Ὁμιλία 7η
Ψαλμός 100ος
Αγαπητοί μου, μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἔχουμε μπροστά μας τόν 100ό Ψαλμό. Διαβάζω:
1 «Ἔλεος καὶ κρίσιν ᾄσομαί σοι, Κύριε·
2 ψαλῶ καὶ συνήσω ἐν ὁδῷ ἀμώμῳ· πότε ἥξεις πρός με; διεπορευόμην ἐν ἀκακίᾳ καρδίας μου ἐν μέσῳ τοῦ οἴκου μου.
3 οὐ προεθέμην πρὸ ὀφθαλμῶν μου πρᾶγμα παράνομον, ποιοῦντας παραβάσεις ἐμίσησα·
4 οὐκ ἐκολλήθη μοι καρδία σκαμβή. ἐκκλίνοντος ἀπ’ ἐμοῦ τοῦ πονηροῦ οὐκ ἐγίνωσκον.
5 τὸν καταλαλοῦντα λάθρᾳ τὸν πλησίον αὐτοῦ, τοῦτον ἐξεδίωκον· ὑπερηφάνῳ ὀφθαλμῷ καὶ ἀπλήστῳ καρδίᾳ, τούτῳ οὐ συνήσθιον.
6 οἱ ὀφθαλμοί μου ἐπὶ τοὺς πιστοὺς τῆς γῆς τοῦ συγκαθῆσθαι αὐτοὺς μετ’ ἐμοῦ · πορευόμενος ἐν ὁδῷ ἀμώμῳ, οὗτός μοι ἐλειτούργει.
7 οὐ κατῲκει ἐν μέσῳ τῆς οἰκίας μου ποιῶν ὑπερηφανίαν, λαλῶν ἄδικα οὐ κατεύθυνεν ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν μου.
8 εἰς τὰς πρωΐας ἀπέκτεινον πάντας τοὺς ἁμαρτωλοὺς τῆς γῆς τοῦ ἐξολοθρεῦσαι ἐκ πόλεως Κυρίου πάντας τοὺς ἐργαζομένους τὴν ἀνομίαν.»
Αὐτός ὁ Ψαλμός ἔχει τήν ἐπιγραφή: «Ψαλμὸς τῷ Δαβίδ» · γι’ αὐτό δέν μποροῦμε νά ἀμφισβητήσουμε τήν πατρότητα τοῦ Ψαλμοῦ, πώς εἶναι δηλαδή τοῦ Δαβίδ.
Ἒχει ὅλα ἐκεῖνα τά χαρακτηριστικά τῆς δαβιδικῆς ποιήσεως, τό πυκνό ὕφος καί λοιπά. Εἶναι μικρός Ψαλμός καί εἶναι ἄγνωστο τό πότε ἔγινε ἡ σύνθεσή του. Πιθανόν νά ἔγινε λίγο μετά, ἤ ἀμέσως μετά, τήν ἀνάληψη τῆς βασιλείας καί τήν ἀναγνώριση τοῦ Δαβίδ ἀπό ὅλες σχεδόν τίς φυλές τοῦ Ἰσραήλ, ἐκτός δηλαδή ἀπό τίς δύο φυλές, τοῦ Βενιαμίν καί τοῦ Ἰούδα, ἀπό τήν ὁποία μάλιστα καί καταγόταν. Οἱ φυλές τοῦ Ἰσραήλ ἦταν ὅπως ἀκριβῶς εἶναι οἱ Ἡνωμένες Πολιτεῖες, πού κάθε πολιτεία ἔχει ἕνα καταστατικό, ἄς ποῦμε, καί πρέπει νά δημιουργήσει προϋποθέσεις ἐγκρίσεως καί λοιπά. Κάπως ἔτσι ἦταν οἱ φυλές σχετικά μέ τήν ἀνάδειξη ἑνός βασιλέως. Τελικά ὅμως ἀναγνωρίσθηκε ὁ Δαβίδ ἀπ’ ὅλες τίς φυλές, καί ἔγινε ὁ βασιλιάς καί τῶν δώδεκα φυλῶν τοῦ Ἰσραήλ. Ἀμέσως μετά ἔκανε τό πρόγραμμα πού μέ βάση αὐτό θά ἀσκοῦσε τή βασιλεία του.
Ὁ Ψαλμός αὐτός, μ’ ἕναν ἀνάγλυφο τρόπο, μᾶς δίνει αὐτό τό πρόγραμμα τοῦ βασιλέως. Ἄν αὐτόν τόν Ψαλμό ὅλοι ὅσοι κυβερνοῦν ἕναν λαό τόν εἶχαν ὡς πρόγραμμα διακυβερνήσεως τῆς χώρας τους, πραγματικά ἡ γῆ μας θά ἦταν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Πραγματικά! Καί εἰλικρινά αὐτόν τόν Ψαλμό ὁ Δαβίδ τόν ἔβαλε σέ ἐφαρμογή, γιατί βγαίνει ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς του. Δέν ἦταν ἁπλά ὅπως εἶναι οἱ προεκλογικοί λόγοι, πού ἄλλα λένε πρίν καί ἄλλα κάνουν μετά. Ὁ Δαβίδ ἐκεῖνα πού προγραμμάτισε, ἐκεῖνα καί πραγματοποίησε, δεδομένου ὅτι δέν ἔκανε προεκλογικό λόγο, ἀλλά οὔτε καί κάποιον ἄλλο λόγο μετά τήν ἀνάληψη τῆς βασιλείας, ἀλλά ἔκανε προσευχή. Καί στήν προσευχή μας στόν Θεό δέν μποροῦμε νά κοροϊδέψουμε, δέν μποροῦμε νά ποῦμε πράγματα διαφορετικά ἀπό ἐκεῖνα πού ἔχουμε στά βάθη τῆς ψυχῆς μας γιά νά πραγματοποιήσουμε.
