Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2015

«Δανείζει Θεῷ ὁ ἐλεῶν πτωχόν» (Παροιμ. 19:17).



  
Μ
ια μέρα, τήν ὥρα πού περνοῦσα μαζί μέ τόν ὅσιο ἀπό τήν πλατεία τῆς πόλης, βλέπω στά δεξιά μου ἕναν ἄνθρωπο, πού κάτι σιγομουρμούριζε.  Τόν ἀκολουθοῦσαν ἕνα σμάρι φτωχοί καί ζητιάνοι, ζητώντας του ἐλεημοσύνη.  Κι ἐκεῖνος, ἐνῶ ἔκανε πώς τούς ἀπόδιωχνε τάχα, τούς ἔβαζε κρυφά στά χέρια τά ἐλέη τῆς ἀγάπης του.  Μ’ αὐτόν τόν τρόπο ἔκρυβε ἀπό τούς ἀνθρώπους τίς ἀγαθοεργίες του.
Ἐγώ ὅμως τό πῆρα εἴδηση.  Σκούντησα λοιπόν τόν ὅσιο καί τοῦ φανέρωσα χαμηλόφωνα τήν ἀρετή τοῦ διαβάτη. Αὐτός δέν φάνηκε νά ἐντυπωσιάστηκε.
-Τό ξέρω, παιδί μου, εἶπε. Πολλές φορές ἔχουμε ἀνταμώσει. Ἐσύ μάθε μόνο τοῦτο, ὅτι γιά τό Θεό εἶναι μέγας.
Λίγες μέρες ἀργότερα τοῦ ζήτησα νά μοῦ πεῖ κάτι γι’ αὐτή τήν ἀρετή, καί μοῦ διηγήθηκε ἕνα
παράδοξο θαῦμα.
-Ἤμουνα μικρό παιδί, εἶπε, ἴσαμε δέκα χρονῶν, καί εἶχα πάει στήν ἐκκλησία τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Θωμᾶ γιά νά προσευχηθῶ. Ἐκεῖ βρῆκα ἕνα γέρονα νά διδάσκει τό λαό. Ἀνάμεσα στ’ ἄλλα μίλησε καί γιά τήν ἐλεημονσύνη. Εἶπε μάλιστα, ὅτι αὐτός πού δίνει κάτι στούς φτωχούς, εἶναι σά νά τό καταθέτει στά χέρια τοῦ ἴδιου τοῦ Κυρίου. Μέ κάποια δυσφορία ἄκουσα τά λόγια ἐκείνου του κήρυκα.  Μου φάνηκαν ὑπερβολικά. Μά ἀφοῦ ὁ Χριστός, ὅπως μοῦ λένε, εἶναι στούς οὐρανούς, στά δεξιά τοῦ Πατέρα Του’’, συλλογιζόμουν μέ τό παιδικό μου μυαλό, πῶς θά βρεθεῖ στή γῆ, γιά νά πάρει αὐτά πού δίνουμε στούς φτωχούς;’’.  Μέ τέτοιες σκέψεις προχωροῦσα στό δρόμο, ὅταν, ξάφνου, βλέπω νά περνάει ἕνας φτωχός κουρελής, πού -ὤ του θαύματος! – πάνω ἀπ’ τό κεφάλι του εἶχε τήν εἰκόνα τῆς μορφῆς τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ εἰκόνα, ἀόρατη βέβαια στούς ἄλλους, στεκόταν ὄρθια καί ἀκολουθοῦσε τό ζητιάνο παντοῦ.  Καθώς λοιπόν αὐτός περπατοῦσε, συναντήθηκε μ’ ἕναν καλό ἄνθρωπο, πού τοῦ ἔδωσε ψωμί. Τή στιγμή ὅμως πού ὁ φιλάνθρωπος ἐκεῖνος διαβάτης ἅπλωσε τό χέρι, ἅπλωσε κι ὁ Χριστός τό δικό του μέσ’ ἀπό τήν μετέωρη εἰκόνα, πῆρε τό ψωμί καί, ἀφοῦ εὐχαρίστησε, τό ἔδωσε στό φτωχό.  Μά οὔτε ἐκεῖνος οὔτε κι ὁ διαβάτης κατάλαβαν τί ἔγινε. Ὁ θαυμασμός μου γι’ αὐτό πού εἶδα δέν περιγράφεται. Ἔ, ἀπό τότε πιά πίστεψα ἀκδράδαντα, πώς ὅποιος δίνει στούς ἀδελφούς ὅ,τι ἔχουν ἀνάγκη, τό βάζει πραγματικά στά χέρια τοῦ Χριστοῦ, πού τή μορφή Του βλέπω νά στέκεται πάνω ἀπ’ ὅλους τούς φτωχούς. Ὅσο μπορῶ λοιπόν ἀσκῶ τήν ἀρετή τῆς ἐλημοσύνης.  Καί Ὁ Χριστός μ’ εὐχαριστεῖ γιά κάθε φτωχό πού βοηθάω.



Ἕνας Ἀσκητής Ἐπίσκοπος
Ὅσιος Νήφων  Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς
   (σελ.128-130)
Ἱερὰ Μονή Παρακλήτου
Ὠρωπος Ἀττικῆς 2004

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε το σχόλιό σας