Τοῦ κ. Παύλου Κλιματσάκη, διδάκτορος Φιλοσοφίας
Εἰσαγωγὴ
Στὴ σύγχρονη ἑλληνικὴ θεολογικὴ σκέψη διατυπώθηκε συχνὰ ἡ ἄποψη ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία δὲν πρέπει νὰ κατανοεῖται ὡς ἕνα σύστημα ἠθικῶν κανόνων. Διάφοροι θεολόγοι καὶ στοχαστὲς ποὺ συνδέονται μὲ τὸ ρεῦμα τῆς «νεο-ὀρθόδοξης» θεολογίας καὶ ἀργότερα μὲ τὴν μετὰ-πατερικὴ θεολογία ἄσκησαν
κριτικὴ σὲ αὐτὸ ποὺ ὀνόμασαν ἠθικισμό, δηλαδὴ στὴν τάση νὰ ταυτίζεται ὁ χριστιανισμὸς μὲ μία ἠθικολογικὴ διδασκαλία περὶ σωστῆς συμπεριφορᾶς.Στὴ συζήτηση αὐτὴ σημαντικὸ ρόλο ἔπαιξαν στοχαστές, ὅπως ὁ Χρῆστος Γιανναρᾶς καὶ ὁ Ἰωάννης Ζηζιούλας. Στὰ ἔργα τους ὑποστήριξαν ὅτι ὁ πυρήνας τῆς ὀρθόδοξης πίστης δὲν βρίσκεται στὴν τήρηση ἠθικῶν ἐντολῶν, ἀλλὰ στὴ βίωση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ γεγονότος, δηλαδὴ στὴν ἐμπειρία τῆς κοινωνίας μὲ τὸν Θεὸ μέσα στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἰδιαίτερα στὴ θεία Εὐχαριστία. Κατὰ τὴν προσέγγιση αὐτή, ἡ σωτηρία δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα ἠθικῆς τελείωσης, ἀλλὰ καρπὸς τῆς συμμετοχῆς τοῦ ἀνθρώπου στὴ ζωὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας.
Παρόμοια κριτικὴ στὸν ἠθικισμὸ συναντᾶ κανεὶς καὶ σὲ νεότερους θεολόγους, ὅπως ὁ π. Νικόλαος Λουδοβίκος, ὁ ὁποῖος ἐπισημαίνει ὅτι ἡ χριστιανικὴ ζωὴ δὲν μπορεῖ νὰ περιοριστεῖ σὲ μία νομικιστικὴ ἀντίληψη περὶ ἀρετῆς, ἀλλὰ ἀποτελεῖ δυναμικὴ σχέση ἀγάπης καὶ ἐλευθερίας μὲ τὸν Θεό. Ἡ θεολογικὴ αὐτὴ κατεύθυνση εἶχε ὡς στόχο νὰ ἀποκαταστήσει τὸν ὑπαρξιακὸ καὶ ἐκκλησιολογικὸ χαρακτήρα τῆς ὀρθόδοξης πίστης ἀπέναντι σὲ μία δυτικότροπη ἠθικολογία ποὺ εἶχε, ὑποτίθεται, ἐπηρεάσει γιὰ μεγάλο διάστημα τὴν ἑλληνικὴ θεολογία.
Ὡστόσο, ἡ ἀπόρριψη τοῦ καλούμενου “ἠθικισμοῦ” ὁδήγησε σὲ μία ἄλλη παρανόηση: ὅτι δηλαδὴ ἡ Ὀρθοδοξία δὲν διαθέτει καθόλου ἠθική. Ὅτι εἶναι βίωμα καὶ ἦθος κ.τ.τ. Κατὰ συνέπεια, πολλοὶ ἀκόλουθοι τῶν νεο-ὀρθοδόξων παρασύρθηκαν σὲ ἕνα βίο χαλαρὸ ὡς πρὸς τὴν ἠθικὴ ἀκεραιότητα, καὶ αὐτὸ ἀποτελεῖ σοβαρὸ πρόβλημα στὴν πορεία τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν ἁγιασμό. Θὰ δείξουμε ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση ἔχει ἠθικὴ διδασκαλία, ἡ ὁποία ἐκφράζεται ὡς ἀσκητικὴ ζωή, δηλαδὴ ὡς πνευματικὸς ἀγώνας γιὰ τὴ μεταμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἠθική τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι μία διαδικασία πνευματικῆς ἄσκησης καὶ θεραπείας τοῦ ἀνθρώπου. Σκοπὸς της εἶναι ἡ κάθαρση ἀπὸ τὰ πάθη, ὁ φωτισμὸς τοῦ νοῦ καὶ τελικὰ ἡ θέωση. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ μπορεῖ νὰ ὑποστηριχθεῖ ὅτι ἡ ἠθικὴ τῆς Ὀρθοδοξίας ταυτίζεται οὐσιαστικὰ μὲ τὴν ἀσκητική της παράδοση.
