Τοῦ Μητροπολίτου Ἀντινόης Παντελεήμονος
Ταυτότητα φύλου εἶναι ἡ ἀντίληψη ἑνὸς ἀνθρώπου γιὰ το φῦλο του. Σ’ ὅλες τὶς κοινωνίες ὑπάρχει μία φόρμα φύλων ποὺ ἀποτελεῖ βάση γιὰ τὴ διαμόρφωση τῆς κοινωνικῆς ταυτότητας ἑνὸς ἀτόμου ὅσον ἀφορᾶ στὴν ἀλληλεπίδρασή του μὲ τὰ ὑπόλοιπα μέλη τῆς κοινωνίας.[1]
Βασικὸ πιστεύω κάθε Χριστιανοῦ εἶναι ὅτι ἡ Ἁγία Γραφὴ ἀποτελεῖ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς τὸν παρέδωσε μέσο τῶν προφητῶν καὶ τῶν ἀποστόλων. Εἶναι τὸ σταθερὸ θεμέλιο τῆς χριστιανικῆς Πίστεως, ποὺ παραμένει ἀμετάβλητο ἐπὶ 3.500 χρόνια ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Μωϋσέως (1593-1473 π.Χ. [2]) ἕως τῆς σήμερον. Ἂς δοῦμε λοιπὸν τί ἔχει νὰ μᾶς πεῖ ἡ Ἁγία Γραφή, Παλαιὰ καὶ Καινὴ Διαθήκη, γιὰ τὸ φλέγον ζήτημα τῆς ταυτότητας τοῦ φύλου.
Ἡ Ἁγία Γραφὴ δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ κοινωνικὲς κατασκευές, ὅπως οἱ σεξουαλικὲς ταυτότητες (ΛΟΑΤΚΙ [3] κ.λπ.), γιατί αὐτὲς εἶναι παροδικὲς “ὡσεὶ χνοῦς, ὅν ἐκρίπτει ὁ ἄνεμος ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς” (Ψαλμὸς 1:4). Παράλληλα, δὲν ἐξετάζει αὐτοτελῶς τὸν σεξουαλικὸ προσανατολισμὸ τοῦ ἀνθρώπου. Ἀντίθετα, ἡ Ἁγία Γραφὴ βλέπει τὰ πράγματα μὲ πρακτικὸ τρόπο ἑστιάζοντας στὴ σεξουαλικὴ συμπεριφορὰ καὶ ὄχι στὸν προσανατολισμό. Ἔτσι, ὁ ἑτεροφυλοφιλικὸς προσανατολισμὸς δὲν ἀλλάζει τὴ γνώμη τῆς Γραφῆς γιὰ πράξεις ποὺ εἶναι ἀποδοκιμαστέες, ὅπως ἡ πορνεία καὶ ἡ μοιχεία. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, ἡ ἀρσενοκοιτία ἀποδοκιμάζεται.
Στὸ πρῶτο κεφάλαιο τῆς Γενέσεως περιγράφεται ἡ Δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ ἀνθρώπινο γένος δημιουργήθηκε ἐξαρχῆς ἀπὸ τὸν Θεὸ σὲ δύο. “Καί ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, κατ’ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν, ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς” (Γένεση 1:27).