Ἐπί πλέον ὅμως ὁ Ψαλμός αὐτός θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι εἶναι θαυμάσιος Ψαλμός γιά τόν κάθε πιστό, εἴτε πρόκειται νά ἀναλάβει τή διακυβέρνηση ἄλλων ἀνθρώπων –πολύ ὑπεύθυνη ἐργασία– εἴτε πρόκειται νά κυβερνήσει τό ἴδιο του τό σπίτι. Σ’ αὐτόν τόν Ψαλμό ὁ Δαβίδ δέν ἀναφέρεται μόνο στή διακυβέρνηση τοῦ λαοῦ ὡς βασιλιάς, ἀλλά καί στή διακυβέρνηση τοῦ βασιλικοῦ του οἴκου, ὡς οἰκογενειάρχης πιά. Ὅπως σᾶς εἶπα λοιπόν, εἶναι ἕνα πρόγραμμα διακυβερνήσεως, εἴτε λαοῦ εἴτε σπιτιοῦ.
Ὁ μέγας Ἀθανάσιος λέει ἐπιγραμματικά γιά τόν Ψαλμό αὐτό ὅτι εἶναι γιά τόν κάθε πιστό· «ἐν τούτῳ τῷ ψαλμῷ τὸν τέλειον ἡμῖν διαγράφει , τὸν κατὰ Θεὸν πολιτευόμενον». Δηλαδή αὐτός ὁ Ψαλμός μᾶς περιγράφει τό πῶς μπορεῖ κανείς νά ζεῖ κατά τέλειο τρόπο ἀπέναντι στόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους.
Καί ἐρχόμαστε τώρα νά ἀναλύσουμε αὐτόν τόν Ψαλμό. Πρίν ὅμως ἀρχίσουμε, νά σᾶς πῶ ἀκόμη δύο λόγια. Ἐκεῖνο πού σᾶς εἶπα, ὅτι ὁ Ψαλμός ταιριάζει καί γιά τή διακυβέρνηση ἑνός λαοῦ καί γιά τή διακυβέρνηση τοῦ σπιτιοῦ μας, εἶναι αὐτό πού λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, συνδέοντας καί τά δυό αὐτά. Ἀναφέρεται στόν μέλλοντα ἱερέα καί λέει: «Ἄν ὁ μέλλων ἱερέας –τά γράφει στόν Τιμόθεο– δέν γνωρίζει νά κυβερνήσει τό σπίτι του, πῶς θά φροντίσει τήν ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ;». Γιατί ἡ Ἐκκλησία εἶναι μιά μεγαλύτερη οἰκογένεια. Ἔτσι θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι δίνουμε δεῖγμα στό μικρό· δηλαδή ὁ πιστός στό λίγο, εἶναι πιστός καί στό πολύ, καί ὁ ἄπιστος στό λίγο, εἶναι ἄπιστος καί στό πολύ. Βλέπετε πῶς συνδέονται τά πράγματα;
Πολλές φορές ζητᾶμε νά κυβερνήσει κάποιος πολλούς ἀνθρώπους ἤ μιά χώρα, ἐνῶ ἔχει ἕνα σπίτι διαλυμμένο, ἤ νά ἀναδείξουμε ἕναν ἱερέα, τοῦ ὁποίου τό σπίτι δέν εἶναι καθόλου ὑποδειγματικό. Εἶναι δύο πράγματα, πού συνδέονται ἄμεσα. Κι ἄν τό θέλετε, αὐτός πού ἔμαθε νά κυβερνάει πρῶτα τόν ἑαυτό του καί ὕστερα τό σπίτι του, ἐκεῖνος μόνο θά μπορέσει νά φανεῖ σωστός κυβερνήτης, καί μετά νά κυβερνήσει καί τούς ἄλλους. Αὐτό εἶναι ἕνας κανόνας πού βγαίνει καί ἐμπειρικά.
«Ἔλεος καὶ κρίσιν ἄσομαί σοι, Κύριε». Τήν ἀγάπη καί τή δικαιοσύνη Σου θά ὑμνήσω μπροστά σ’ Ἐσένα, Κύριε.
