Τοῦ κ. Παύλου Κλιματσάκη
Ἡ σύγχρονη ἀπόπειρα διαλόγου μεταξὺ ὀρθόδοξης θεολογίας καὶ ψυχανάλυσης ἐγείρει ἕνα θεμελιῶδες ἐρώτημα: πρόκειται γιὰ δύο συμπληρωματικοὺς λόγους περὶ τοῦ ἀνθρώπου, ἢ γιὰ δύο ριζικῶς ἀσύμβατες ἀνθρωπολογικὲς καὶ ὀντολογικὲς προσεγγίσεις; Τὸ ἐρώτημα δὲν εἶναι ψυχολογικὸ οὔτε ποιμαντικό· εἶναι ὀντολογικό. Ἀφορᾶ τὸ τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, πῶς συγκροτεῖται ὡς ὑποκείμενο, ποιὰ εἶναι ἡ πηγὴ τῶν πράξεών του, καὶ ἂν ἡ ἐλευθερία του μπορεῖ νὰ ἀναχθεῖ σὲ ἑρμηνεύσιμη ἀναγκαιότητα. Μὲ τὸ παρὸν ἄρθρο καθιστοῦμε φανερὴ τὴν ἀσυμβατότητα τῆς ὀρθόδοξης ὀντολογίας μὲ τὴν ψυχανάλυση. Ἀναφερόμαστε στὶς βασικὲς θέσεις τοῦ Sigmund Freud καὶ τοῦ Jacques Lacan γιὰ τὸ ἀσυνείδητο καὶ τὴ συγκρότηση τοῦ ὑποκειμένου, καί,
ἀφετέρου, στὴν θεολογικὴ ἀνθρωπολογία τοῦ Ἰωάννη Δαμασκηνοῦ καὶ τοῦ Μαξίμου Ὁμολογητῆ.Ι. Ἡ ψυχαναλυτικὴ ὀντολογία τοῦ ὑποκειμένου
Ἡ φροϋδικὴ ψυχανάλυση θεμελιώνεται στὴν παραδοχὴ ὅτι ὁ ψυχισμὸς δὲν εἶναι οὔτε ἑνιαῖος οὔτε διαφανής στὸν ἑαυτό του. Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι κύριος στὸ ἴδιο του τὸ ψυχικὸ σπίτι. Τὸ λεγόμενο ἀσυνείδητο ἀποτελεῖ μία ἐνεργὸ δυναμικὴ περιοχὴ τοῦ ἀνθρώπινου ψυχισμοῦ ποὺ ἐπηρεάζει καθοριστικὰ τὴ συμπεριφορά, χωρὶς ὁ ἴδιος ὁ φορέας της νὰ τὸ γνωρίζει ἢ νὰ τὸ ἐλέγχει. Ὁ Freud παρουσίασε τὸ ἀσυνείδητο μὲ δύο τρόπους: Στὸ καλούμενο “τοπικὸ σχῆμα” (συνειδητὸ-προσυνείδητο-ἀσυνείδητο), ὁ Freud περιέγραψε τὸ ἀσυνείδητο ὡς χῶρο ἀπωθημένων παραστάσεων καὶ ἐπιθυμιῶν ποὺ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἰσέλθουν στὴ συνείδηση. Σὲ ἕνα δεύτερο “δομικὸ σχῆμα” (Ἐγὼ-Αὐτὸ-Ὑπερεγὼ) τὸ Ἐγὼ βρίσκεται ἀνάμεσα στὶς ὁρμητικὲς ἀπαιτήσεις τοῦ Αὐτό, ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς σεξουαλικῆς καὶ τῆς ἐπιθετικῆς ὁρμῆς, καὶ τὶς ἀπαγορεύσεις τοῦ Ὑπερεγώ, τὸ ὁποῖο ἐσωτερικεύει τοὺς κοινωνικοὺς καὶ ἠθικοὺς κανόνες.