Ἡ παραδεισένια μακαριότητα ὅμως δὲν κράτησε γιὰ πολύ. Ἀκολούθησε ἡ πτώση καὶ ἡ ἔξωση τῶν Προπατόρων ἀπὸ τὸν κῆπο τῆς Ἐδέμ, τὸν Παράδεισο. Σύντομα οἱ ἄνθρωποι ἄρχισαν νὰ ἀναπαράγονται καὶ ἐξαπλώθηκαν σ’ ὅλη τὴ γῆ. Ἡ σεξουαλικὴ ἀσυδοσία κορυφώθηκε στὰ Σόδομα καὶ Γόμορρα, ὥς καὶ τὰ γύρω χωριὰ (Γένεση 18:20). Στὸ 19ο κεφάλαιο τῆς Γένεσης, ἐξελίσσονται τὰ τραγικὰ γεγονότα ποὺ ἔφεραν τὴν ὁριστικὴ καταστροφὴ τῶν πόλεων. Τὰ Σόδομα ἦταν μία πόλη πλούσια, ἀλλὰ εἶχε κατοίκους παραδομένους στὶς ἡδονές, ποὺ εἶχαν ἀναγάγει τὸ σὲξ μεταξὺ ἀντρῶν σὲ τέχνη (Γένεση 19:24). Ἔτσι, τὰ Σόδομα ἔμειναν στὴν ἱστορία ὡς ἡ πόλη ποὺ ἔκανε μόδα τόν σοδομισμό, δηλαδὴ ἕνα συνδυασμὸ ἀφύσικων σεξουαλικῶν πράξεων, ποὺ ὁδήγησε τελικὰ στὴν καταστροφή τους.
Ὁ Θεὸς θέλει νὰ καθαριστοῦμε καὶ νὰ ἁγιαστοῦμε. Καὶ ὁ ἁγιασμός, ὅπως τονίζει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, κινδυνεύει ἰδιαίτερα ἀπὸ τὰ σαρκικὰ πάθη (Α΄ Θεσσαλονικεῖς 4:3-8).
Στὸ Λευϊτικό, τὸ τρίτο βιβλίο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ὁ Θεὸς παραδίδει λεπτομερεῖς ἠθικὲς διατάξεις γιὰ τὸν λαό Του. Μεταξὺ αὐτῶν βρίσκεται καὶ μία ἀπερίφραστη ἀποδοκιμασία τῶν ὁμόφυλων σεξουαλικῶν πράξεων (Λευϊτικὸ 18:22 καὶ 20:13). Τὸ σὲξ μεταξὺ ἀντρῶν περιγράφεται στὶς διατάξεις αὐτὲς ὡς κοίτη μετ’ ἄρσενος ἢ ἀρσενοκοιτία καὶ χαρακτηρίζεται ὡς βδέλυγμα πρὸς ἀποφυγή.
Παρὰ τὸν Νόμον ποὺ παρέλαβε ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ λαὸς τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα παρέμειναν δέσμιοι τῆς ἁμαρτίας. Τότε ἦλθε ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔλαβε λογικὴ ψυχὴ καὶ σάρκα καὶ ντύθηκε ὅλη τὴν ἀνθρώπινη φύση, χωρὶς τὴν ἁμαρτία, μὲ σκοπὸ νὰ τὴν ἐξαγιάσει. Ὁ Χριστὸς θεωροῦσε τὶς σαρκικὲς πράξεις καὶ ἐπιθυμίες ὡς αἰτία ποὺ μολύνει τὸν ἄνθρωπο (Μᾶρκον 7:21-23).
Ὁ Χριστὸς δὲν μένει μόνο στὴν ἀποδοκιμασία τῆς μοιχείας (τῶν ἐξωσυζυγικῶν σχέσεων) καὶ τῆς πορνείας (τῶν προγαμιαίων σχέσεων), ἀλλὰ τονίζει ὅτι ρίζα καὶ αἰτία ὅλων αὐτῶν εἶναι οἱ ἐσωτερικές μας ἐπιθυμίες (Ματθαῖον 5:28). Στὴ διδασκαλία του, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ξεκαθαρίζει ὅτι οἱ ὁμοσεξουαλικὲς πράξεις εἶναι πράξεις ἀντίθετες στὴ φύση καὶ σύμπτωμα τῆς ἀπομάκρυνσής μας ἀπὸ τὸν Θεὸ (Ρωμαίους 1:25-27).