Ἐδῶ ὁ Δαβίδ ἀμέσως, ἀπό τήν ἀρχή, θέλει νά ψάλει δυό ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ· τό ἔλεος καί τή δικαιοσύνη. Γιατί ὅμως αὐτές τίς δυό, γιά τίς ὁποῖες κι ἐμεῖς πολλές φορές ἔχουμε μιλήσει;
Ὁ Θεός ἀσκεῖ στούς ἀνθρώπους αὐτές τίς δυό ἰδιότητές Του, τήν ἀγάπη καί τή δικαιοσύνη, γι’ αὐτό καί κάθε κυβερνήτης πρέπει νά τίς ἀσκήσει, εἴτε στό σπίτι του εἴτε στήν πολιτεία. Μπορεῖτε νά φαντασθεῖτε ἕναν ἄνδρα, ἕναν οἰκοδεσπότη (περιορίζομαι στό σπίτι, γιατί πιό πολύ θά μιλήσω γιά τόν οἰκοδεσπότη παρά γιά τόν κυβερνήτη), νά ἔχει μόνο δικαιοσύνη, ἀλλά νά μήν ἔχει ἀγάπη, νά ἀπαιτεῖ δηλαδή τά πάντα νά εἶναι στήν ἐντέλεια, ἀλλά νά μήν ὑπάρχει ἔλεος, νά μήν ὑπάρχει εὐσπλαχνία; Μπορεῖτε νά φαντασθεῖτε ἕναν πατέρα νά ἀσκεῖ ἀγωγή στά παιδιά του μόνο μέ τήν ἀρετή τῆς δικαιοσύνης, καί ποτέ μέ τήν ἀρετή τῆς ἐπιείκειας καί τῆς ἀγάπης; Εἶναι δυνατόν; Ἤ ἀντίστροφα: νά ξεφύγει ἡ ἔννοια τῆς δικαιοσύνης καί τῆς τάξεως, στό ὄνομα τῆς ἀγάπης καί τοῦ ἐλέους;
Αὐτό νά τό ξέρετε· ἕνας οἰκογενειάρχης, ἕνας πατέρας –μιά πού ἔχουμε ἄνδρες ἐδῶ– μέσα στό σπίτι του, πρέπει νά ἀσκεῖ καί τίς δυό αὐτές ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ, πού μέ βάση αὐτές κυβερνάει ὁ Θεός τόν κόσμο· καί τήν ἀγάπη, καί τήν αὐστηρότητα. Οὔτε μόνο τήν ἀγάπη νά ἔχει, οὔτε μόνο τήν αὐστηρότητα. Ἔτσι ὁ Δαβίδ στήν πραγματικότητα, ὅταν ὑμνεῖ τόν Θεό γι’ αὐτές Του τίς δύο ἰδιότητές Του, θέλει νά πεῖ «Κύριε, θά Σέ μιμηθῶ»· δηλαδή θά Σέ ἀντιγράψω· ἐκεῖνο πού Ἐσύ κάνεις, θά τό κάνω καί ἐγώ. Ὁ Δαβίδ λοιπόν γίνεται ἕνας μικρός θεός στήν πολιτεία τοῦ Θεοῦ, τόν Ἰσραήλ. Κι ὁ οἰκοδεσπότης γίνεται ἕνας μικρός θεός μέσα στό σπίτι του· ὄχι τυραννίσκος, ἀλλά ἕνας μικρός θεός, πού ἀσκεῖ τήν ἀγάπη, ἀσκεῖ καί τή δικαιοσύνη.
Θέλω ἀκόμη νά σᾶς πῶ ὅτι αὐτός ὁ Ψαλμός, ἐφόσον ἀναφέρεται στό πρόγραμμα διακυβερνήσεως μιᾶς χώρας, εἶναι μέ μορφή ἀποφθεγματική, δηλαδή ὅπως ἔχουμε τό βιβλίο τῶν Παροιμιῶν ἤ τό βιβλίο τῆς Σοφίας Σειράχ ἤ τό βιβλίο τῆς Σοφίας Σολομῶντος, πού ἐκφράζουν σοφά πράγματα μέ ἀποφθεγματικό ἤ παροιμιώδη τρόπο. Καί ἀπόφθεγμα εἶναι τό νά διατυπώσω σοφά πράγματα μέ πολύ λίγα λόγια, μ’ ἕναν πυκνό τρόπο· αὐτός εἶναι ὁ ἀποφθεγματικός τρόπος. Αὐτός ὁ Ψαλμός ἔχει αὐτή τή μορφή, τήν ἀποφθεγματική.
«Ψαλῶ καὶ συνήσω ἐν ὁδῷ ἀμώμῳ», δηλαδή θά Σέ ὑμνῶ καί θά φροντίζω νά εἶμαι σέ ἄμεμπτο δρόμο, σέ τέλειο δρόμο.
Αὐτό θά πεῖ ὅτι ἡ φροντίδα ἐκείνου πού κυβερνᾶ θά πρέπει νά εἶναι νά κυβερνήσει ἄμωμα, ἄρα τέλεια. Αὐτή ἡ τελειότητα θά εἶναι φυσικά μέσα στίς δυνατότητες καί στά μέτρα τά ἀνθρώπινα. Νά μήν ὑπάρχει μῶμος, κατηγορία, μομφή στόν τρόπο πού θά κυβερνήσει κανείς τό σπίτι του. Ἄν βάλουμε στόχο νά κυβερνήσουμε μέ τελειότητα, τότε ὁπωσδήποτε θά πετύχουμε πολλά πράγματα.
Ἐδῶ ὅμως ὑπάρχουν μερικά στοιχεῖα κάποτε λανθασμένα, πού πρέπει νά τά τονίσουμε. Ὑπάρχει μία ἀπολυτότητα πολλές φορές στούς ἀνθρώπους, καί αὐτό εἶναι ἕνα μειονέκτημα∙ ὑπάρχει δηλαδή ἤ ἕνας ἰδεαλισμός ἤ ἕνας ρεαλισμός. Ὅλα αὐτά εἶναι λανθασμένες θέσεις σχετικά μέ τήν τελειότητα. Ἄς τά πάρουμε μέ τή σειρά.