Ἡ ἠθικὴ ὡς καλλιέργεια ἀρετῶν εἰς τὴν ἀριστοτελικὴν φιλοσοφίαν
Πρέπει ὡστόσο πρῶτα ἀπ’ ὅλα νὰ καταλάβουμε τί εἶναι ἡ ἠθική. Πρέπει νὰ ξεκινήσουμε ἀπὸ τὴν ἀρχαία ἑλληνικὴ φιλοσοφία, ὅπου ἡ ἠθικὴ δὲν ταυτίζεται ἁπλῶς μὲ τὴν τήρηση κανόνων, ἀλλὰ μὲ τὴ διαμόρφωση ἑνὸς ἐνάρετου χαρακτήρα. Ἰδιαίτερα στὴ φιλοσοφία τοῦ Ἀριστοτέλη, ἡ ἠθικὴ ἀφορᾶ τὴν ἀνάπτυξη τῶν ἠθικῶν ἀρετῶν μέσα ἀπὸ τὴ συνήθεια καὶ τὴν ἄσκηση.
Κατὰ τὸν Ἀριστοτέλη, ὁ ἄνθρωπος δὲν γεννιέται οὔτε ἐνάρετος οὔτε κακός· διαθέτει ὅμως τὴ δυνατότητα νὰ γίνει ἐνάρετος μέσῳ τῆς πράξης καὶ τῆς ἐπανάληψης. Οἱ ἠθικὲς ἀρετὲς ἀποκτῶνται μέσῳ τῆς ἕξης, δηλαδὴ μέσῳ τῆς σταθερῆς συνήθειας νὰ πράττει κανεὶς τὸ σωστό. Ὅπως κανεὶς μαθαίνει μία τέχνη ἀσκούμενος σὲ αὐτήν, ἔτσι καὶ ἡ ἀρετὴ καλλιεργεῖται μέσα ἀπὸ τὴ συνεχῆ πρακτικὴ ἐφαρμογή της. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ διαμορφώνεται σταδιακὰ ἕνας σταθερὸς χαρακτήρας ποὺ ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὴν ὀρθὴ πράξη.
Ἡ ἠθική, ἑπομένως, δὲν εἶναι ἁπλῶς μία θεωρητικὴ γνώση, ἀλλὰ μία πρακτικὴ παιδεία τοῦ χαρακτήρα. Σκοπὸς της εἶναι νὰ διαμορφώσει ἕνα ἄνθρωπο ποὺ σκέπτεται καὶ ἐνεργεῖ σωστά, ἐπειδὴ ἔχει ἀποκτήσει τὶς κατάλληλες ἀρετές. Ἡ φρόνηση, ἡ δικαιοσύνη, ἡ ἀνδρεία καὶ ἡ σωφροσύνη ἀποτελοῦν βασικὲς ἀρετὲς ποὺ καθοδηγοῦν τὸν ἄνθρωπο πρὸς τὴν ὁλοκλήρωσή του. Οἱ ἠθικὲς ἀρετὲς εἶναι τὸ μέσο ἀνάμεσα σὲ δύο ἀκραῖες συμπεριφορὲς ὑπερβολῆς καὶ ἔλλειψης. Ἡ ἀπόκτηση τῆς ἀρετῆς κατορθώνεται μέσῳ συνεχοῦς ἐξάσκησης καὶ ἐπιδίωξης νὰ εὑρεθεῖ αὐτὸ τὸ μέσον, ἡ καλούμενη μεσότητα.
Ὁ Ἀριστοτέλης συνδέει περαιτέρω τὴν ἠθικὴ μὲ τὴν πολιτικὴ πράξη. Ὁ σκοπὸς τῆς καλλιέργειας τῶν ἀρετῶν δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ προσωπικὴ τελείωση τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ ἡ δημιουργία καλῶν πολιτῶν γιὰ τὴν πόλη. Ἡ πόλη ἀποτελεῖ τὸ φυσικὸ πλαίσιο μέσα στὸ ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος ὁλοκληρώνει τὴ φύση του ὡς κοινωνικὸ καὶ λογικὸ ὄν. Πέρα ὅμως ἀπὸ τὶς ἠθικὲς ἀρετές, ὁ Ἀριστοτέλης μιλᾶ καὶ γιὰ τὶς διανοητικὲς ἀρετές, οἱ ὁποῖες καλλιεργοῦνται κυρίως μέσῳ τῆς διδασκαλίας καὶ τῆς πνευματικῆς ἄσκησης. Μεταξὺ αὐτῶν ξεχωρίζουν ἡ φρόνηση, ποὺ καθοδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο στὶς πρακτικὲς ἀποφάσεις τῆς ζωῆς, καὶ ἡ σοφία, ἡ ὁποία σχετίζεται μὲ τὴ γνώση τῶν πρώτων ἀρχῶν καὶ τῶν ἀνώτερων ἀληθειῶν.
