει ἀπό τή σχέση του μέ τόν Θεό. Τό βαθύτερο πρόβλημα τοῦ ἀνθρώπου δέν εἶναι ὅτι δέν νιώθει καλά. Εἶναι ὅτι ἔχει ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τόν Θεό, πού εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς. Καί αὐτή ἡ ἀπόσταση δέν κλείνει μέ τεχνικές ἤ ἀσκήσεις. Κλείνει μέ μετάνοια καί μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ.
Ἡ Ἐκκλησία ἀναγνωρίζει ὅτι τό νά ἀκοῦς τόν ἄλλον, τό νά τόν καταλαβαίνεις, εἶναι κάτι ἀληθινό καί πολύτιμο. Εἶναι δῶρο. Γίνεται ὅμως παγίδα ὅταν τό παρουσιάζουμε σάν νά εἶναι αὐτό ἡ ἀνώτατη μορφή ἀγάπης ἤ πνευματικότητας. Ἡ ἀγάπη δέν εἶναι ἕνα βαθύ συναίσθημα. Εἶναι θυσία. Εἶναι νά βγεῖς ἀπό τόν ἑαυτό σου καί νά δοθεῖς στόν ἄλλον — μέσα στόν Χριστό.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος μένει μόνος μέ τά συναισθήματά του, μένει τελικά μόνος μέ τό βάρος του. Ὅταν ὅμως ἡ ἀγάπη του πηγάζει ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ, γίνεται πηγή ζωῆς — γι᾿ αὐτόν καί γιά τούς γύρω του. Αὐτή τή διαφορά ἡ Ἐκκλησία ἔχει χρέος νά τήν λέει μέ παρρησία.
Ὁ ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης ἔγραφε ὅτι ἀγαπᾶς πραγματικά τόν ἄνθρωπο ὅταν τόν βλέπεις μέ τά μάτια τοῦ Θεοῦ. Αὐτό δέν εἶναι συναισθηματική ταύτιση. Εἶναι θεοπτία πού γίνεται ἀγάπη. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής τονίζει ὅτι ἡ ἀγάπη συνδέεται μέ τόν φωτισμένο νοῦ καί τήν ἀλήθεια — ὄχι μέ συναισθηματική συγχώνευση τῶν προσώπων. Ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος περιγράφει τήν ἐλεήμονα καρδιά ὡς καρδιά πού πονᾶ γιά ὅλη τήν κτίση καί ταυτόχρονα παραμένει εἰρηνική, ἐπειδή ἀντλεῖ δύναμη ἀπό τόν Θεό.
Ἡ Ἐκκλησία δέν προτείνει μιά καλύτερη τεχνική ἐπικοινωνίας. Προτείνει μεταμόρφωση. Τό Εὐαγγέλιο δέν ζητᾶ νά αἰσθανθοῦμε περισσότερο. Ζητᾶ νά ἀγαπήσουμε ἀληθινά — μέ τήν ἀγάπη πού «οὐδέποτε ἐκπίπτει», κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο.
Στή σύγχρονη γλώσσα ἡ λέξη «ἀγάπη» ἀρχίζει νά σιωπᾶ, καί στή θέση της ἐμφανίζεται ἡ «ἐνσυναίσθηση». Ἡ μετατόπιση εἶναι βασικά θεολογική. Ἀπό τήν ἀγάπη πού πηγάζει ἀπό τόν Θεό περνοῦμε στήν κατανόηση πού γεννιέται ἀπό τό συναίσθημα. Ἐκεῖ ἀκριβῶς βρίσκεται τό κρίσιμο ἐρώτημα τῆς ἐποχῆς: θά θεραπευθεῖ ὁ ἄνθρωπος μαθαίνοντας νά νιώθει περισσότερο ἤ μαθαίνοντας νά ἀγαπᾶ μέσα στόν Χριστό;
ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:
Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα του Ι.Ν. Αγίων Ταξιαρχών Ιστιαίας. Ευχαριστούμε για την αναδημοσίευση!
πηγή: entaksis.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Γράψτε το σχόλιό σας