Ἡ ἀπολυτότητα εἶναι ὅταν τά θέλουμε ὅλα τέλεια. Πῶς θά τό διορθώσει κανείς αὐτό, πού βέβαια εἶναι λάθος; Ὁ ἀπόλυτος ἄνθρωπος εἶναι οὐτοπιστικός ἄνθρωπος, εἶναι ἐκτός πραγματικότητος. Γι’ αὐτό καί κατηγοροῦν ὡς ἀπόλυτο ἐκεῖνον πού ἁπλά εἶναι πιστός. Ὁ πιστός, ὁ πολύ πιστός, δέν εἶναι ἀπόλυτος. Ἡ ἔννοια τοῦ ἀπολύτου εἶναι μιά κατάσταση οὐτοπιστική, ἐνῶ ὁ πολύ πιστός ζεῖ μέσα στήν πραγματικότητα. Λοιπόν, πῶς θά διορθώσει κανείς αὐτό τό μειονέκτημα τῆς ἀπολυτότητος; Σέ μερικούς ἀνθρώπους ἔχει κολλήσει μιά ἰδέα παράξενη, καί τά θέλουν ὅλα σέ μιά ἀπολυτότητα. Ἡ διόρθωση σ’ αὐτό γίνεται μέ ὅ,τι εἶπε στήν ἀρχή: μέ τό ἔλεος καί τή δικαιοσύνη, δηλαδή τήν ἀγάπη καί τήν αὐστηρότητα. Ἄν ἔχουμε αὐτά τά δύο πράγματα πάντοτε μαζί, θά ξεφύγουμε τόν ὕφαλο, γιατί ὕφαλος εἶναι ἡ ἀπολυτότητα.
Καί τώρα ὁ ἰδεαλισμός· κι αὐτός ὕφαλος εἶναι. Ὁ ἰδεαλισμός εἶναι τό νά μήν πατάω σέ στέρεο ἔδαφος, νά βρίσκομαι δηλαδή πάλι ἐκτός πραγματικότητος, νά βρίσκομαι στά σύννεφα. Κι αὐτό εἶναι ὕφαλος! Πάντοτε θά κινοῦμαι μέ βάση μία πραγματική κατάσταση. Θά ξέρω τίς δυνατότητες τῶν ἀνθρώπων μου, τοῦ σπιτιοῦ μου, τῆς πολιτείας μου, θά ξέρω τί μποροῦν νά ἀποδώσουν, καί δέν θά ζητήσω πράγματα πού δέν μποροῦν νά ἐφαρμοστοῦν, πού βρίσκονται στά σύννεφα!
Τό ἀντίθετο ἀπό τόν ἰδεαλισμό εἶναι ὁ ρεαλισμός, δηλαδή ὅταν θέλω νά βλέπω τά πράγματα μόνο σ’ ἕνα ἐπίπεδο, κολλημένο πάνω στή γῆ. Εἶναι ἀντίθετο ἀπό τό ἄλλο, τό κολλημένο πάνω στά σύννεφα. Εἶναι δυό ἀκρότητες. Δέν θά πάρω οὔτε τόν ρεαλισμό οὔτε τόν ἰδεαλισμό. Αὐτά μάλιστα τά δύο εἶναι παιδάκια τῆς ἀπολυτότητος, καί συνήθως γεννιοῦνται κατά τήν ἐφηβική ἡλικία, καί παρουσιάζεται σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἰδίως ὅμως στούς ἄνδρες.
Ξεκινάει ὁ ἔφηβος μέ ἀπολυτότητα καί μέ ἕναν ἰδεαλισμό· κι ὅταν φάει τά μοῦτρα του στή ζωή, τότε προσγειώνεται στόν ρεαλισμό. Ἀργότερα, ὅταν τόν βρεῖ κανείς σέ ἡλικία κάπου τριάντα - σαράντα καί πενήντα χρονῶν καί τοῦ μιλήσει γιά κάτι πού εἶναι ἀνεβασμένο, εἶναι ὑψηλό, εἶναι ὄμορφο, ἐκεῖνος λέει: «Ἄ, ἀγαπητέ μου... κάποτε κι ἐγώ πετοῦσα στά σύννεφα · ἀλλά τώρα εἶμαι προσγειωμένος». Κι ὅταν λέει προσγειωμένος, θέλει νά πεῖ ὅτι ἄν δέν κάνει κανείς καί λοβιτοῦρες στή ζωή, δέν κάνει συμβιβασμούς, δέν... δέν καί δέν, τότε δέν μπορεῖ νά σταθεῖ καί δέν μπορεῖ νά ζήσει! Βλέπετε; Ἀπό τά σύννεφα, ἔπεσε κάτω στή γῆ! Εἶναι δυό ἀκρότητες.
Γι’ αὐτό ἄς προσέξουμε αὐτούς τούς ὑφάλους. Ὁ πνευματικός ἄνθρωπος, ἔχοντας τό ἔλεος καί τήν κρίση, τήν ἀγάπη καί τήν αὐστηρότητα, τή δικαιοσύνη, εἶναι πάντοτε ὁ κατά Χριστόν πραγματικός, ρεαλιστικός ἄνθρωπος. Οὔτε σέ πράγματα ὑπερβατικά εἶναι, πού νά μήν πατάει στή γῆ, οὔτε μόνο κολλημένος πάνω στή γῆ εἶναι· εἶναι ὁ σωστός ἄνθρωπος, ὁ ἀληθινά σωστός ἄνθρωπος.
(συνεχίζεται)
Απόσπασμα από το βιβλίο ‘’ΕΠΙΛΟΓΗ ΨΑΛΜΩΝ’’ Τόμος ά.
Της Ιεράς Μόνης Κομνηνείου, Κοιμήσεως θεοτόκου και Αγίου Δημητρίου.
Το βιβλίο περιέχει απομαγνητοφωνημένες ομιλίες του μακαριστού Γέροντα Π. Αθανασίου Μυτιληναίου.
Η ανάρτηση γίνεται με την ευλογία της Ιεράς Μονής.