Οἱ σεξουαλικὲς πράξεις μεταξὺ προσώπων τοῦ ἴδιου φύλου δὲν ἦταν ἄγνωστες στὸν ἀρχαῖο ρωμαϊκὸ κόσμο. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ ξεκαθαρίσει ὅτι οἱ πράξεις αὐτὲς ἔρχονται σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὅταν μάλιστα μένουν ἀμετανόητες, μπορεῖ νὰ ὁδηγήσουν στὴν αἰώνια καταδίκη μας (Α΄ Κορινθίους 6:9-10). Ἡ ἀρσενοκοιτία ἀπαριθμεῖται μεταξὺ τῶν πράξεων ποὺ μποροῦν νὰ διακινδυνεύσουν τὴ σωτηρία μας (Α΄ Κορινθίους 6:11). Χρειάζεται ἀγώνα καὶ φιλότιμη προσπάθεια μὲ πίστη στὸν Θεό, ὥστε μὲ τὴ χάρη Του νὰ ξεπεράσουμε τὸ σαρκικό μας φρόνημα (Κολοσσαεῖς 3:5-7).
Ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ καθαγιάσει μία ὁμοφυλοφιλικὴ σχέση, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ πόσο ἀγαπημένα ἢ ἀφοσιωμένα εἶναι τὰ δύο ἄτομα. Ἡ σχέση αὐτὴ εἶναι ἀντίθετη στὴ διδαχὴ τῆς Ἁγίας Γραφῆς (Λευϊτικὸν 18:12, Α΄ Κoρ. 6:9-11, A΄ Τιμ 8:1-10) καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφράσει τὴν μυστικὴ ἱερὴ σύζευξη ποὺ ἀποτελεῖ τὸν χριστιανικὸ Γάμο. Δύο Ἀδὰμ ἢ δύο Εὖες ἑνωμένοι/ες σὲ μία ἀπομίμηση γάμου διαστρεβλώνουν τὴν “εἰκόνα τοῦ Θεοῦ” ἐντός τῆς ἀνθρωπότητας, παραμορφώνουν καὶ παραποιοῦν τὴν σωτήρια σχέση μεταξύ τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ δὲν μποροῦν νὰ ἐκπληρώσουν τὴν ἐντολὴ “αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε” (Γένεση 1:28).
Ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Ἠθικὴ ὑποστηρίζει ὅτι ὁ γάμος καὶ ἡ συνουσία εἶναι ἱερὰ μυστήρια, ποὺ προσανατολίζουν πέρα ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους στὸ Χριστιανικὸ μυστήριο τοῦ Θεοῦ, καὶ στὴν λυτρωτική Του αὐτοπροσφορὰ μέσῳ τῆς ἐνσαρκώσεως, ἡ ὁποία πραγματοποιεῖται μέσα στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ κάθε σεξουαλικὸς προσανατολισμός, εἴτε ὁμοφυλοφιλικὸς εἴτε ἑτεροφυλοφιλικός, δὲν ἀποτελεῖ δικαιολογία, γιὰ νὰ παραβαίνουμε τὸν Νόμο ποὺ μᾶς παρέδωσε ὁ Θεός. Ἡ σαρκικὴ ἐπιθυμία εἶναι ἕνα πάθος ποὺ ὅταν χρονίζει ὁδηγεῖ στὸν πνευματικὸ θάνατο (Ἰακώβου 1:14-15). Ὅμως ὁ πνευματικὸς θάνατος φέρνει μαζὶ καὶ τὴν τιμωρία τοῦ Θεοῦ. Μία τιμωρία πού, ὅπως ξέσπασε πάνω στὰ Σόδομα καὶ Γόμορρα, ἔτσι θὰ ξεσπάσει πάλι ἐπάνω σ’ ὅσους πορεύονται σύμφωνα μὲ τὴν πνευματική τους τυφλότητα (Β΄ Πέτρου 2:6,9-10).