Στὸ ἀνώτατο ἐπίπεδο τῆς ἀνθρώπινης τελείωσης βρίσκεται ὁ λεγόμενος θεωρητικὸς βίος. Σύμφωνα μὲ τὸν Ἀριστοτέλη, ἡ θεωρία –δηλαδὴ ἡ καθαρὴ πνευματικὴ ἐνατένιση τῆς ἀλήθειας– ἀποτελεῖ τὴν ὑψηλότερη μορφὴ ἀνθρώπινης δραστηριότητας. Ὁ θεωρητικὸς βίος εἶναι ὁ μόνος τρόπος ζωῆς ποὺ προσεγγίζει κατὰ κάποιον τρόπο τὴ ζωὴ τοῦ Θεοῦ, διότι ὁ Θεὸς νοεῖται ὡς καθαρὴ νόηση καὶ τέλεια αὐτοθεώρηση.
Πρέπει τώρα νὰ κατανοήσουμε ὅτι ἡ ἀριστοτελικὴ ἀντίληψη τῆς ἠθικῆς ὡς ἄσκησης τῆς ἀρετῆς παρουσιάζει ἀναλογία μὲ τὴν ὀρθόδοξη πνευματικὴ παράδοση, ἡ ὁποία ἐπίσης κατανοεῖ τὴν ἠθικὴ ὡς δρόμο ἄσκησης καὶ μεταμόρφωσης τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ ὀρθόδοξος ἀσκητικὴ καὶ ἡ καλλιέργεια τῶν ἀρετῶν
Ἡ Ὀρθόδοξη παράδοση χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο ἀσκητικὴ, γιὰ νὰ περιγράψει τὸν πνευματικὸ ἀγώνα τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ λέξη προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα «ἀσκέω», ποὺ σημαίνει ἐξασκῶ ἢ γυμνάζω. Ἡ ἀσκητικὴ ζωὴ δὲν ἀναφέρεται μόνο στὸν μοναχισμό, ἀλλὰ γενικότερα στὸν ἀγώνα κάθε χριστιανοῦ γιὰ πνευματικὴ πρόοδο.
Στὴν ὀρθόδοξη ἀνθρωπολογία κεντρικὴ θέση κατέχει ἡ ἔννοια τοῦ αὐτεξουσίου, δηλαδὴ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου νὰ καθορίζει ὁ ἴδιος τὴν πορεία τῆς ζωῆς του, τὸν τρόπο τῆς ὕπαρξής του. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τονίζουν ὅτι τὸ αὐτεξούσιο σχετίζεται κυρίως μὲ τὸν νοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν ἀνώτερη γνωστικὴ καὶ πνευματικὴ δύναμη τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς. Ὁ νοῦς εἶναι ἐκεῖνο τὸ στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης ποὺ ἐπιτρέπει στὸν ἄνθρωπο νὰ στραφεῖ ἐλεύθερα εἴτε πρὸς τὸν Θεὸ εἴτε πρὸς τὰ κτιστὰ πράγματα.
Ἡ ἐλευθερία αὐτὴ συνδέεται ἐπίσης μὲ τὸ λεγόμενο ἐθελότρεπτο τοῦ ἀνθρώπου, δηλαδὴ μὲ τὴν ἱκανότητά του νὰ κινεῖται ἑκούσια πρὸς αὐτὸ ποὺ ἐπιλέγει. Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἐνεργεῖ ἁπλῶς ὑπὸ τὴν πίεση φυσικῶν ἀναγκαιοτήτων ἢ ἐνστίκτων, ἀλλὰ διαθέτει τὴ δυνατότητα νὰ κατευθύνει τὸ θέλημά του σύμφωνα μὲ τὴν προσωπική του κρίση.