Ψαλμός 100ος
Αγαπητοί μου, μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἔχουμε μπροστά μας τόν 100ό Ψαλμό. Διαβάζω:
1 «Ἔλεος καὶ κρίσιν ᾄσομαί σοι, Κύριε·
2 ψαλῶ καὶ συνήσω ἐν ὁδῷ ἀμώμῳ· πότε ἥξεις πρός με; διεπορευόμην ἐν ἀκακίᾳ καρδίας μου ἐν μέσῳ τοῦ οἴκου μου.
3 οὐ προεθέμην πρὸ ὀφθαλμῶν μου πρᾶγμα παράνομον, ποιοῦντας παραβάσεις ἐμίσησα·
4 οὐκ ἐκολλήθη μοι καρδία σκαμβή. ἐκκλίνοντος ἀπ’ ἐμοῦ τοῦ πονηροῦ οὐκ ἐγίνωσκον.
5 τὸν καταλαλοῦντα λάθρᾳ τὸν πλησίον αὐτοῦ, τοῦτον ἐξεδίωκον· ὑπερηφάνῳ ὀφθαλμῷ καὶ ἀπλήστῳ καρδίᾳ, τούτῳ οὐ συνήσθιον.
6 οἱ ὀφθαλμοί μου ἐπὶ τοὺς πιστοὺς τῆς γῆς τοῦ συγκαθῆσθαι αὐτοὺς μετ’ ἐμοῦ · πορευόμενος ἐν ὁδῷ ἀμώμῳ, οὗτός μοι ἐλειτούργει.
7 οὐ κατῲκει ἐν μέσῳ τῆς οἰκίας μου ποιῶν ὑπερηφανίαν, λαλῶν ἄδικα οὐ κατεύθυνεν ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν μου.
8 εἰς τὰς πρωΐας ἀπέκτεινον πάντας τοὺς ἁμαρτωλοὺς τῆς γῆς τοῦ ἐξολοθρεῦσαι ἐκ πόλεως Κυρίου πάντας τοὺς ἐργαζομένους τὴν ἀνομίαν.»
Αὐτός ὁ Ψαλμός ἔχει τήν ἐπιγραφή: «Ψαλμὸς τῷ Δαβίδ» · γι’ αὐτό δέν μποροῦμε νά ἀμφισβητήσουμε τήν πατρότητα τοῦ Ψαλμοῦ, πώς εἶναι δηλαδή τοῦ Δαβίδ.
Ἒχει ὅλα ἐκεῖνα τά χαρακτηριστικά τῆς δαβιδικῆς ποιήσεως, τό πυκνό ὕφος καί λοιπά. Εἶναι μικρός Ψαλμός καί εἶναι ἄγνωστο τό πότε ἔγινε ἡ σύνθεσή του. Πιθανόν νά ἔγινε λίγο μετά, ἤ ἀμέσως μετά, τήν ἀνάληψη τῆς βασιλείας καί τήν ἀναγνώριση τοῦ Δαβίδ ἀπό ὅλες σχεδόν τίς φυλές τοῦ Ἰσραήλ, ἐκτός δηλαδή ἀπό τίς δύο φυλές, τοῦ Βενιαμίν καί τοῦ Ἰούδα, ἀπό τήν ὁποία μάλιστα καί καταγόταν. Οἱ φυλές τοῦ Ἰσραήλ ἦταν ὅπως ἀκριβῶς εἶναι οἱ Ἡνωμένες Πολιτεῖες, πού κάθε πολιτεία ἔχει ἕνα καταστατικό, ἄς ποῦμε, καί πρέπει νά δημιουργήσει προϋποθέσεις ἐγκρίσεως καί λοιπά. Κάπως ἔτσι ἦταν οἱ φυλές σχετικά μέ τήν ἀνάδειξη ἑνός βασιλέως. Τελικά ὅμως ἀναγνωρίσθηκε ὁ Δαβίδ ἀπ’ ὅλες τίς φυλές, καί ἔγινε ὁ βασιλιάς καί τῶν δώδεκα φυλῶν τοῦ Ἰσραήλ. Ἀμέσως μετά ἔκανε τό πρόγραμμα πού μέ βάση αὐτό θά ἀσκοῦσε τή βασιλεία του.
Ὁ Ψαλμός αὐτός, μ’ ἕναν ἀνάγλυφο τρόπο, μᾶς δίνει αὐτό τό πρόγραμμα τοῦ βασιλέως. Ἄν αὐτόν τόν Ψαλμό ὅλοι ὅσοι κυβερνοῦν ἕναν λαό τόν εἶχαν ὡς πρόγραμμα διακυβερνήσεως τῆς χώρας τους, πραγματικά ἡ γῆ μας θά ἦταν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Πραγματικά! Καί εἰλικρινά αὐτόν τόν Ψαλμό ὁ Δαβίδ τόν ἔβαλε σέ ἐφαρμογή, γιατί βγαίνει ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς του. Δέν ἦταν ἁπλά ὅπως εἶναι οἱ προεκλογικοί λόγοι, πού ἄλλα λένε πρίν καί ἄλλα κάνουν μετά. Ὁ Δαβίδ ἐκεῖνα πού προγραμμάτισε, ἐκεῖνα καί πραγματοποίησε, δεδομένου ὅτι δέν ἔκανε προεκλογικό λόγο, ἀλλά οὔτε καί κάποιον ἄλλο λόγο μετά τήν ἀνάληψη τῆς βασιλείας, ἀλλά ἔκανε προσευχή. Καί στήν προσευχή μας στόν Θεό δέν μποροῦμε νά κοροϊδέψουμε, δέν μποροῦμε νά ποῦμε πράγματα διαφορετικά ἀπό ἐκεῖνα πού ἔχουμε στά βάθη τῆς ψυχῆς μας γιά νά πραγματοποιήσουμε.