Παρατηροῦμε, λοιπόν, ὅτι ἡ Ἁγία Γραφὴ προειδοποιεῖ μὲ δύναμη κατὰ τῶν σαρκικῶν ἁμαρτημάτων, μὲ σκοπὸ νὰ μᾶς σώσει ἀπὸ τὴν καταστροφὴ στὴν ὁποία μᾶς σπρώχνει μὲ μεθοδικότητα ὁ Διάβολος. Ἀκόμη καὶ μέσα στὸ πιὸ ἁμαρτωλὸ περιβάλλον προειδοποιεῖ καὶ ἀφυπνίζει ἀπὸ τὸν ὕπνο τῶν παθῶν (Α΄ Τιμόθεον 1:9-10). Ἡ αἰώνια καταδίκη θὰ ἔλθει καὶ γιά μᾶς, ἂν δὲν μετανοήσουμε γιὰ ὅσα κακὰ ἔχουμε πράξει (Ἀποκάλυψη 21:8).
Τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ προσφέρει θετικές προοπτικές. Εἶναι τὸ ἱερό μας καθῆκον ὄχι μόνο νὰ ἐπισημαίνουμε τὰ θεολογικὰ λάθη τοῦ ὁμοφυλοφιλικοῦ γάμου, ἀλλὰ ἐπίσης νὰ βοηθήσουμε ἐνεργὰ ὅσους παλεύουν μὲ τὸ πάθος τῆς ὁμοφυλοφιλίας. Ὅλοι εἴμαστε ἄπειρα ἀγαπημένοι καὶ πολύτιμοι στὸ Θεό. Τὸ μῖσος δὲν ἔχει θέση σ’ αὐτὸ τὸ πεδίο μάχης. Ἀντίθετα, οἱ Χριστιανοὶ πρέπει νὰ εἶναι οἱ πρῶτοι ποὺ τρέχουν νὰ ὑπερασπιστοῦν ὅλους αὐτοὺς ποὺ ἔχουν τραυματιστεῖ, πληγωθεῖ, ἢ ἐκφοβιστεῖ ἀπὸ ἀντιπάλους, τῶν ὁποίων οἱ καρδιὲς εἶναι γεμᾶτες μῖσος. Πρέπει νὰ συνεχίσουμε νὰ διαδίδουμε τὴν ἀλήθεια μὲ ἀγάπη, παρόλο ποὺ αὐτὴ ἡ ἀλήθεια περιέχει αὐτὸ τὸ ἀντικομφορμιστικὸ μήνυμα. Ἕνα μήνυμα ποὺ καλεῖ τοὺς ἀνθρώπους σὲ μία ζωὴ ἀληθινῆς ὁλοκλήρωσης, μέσῳ τοῦ σωτήριου Εὐαγγελίου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ: «Μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 3:2).
Σημειώσεις:
[1] Sexual Orientation and Gender Expression in Social Work Practice, edited by Deana F. Morrow and Lori Messinger (2006, ISBN 0231501862), page 8: “Gender identity refers to an individual’s personal sense of identity as masculine or feminine, or some combination thereof.” CollinsDictionary.com. Collins English Dictionary—Complete & Unabridged 11th Edition. Retrieved 3 December 2012. [2] «ΟΙ ΜΗΝΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑΪΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ». users.sch.gr. Ἀρχειοθετήθηκε ἀπὸ τὸ πρωτότυπο στίς 4 Νοεμβρίου 2019. Ἀνακτήθηκε στὶς 30 Νοεμβρίου 2019. [3] Τὸ ἀρκτικόλεξο ΛΟΑΤ (LGBT) ἀναφέρεται στὶς παρακάτω λέξεις: λέσβια, ὁμοφυλόφιλος, ἀμφιφυλόφιλος, καὶ τρανστζέντερ (διεμφυλικὸς/η). Κάποιοι συμπεριλαμβάνουν ἄτομα ποὺ αὐτοπροσδιορίζονται ὡς “ἰντερσὲξ” (μεσοφυλικὸς/η), μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἐπέκταση ΛΟΑΤΚΙ (LGBTQI).
πηγή: orthodoxostypos.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Γράψτε το σχόλιό σας