Ἡ πτώση τοῦ ἀνθρώπου εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴ διαταραχὴ τῆς σωστῆς λειτουργίας τοῦ αὐτεξουσίου. Ὁ νοῦς σκοτίστηκε ἀναπτύχθηκαν πάθη, καὶ τὸ ἐθελότρεπτο στρέφεται κυρίως πρὸς τὰ κτιστὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ὁδηγοῦν στὴν ἀληθινὴ ζωή. Γι’ αὐτὸ ἡ ἀσκητικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας δίνει ἰδιαίτερη ἔμφαση στὴν κάθαρση τοῦ νοῦ καὶ στὴ θεραπεία τοῦ θελήματος, ὥστε τὸ αὐτεξούσιο νὰ ἐπανέλθει στὴ φυσική του κίνηση πρὸς τὸ ἀγαθό.
Ἐν προκειμένῳ, ἡ ἄσκηση εἶναι κρίσιμο ζήτημα, διότι ἀποκαθιστᾶ τὴν ἀνθρώπινη ἐλευθερία. Ὁ ἄνθρωπος καλεῖται, μέσα ἀπὸ τὸν πνευματικὸ ἀγώνα καὶ τὴν καλλιέργεια τῶν ἀρετῶν, νὰ στραφεῖ ἐλεύθερα πρὸς τὸν Θεό. Ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου γίνεται ἔτσι συνεργὸς τῆς θείας χάριτος καὶ ὁδηγεῖ τελικὰ στὴν πνευματική του ὁλοκλήρωση.
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἰδιαίτερα ὁ Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, διακρίνουν ἀνάμεσα στὸ φυσικὸ θέλημα καὶ στὸ γνωμικὸ θέλημα. Τὸ φυσικὸ θέλημα εἶναι ἡ φυσικὴ κίνηση τῆς ἀνθρώπινης φύσης πρὸς τὸ ἀγαθό, ἐνῶ τὸ γνωμικὸ θέλημα ἀφορᾶ τὶς προσωπικὲς ἐπιλογὲς τοῦ ἀνθρώπου, οἱ ὁποῖες καταλήγουν στὴν διαμόρφωση παρὰ φύσιν ἕξεων, δηλαδὴ παθῶν. Ὡς ἐκ τούτου, τὸ γνωμικὸ θέλημα στρέφεται πρὸς τὸ κακό. Γι’ αὐτὸ ἡ πνευματικὴ ζωὴ ἀπαιτεῖ τὴν ἐκκοπὴ τοῦ θελήματος, δηλαδὴ τὴν ἄσκηση τῆς ὑπακοῆς καὶ τὴν ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὶς ἐγωκεντρικὲς ἐπιθυμίες καὶ τὰ πάθη. Ἡ διαδικασία αὐτὴ δὲν ἀποσκοπεῖ στὴν κατάργηση τῆς ἐλευθερίας, ἀλλὰ στὴν ἀποκατάστασή της.
Ἡ ὀρθόδοξη ἀσκητικὴ στοχεύει στὴν κάθαρση ἀπὸ τὰ πάθη. Στὴν πατερικὴ ἀνθρωπολογία ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ περιλαμβάνει τρεῖς βασικὲς δυνάμεις: τὸ λογιστικό, τὸ θυμοειδὲς καὶ τὸ ἐπιθυμητικό. Ὅταν αὐτὲς οἱ δυνάμεις λειτουργοῦν σωστά, ὁδηγοῦν τὸν ἄνθρωπο στὶς ἀρετές. Ὅταν ὅμως διαστρέφονται, γεννοῦν τὰ πάθη. Ἡ ἀσκητικὴ ζωὴ ἐπιδιώκει τὴ διόρθωση καὶ θεραπεία αὐτῶν τῶν δυνάμεων. Τὸ λογιστικὸ καθαρίζεται ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς καὶ ὁδηγεῖται στὴ γνώση τοῦ Θεοῦ. Τὸ θυμοειδὲς μεταμορφώνεται ἀπὸ ὀργὴ καὶ ἐπιθετικότητα σὲ ζῆλο γιὰ τὸ ἀγαθό. Τὸ ἐπιθυμητικὸ ἀπελευθερώνεται ἀπὸ τὶς φίλαυτες ἐπιθυμίες καὶ ἀντικείμενο τῆς ἐπιθυμίας γίνεται ὁ Θεός.
Ἡ διαδικασία αὐτὴ πραγματοποιεῖται μέσα ἀπὸ τὴν ἄσκηση τῶν ἀρετῶν: τὴν ταπείνωση, τὴν ἐγκράτεια, τὴν ὑπομονή, τὴν ἀγάπη, τὴν προσευχὴ καὶ τὴ μετάνοια. Ἀκριβῶς, ὅπως καὶ στὴν ἀριστοτελικὴ ἠθική, οἱ ἀρετὲς καλλιεργοῦνται μέσα ἀπὸ τὴ συνεχῆ πράξη καὶ τὴν ἐπανάληψη.