Ἐπί πλέον ὅμως ὁ Ψαλμός αὐτός θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι εἶναι θαυμάσιος Ψαλμός γιά τόν κάθε πιστό, εἴτε πρόκειται νά ἀναλάβει τή διακυβέρνηση ἄλλων ἀνθρώπων –πολύ ὑπεύθυνη ἐργασία– εἴτε πρόκειται νά κυβερνήσει τό ἴδιο του τό σπίτι. Σ’ αὐτόν τόν Ψαλμό ὁ Δαβίδ δέν ἀναφέρεται μόνο στή διακυβέρνηση τοῦ λαοῦ ὡς βασιλιάς, ἀλλά καί στή διακυβέρνηση τοῦ βασιλικοῦ του οἴκου, ὡς οἰκογενειάρχης πιά. Ὅπως σᾶς εἶπα λοιπόν, εἶναι ἕνα πρόγραμμα διακυβερνήσεως, εἴτε λαοῦ εἴτε σπιτιοῦ.
Ὁ μέγας Ἀθανάσιος λέει ἐπιγραμματικά γιά τόν Ψαλμό αὐτό ὅτι εἶναι γιά τόν κάθε πιστό· «ἐν τούτῳ τῷ ψαλμῷ τὸν τέλειον ἡμῖν διαγράφει , τὸν κατὰ Θεὸν πολιτευόμενον». Δηλαδή αὐτός ὁ Ψαλμός μᾶς περιγράφει τό πῶς μπορεῖ κανείς νά ζεῖ κατά τέλειο τρόπο ἀπέναντι στόν Θεό καί τούς ἀνθρώπους.
Καί ἐρχόμαστε τώρα νά ἀναλύσουμε αὐτόν τόν Ψαλμό. Πρίν ὅμως ἀρχίσουμε, νά σᾶς πῶ ἀκόμη δύο λόγια. Ἐκεῖνο πού σᾶς εἶπα, ὅτι ὁ Ψαλμός ταιριάζει καί γιά τή διακυβέρνηση ἑνός λαοῦ καί γιά τή διακυβέρνηση τοῦ σπιτιοῦ μας, εἶναι αὐτό πού λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, συνδέοντας καί τά δυό αὐτά. Ἀναφέρεται στόν μέλλοντα ἱερέα καί λέει: «Ἄν ὁ μέλλων ἱερέας –τά γράφει στόν Τιμόθεο– δέν γνωρίζει νά κυβερνήσει τό σπίτι του, πῶς θά φροντίσει τήν ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ;». Γιατί ἡ Ἐκκλησία εἶναι μιά μεγαλύτερη οἰκογένεια. Ἔτσι θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι δίνουμε δεῖγμα στό μικρό· δηλαδή ὁ πιστός στό λίγο, εἶναι πιστός καί στό πολύ, καί ὁ ἄπιστος στό λίγο, εἶναι ἄπιστος καί στό πολύ. Βλέπετε πῶς συνδέονται τά πράγματα;
Πολλές φορές ζητᾶμε νά κυβερνήσει κάποιος πολλούς ἀνθρώπους ἤ μιά χώρα, ἐνῶ ἔχει ἕνα σπίτι διαλυμμένο, ἤ νά ἀναδείξουμε ἕναν ἱερέα, τοῦ ὁποίου τό σπίτι δέν εἶναι καθόλου ὑποδειγματικό. Εἶναι δύο πράγματα, πού συνδέονται ἄμεσα. Κι ἄν τό θέλετε, αὐτός πού ἔμαθε νά κυβερνάει πρῶτα τόν ἑαυτό του καί ὕστερα τό σπίτι του, ἐκεῖνος μόνο θά μπορέσει νά φανεῖ σωστός κυβερνήτης, καί μετά νά κυβερνήσει καί τούς ἄλλους. Αὐτό εἶναι ἕνας κανόνας πού βγαίνει καί ἐμπειρικά.
«Ἔλεος καὶ κρίσιν ἄσομαί σοι, Κύριε». Τήν ἀγάπη καί τή δικαιοσύνη Σου θά ὑμνήσω μπροστά σ’ Ἐσένα, Κύριε.
Ἐδῶ ὁ Δαβίδ ἀμέσως, ἀπό τήν ἀρχή, θέλει νά ψάλει δυό ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ· τό ἔλεος καί τή δικαιοσύνη. Γιατί ὅμως αὐτές τίς δυό, γιά τίς ὁποῖες κι ἐμεῖς πολλές φορές ἔχουμε μιλήσει;
Ὁ Θεός ἀσκεῖ στούς ἀνθρώπους αὐτές τίς δυό ἰδιότητές Του, τήν ἀγάπη καί τή δικαιοσύνη, γι’ αὐτό καί κάθε κυβερνήτης πρέπει νά τίς ἀσκήσει, εἴτε στό σπίτι του εἴτε στήν πολιτεία. Μπορεῖτε νά φαντασθεῖτε ἕναν ἄνδρα, ἕναν οἰκοδεσπότη (περιορίζομαι στό σπίτι, γιατί πιό πολύ θά μιλήσω γιά τόν οἰκοδεσπότη παρά γιά τόν κυβερνήτη), νά ἔχει μόνο δικαιοσύνη, ἀλλά νά μήν ἔχει ἀγάπη, νά ἀπαιτεῖ δηλαδή τά πάντα νά εἶναι στήν ἐντέλεια, ἀλλά νά μήν ὑπάρχει ἔλεος, νά μήν ὑπάρχει εὐσπλαχνία; Μπορεῖτε νά φαντασθεῖτε ἕναν πατέρα νά ἀσκεῖ ἀγωγή στά παιδιά του μόνο μέ τήν ἀρετή τῆς δικαιοσύνης, καί ποτέ μέ τήν ἀρετή τῆς ἐπιείκειας καί τῆς ἀγάπης; Εἶναι δυνατόν; Ἤ ἀντίστροφα: νά ξεφύγει ἡ ἔννοια τῆς δικαιοσύνης καί τῆς τάξεως, στό ὄνομα τῆς ἀγάπης καί τοῦ ἐλέους;
Αὐτό νά τό ξέρετε· ἕνας οἰκογενειάρχης, ἕνας πατέρας –μιά πού ἔχουμε ἄνδρες ἐδῶ– μέσα στό σπίτι του, πρέπει νά ἀσκεῖ καί τίς δυό αὐτές ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ, πού μέ βάση αὐτές κυβερνάει ὁ Θεός τόν κόσμο· καί τήν ἀγάπη, καί τήν αὐστηρότητα. Οὔτε μόνο τήν ἀγάπη νά ἔχει, οὔτε μόνο τήν αὐστηρότητα. Ἔτσι ὁ Δαβίδ στήν πραγματικότητα, ὅταν ὑμνεῖ τόν Θεό γι’ αὐτές Του τίς δύο ἰδιότητές Του, θέλει νά πεῖ «Κύριε, θά Σέ μιμηθῶ»· δηλαδή θά Σέ ἀντιγράψω· ἐκεῖνο πού Ἐσύ κάνεις, θά τό κάνω καί ἐγώ. Ὁ Δαβίδ λοιπόν γίνεται ἕνας μικρός θεός στήν πολιτεία τοῦ Θεοῦ, τόν Ἰσραήλ. Κι ὁ οἰκοδεσπότης γίνεται ἕνας μικρός θεός μέσα στό σπίτι του· ὄχι τυραννίσκος, ἀλλά ἕνας μικρός θεός, πού ἀσκεῖ τήν ἀγάπη, ἀσκεῖ καί τή δικαιοσύνη.
Θέλω ἀκόμη νά σᾶς πῶ ὅτι αὐτός ὁ Ψαλμός, ἐφόσον ἀναφέρεται στό πρόγραμμα διακυβερνήσεως μιᾶς χώρας, εἶναι μέ μορφή ἀποφθεγματική, δηλαδή ὅπως ἔχουμε τό βιβλίο τῶν Παροιμιῶν ἤ τό βιβλίο τῆς Σοφίας Σειράχ ἤ τό βιβλίο τῆς Σοφίας Σολομῶντος, πού ἐκφράζουν σοφά πράγματα μέ ἀποφθεγματικό ἤ παροιμιώδη τρόπο. Καί ἀπόφθεγμα εἶναι τό νά διατυπώσω σοφά πράγματα μέ πολύ λίγα λόγια, μ’ ἕναν πυκνό τρόπο· αὐτός εἶναι ὁ ἀποφθεγματικός τρόπος. Αὐτός ὁ Ψαλμός ἔχει αὐτή τή μορφή, τήν ἀποφθεγματική.
«Ψαλῶ καὶ συνήσω ἐν ὁδῷ ἀμώμῳ», δηλαδή θά Σέ ὑμνῶ καί θά φροντίζω νά εἶμαι σέ ἄμεμπτο δρόμο, σέ τέλειο δρόμο.
Αὐτό θά πεῖ ὅτι ἡ φροντίδα ἐκείνου πού κυβερνᾶ θά πρέπει νά εἶναι νά κυβερνήσει ἄμωμα, ἄρα τέλεια. Αὐτή ἡ τελειότητα θά εἶναι φυσικά μέσα στίς δυνατότητες καί στά μέτρα τά ἀνθρώπινα. Νά μήν ὑπάρχει μῶμος, κατηγορία, μομφή στόν τρόπο πού θά κυβερνήσει κανείς τό σπίτι του. Ἄν βάλουμε στόχο νά κυβερνήσουμε μέ τελειότητα, τότε ὁπωσδήποτε θά πετύχουμε πολλά πράγματα.
Ἐδῶ ὅμως ὑπάρχουν μερικά στοιχεῖα κάποτε λανθασμένα, πού πρέπει νά τά τονίσουμε. Ὑπάρχει μία ἀπολυτότητα πολλές φορές στούς ἀνθρώπους, καί αὐτό εἶναι ἕνα μειονέκτημα∙ ὑπάρχει δηλαδή ἤ ἕνας ἰδεαλισμός ἤ ἕνας ρεαλισμός. Ὅλα αὐτά εἶναι λανθασμένες θέσεις σχετικά μέ τήν τελειότητα. Ἄς τά πάρουμε μέ τή σειρά.