Ὁ τελικὸς σκοπός: κάθαρσις, φωτισμὸς καὶ θέωσις
Ἡ ἀσκητικὴ ζωὴ δὲν ἔχει ὡς τελικὸ σκοπὸ ἁπλῶς τὸν ἐνάρετο ἀτομικὸ καὶ κοινωνικὸ βίο. Σκοπὸς της εἶναι ἡ πνευματικὴ μεταμόρφωση τοῦ ἀνθρώπου. Στὴν ὀρθόδοξη παράδοση ἡ πορεία αὐτὴ περιγράφεται μὲ τρία στάδια: κάθαρση, φωτισμὸς καὶ θέωση. Ἡ κάθαρση ἀφορᾶ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὴν ἀποκατάσταση τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς. Ὁ φωτισμὸς σχετίζεται μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ, καὶ τὴν γνώση τῶν λόγων τῶν ὄντων, ὁπότε ὁ ἄνθρωπος βλέπει τὰ ὄντα ὡς ἔχουν καὶ μπορεῖ νὰ διακρίνει τὸ ὄντως ἀγαθό. Τὸ τελικὸ στάδιο εἶναι ἡ θέωση, δηλαδὴ ἡ συμμετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴ θεία ζωὴ «κατὰ χάριν». Ἡ θέωση δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἀνθρώπινης προσπάθειας μόνο, εἶναι δῶρο τῆς θείας χάριτος, ἡ ὁποία ὅμως δὲν ἐνεργεῖ μηχανικά, ἀλλὰ προϋποθέτει τὴν συνεργασία τοῦ ἀνθρώπου, καὶ αὐτὴ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν ἄσκηση τῶν ἀρετῶν. Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία τονίζει αὐτὴ τὴν «συνεργία» ἀνάμεσα στὴ θεία χάρη καὶ τὴν ἀνθρώπινη ἐλευθερία.
Ἔτσι, ἡ ἀσκητικὴ ζωὴ λειτουργεῖ ὡς ὁ δρόμος μέσα ἀπὸ τὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος προετοιμάζεται γιὰ τὴν ἐνέργεια τῆς χάριτος. Ἡ καλλιέργεια τῶν ἀρετῶν καθαρίζει τὴν καρδιὰ καὶ καθιστᾶ τὸν ἄνθρωπο δεκτικό τῆς θείας παρουσίας.
Συμπέρασμα
Ἡ ἄποψη τῶν νεο-ὀρθοδόξων ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία δὲν εἶναι ἠθικὴ προκύπτει ἀπὸ μία ἐλλειμματικὴ κατανόηση τῆς ἠθικῆς ὡς συστήματος κανόνων. Βεβαίως, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν περιορίζει τὴν πνευματικὴ ζωὴ σὲ ἕνα ἠθικισμὸ ποὺ ἐξαντλεῖται στὴν τήρηση ἐξωτερικῶν ἐντολῶν. Ὡστόσο, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία στερεῖται ἠθικῆς. Ἀντίθετα, διαθέτει δυναμικὴ ἠθική, ἡ ὁποία ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὴν ἀσκητικὴ παράδοση. Ὅπως καὶ στὴν ἀριστοτελικὴ φιλοσοφία, ἡ ἠθικὴ συνδέεται μὲ τὴν καλλιέργεια τῶν ἀρετῶν καὶ τὴ διαμόρφωση τοῦ χαρακτήρα. Στὴν Ὀρθοδοξία ὅμως ἡ διαδικασία αὐτὴ ἐντάσσεται σὲ ἕνα εὐρύτερο πνευματικὸ πλαίσιο ποὺ στοχεύει στὴν κάθαρση τοῦ ἀνθρώπου, στὸν φωτισμὸ τοῦ νοῦ καὶ τελικὰ στὴ θέωση.
Ἡ ἠθική τῆς Ὀρθοδοξίας δὲν εἶναι οὔτε ἀφηρημένη θεωρία οὔτε σύνολο κανόνων, ἀλλὰ δρόμος ἄσκησης καὶ μεταμόρφωσης, μέσα ἀπὸ τὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος συνεργάζεται μὲ τὴ θεία χάρη, γιὰ νὰ φτάσει στὴν πληρότητα τῆς ἐν Θεῷ ζωῆς. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ δικαιολογεῖται πλήρως ἡ διατύπωση ὅτι ἡ ἠθικὴ τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ἡ ἀσκητική της.
πηγή: orthodoxostypos.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Γράψτε το σχόλιό σας