Ἡ ἀπολυτότητα εἶναι ὅταν τά θέλουμε ὅλα τέλεια. Πῶς θά τό διορθώσει κανείς αὐτό, πού βέβαια εἶναι λάθος; Ὁ ἀπόλυτος ἄνθρωπος εἶναι οὐτοπιστικός ἄνθρωπος, εἶναι ἐκτός πραγματικότητος. Γι’ αὐτό καί κατηγοροῦν ὡς ἀπόλυτο ἐκεῖνον πού ἁπλά εἶναι πιστός. Ὁ πιστός, ὁ πολύ πιστός, δέν εἶναι ἀπόλυτος. Ἡ ἔννοια τοῦ ἀπολύτου εἶναι μιά κατάσταση οὐτοπιστική, ἐνῶ ὁ πολύ πιστός ζεῖ μέσα στήν πραγματικότητα. Λοιπόν, πῶς θά διορθώσει κανείς αὐτό τό μειονέκτημα τῆς ἀπολυτότητος; Σέ μερικούς ἀνθρώπους ἔχει κολλήσει μιά ἰδέα παράξενη, καί τά θέλουν ὅλα σέ μιά ἀπολυτότητα. Ἡ διόρθωση σ’ αὐτό γίνεται μέ ὅ,τι εἶπε στήν ἀρχή: μέ τό ἔλεος καί τή δικαιοσύνη, δηλαδή τήν ἀγάπη καί τήν αὐστηρότητα. Ἄν ἔχουμε αὐτά τά δύο πράγματα πάντοτε μαζί, θά ξεφύγουμε τόν ὕφαλο, γιατί ὕφαλος εἶναι ἡ ἀπολυτότητα.
Καί τώρα ὁ ἰδεαλισμός· κι αὐτός ὕφαλος εἶναι. Ὁ ἰδεαλισμός εἶναι τό νά μήν πατάω σέ στέρεο ἔδαφος, νά βρίσκομαι δηλαδή πάλι ἐκτός πραγματικότητος, νά βρίσκομαι στά σύννεφα. Κι αὐτό εἶναι ὕφαλος! Πάντοτε θά κινοῦμαι μέ βάση μία πραγματική κατάσταση. Θά ξέρω τίς δυνατότητες τῶν ἀνθρώπων μου, τοῦ σπιτιοῦ μου, τῆς πολιτείας μου, θά ξέρω τί μποροῦν νά ἀποδώσουν, καί δέν θά ζητήσω πράγματα πού δέν μποροῦν νά ἐφαρμοστοῦν, πού βρίσκονται στά σύννεφα!
Τό ἀντίθετο ἀπό τόν ἰδεαλισμό εἶναι ὁ ρεαλισμός, δηλαδή ὅταν θέλω νά βλέπω τά πράγματα μόνο σ’ ἕνα ἐπίπεδο, κολλημένο πάνω στή γῆ. Εἶναι ἀντίθετο ἀπό τό ἄλλο, τό κολλημένο πάνω στά σύννεφα. Εἶναι δυό ἀκρότητες. Δέν θά πάρω οὔτε τόν ρεαλισμό οὔτε τόν ἰδεαλισμό. Αὐτά μάλιστα τά δύο εἶναι παιδάκια τῆς ἀπολυτότητος, καί συνήθως γεννιοῦνται κατά τήν ἐφηβική ἡλικία, καί παρουσιάζεται σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ἰδίως ὅμως στούς ἄνδρες.
Ξεκινάει ὁ ἔφηβος μέ ἀπολυτότητα καί μέ ἕναν ἰδεαλισμό· κι ὅταν φάει τά μοῦτρα του στή ζωή, τότε προσγειώνεται στόν ρεαλισμό. Ἀργότερα, ὅταν τόν βρεῖ κανείς σέ ἡλικία κάπου τριάντα - σαράντα καί πενήντα χρονῶν καί τοῦ μιλήσει γιά κάτι πού εἶναι ἀνεβασμένο, εἶναι ὑψηλό, εἶναι ὄμορφο, ἐκεῖνος λέει: «Ἄ, ἀγαπητέ μου... κάποτε κι ἐγώ πετοῦσα στά σύννεφα · ἀλλά τώρα εἶμαι προσγειωμένος». Κι ὅταν λέει προσγειωμένος, θέλει νά πεῖ ὅτι ἄν δέν κάνει κανείς καί λοβιτοῦρες στή ζωή, δέν κάνει συμβιβασμούς, δέν... δέν καί δέν, τότε δέν μπορεῖ νά σταθεῖ καί δέν μπορεῖ νά ζήσει! Βλέπετε; Ἀπό τά σύννεφα, ἔπεσε κάτω στή γῆ! Εἶναι δυό ἀκρότητες.
Γι’ αὐτό ἄς προσέξουμε αὐτούς τούς ὑφάλους. Ὁ πνευματικός ἄνθρωπος, ἔχοντας τό ἔλεος καί τήν κρίση, τήν ἀγάπη καί τήν αὐστηρότητα, τή δικαιοσύνη, εἶναι πάντοτε ὁ κατά Χριστόν πραγματικός, ρεαλιστικός ἄνθρωπος. Οὔτε σέ πράγματα ὑπερβατικά εἶναι, πού νά μήν πατάει στή γῆ, οὔτε μόνο κολλημένος πάνω στή γῆ εἶναι· εἶναι ὁ σωστός ἄνθρωπος, ὁ ἀληθινά σωστός ἄνθρωπος.
(συνεχίζεται)
Απόσπασμα από το βιβλίο ‘’ΕΠΙΛΟΓΗ ΨΑΛΜΩΝ’’ Τόμος ά.
Της Ιεράς Μόνης Κομνηνείου, Κοιμήσεως θεοτόκου και Αγίου Δημητρίου.
Το βιβλίο περιέχει απομαγνητοφωνημένες ομιλίες του μακαριστού Γέροντα Π. Αθανασίου Μυτιληναίου.
Η ανάρτηση γίνεται με την ευλογία της Ιεράς Μονής.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Γράψτε το σχόλιό σας