Τὸ κρίσιμο εἶναι τὸ ἑξῆς: Ἡ ἀνθρώπινη πράξη δὲν ἀπορρέει πρωτίστως ἀπὸ συνειδητὴ ἀπόφαση· εἶναι συχνὰ προϊὸν σύγκρουσης αὐτῶν τῶν συστημάτων, κι ὁ ἄνθρωπος ἀντιλαμβάνεται μόνον ἐκ τῶν ὑστέρων, μέσῳ τῆς ψυχαναλυτικῆς ἐργασίας, τὶς πραγματικὲς κινητήριες δυνάμεις τῶν ἐπιλογῶν του. Κεντρικοὶ μηχανισμοὶ αὐτῆς τῆς ψυχοδυναμικῆς εἶναι ἡ ἀπώθηση, ἡ προβολή, ἡ συμπύκνωση καὶ ἡ μετάθεση. Ἡ ἀπώθηση ἀποκλείει ἀπὸ τὴ συνείδηση ἀνεπιθύμητα περιεχόμενα· ἡ προβολὴ τὰ ἀποδίδει σὲ ἄλλους· ἡ συμπύκνωση καὶ ἡ μετάθεση μεταμορφώνουν τὰ ἀπωθημένα σὲ σύμπτωμα ἢ ὄνειρο. Ὀντολογικὰ καθοριστικὸ εἶναι τὸ ἑξῆς: τὸ σύμπτωμα ἢ τὸ ὄνειρο ἔχουν αἰτία τὴν σύγκρουση ἀνάμεσα στὰ ἀναφερθέντα ἐπίπεδα τοῦ ψυχισμοῦ, ἡ ὁποία εἶναι δομικὴ καὶ ἀναγκαία. Ἡ ψυχαναλυτικὴ ἑρμηνεία ὡς τέτοια προϋποθέτει αὐτὴ τὴ δομικὴ αἰτιότητα: ἂν δὲν ὑπάρχει ἀναγκαία σύνδεση μεταξὺ ἀσυνειδήτου καὶ συμπεριφορᾶς, ἡ ἑρμηνεία χάνει τὸ ἔδαφός της.
Ὁ Jacques Lacan ἀναδιατύπωσε ριζικὰ τὸν Freud, μετατοπίζοντας τὸ κέντρο βάρους ἀπὸ τὴ βιολογικὴ ὁρμὴ στὴ γλωσσικὴ καὶ συμβολικὴ δομὴ τοῦ ψυχισμοῦ. Κεντρικὴ διατύπωση τῆς θεωρίας του εἶναι ἡ θέση ὅτι «τὸ ἀσυνείδητο εἶναι δομημένο σὰν γλώσσα»: τὰ ψυχικὰ περιεχόμενα δὲν λειτουργοῦν ὡς χαοτικὲς δυνάμεις ἀλλὰ κατὰ τρόπους ἀνάλογους μὲ τὴ λειτουργία γλωσσικῶν μηχανισμῶν. Γιὰ τὸν Lacan, τὸ ὑποκείμενο συγκροτεῖται μέσα ἀπὸ τὴ συμβολικὴ τάξη, δηλαδὴ μέσα ἀπὸ τὸ πλέγμα προϋπαρχόντων σημαινόντων. Τὸ ἀνθρώπινο ὑποκείμενο ὑπάρχει μέσα σὲ μία δομή: οἰκογενειακή, γλωσσική, κοινωνική. Τὸ στάδιο τοῦ καθρέφτη (stade du miroir) ἀποκαλύπτει ὅτι τὸ Ἐγὼ δὲν εἶναι αὐθεντικὸ κέντρο τοῦ ἑαυτοῦ, ἀλλὰ εἰκόνα ποὺ τὸ ὑποκείμενο οἰκειοποιεῖται ἀπὸ ἔξω· ἡ ταυτότητά του οἰκοδομεῖται στὴν ἀναγνώριση ἀπὸ τὸν ἄλλο καὶ ἡ ἐπιθυμία τοῦ ὑποκειμένου εἶναι ἐπιθυμία τοῦ Ἄλλου.
Ὁ Lacan θεωρεῖ ὅτι ὑπάρχει μία μόνιμη ἔλλειψη στὸν ψυχισμό, ἡ ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκατασταθεῖ, διότι εἶναι δομικὸς ὅρος τοῦ ἀνθρώπινου ψυχισμοῦ. Ἡ ἐπιθυμία δὲν ἱκανοποιεῖται ποτέ, διότι τὸ ἀνθρώπινο ὑποκείμενο εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ διχασμένο, καθὼς κατὰ τὴν εἴσοδό του στὴ γλώσσα χάνει τὸ φαντασιακὸ ὁλόκληρο Πρᾶγμα. Ἐπὶ παραδείγματι, στὴν ἀρχὴ ἡ ἑνότητα μὲ τὴν μητέρα εἶναι ἄμεση, ἀλλὰ ὅταν τὸ παιδὶ μαθαίνει τὴν γλώσσα ἡ μητέρα γίνεται ἕνα ξεχωριστὸ ἀντικείμενο ἐπιθυμίας. Ὡστόσο, ἡ ἐπιθυμία δὲν ἀποβλέπει σὲ πλήρωση, ἀλλὰ ἀνακυκλώνεται γύρω ἀπὸ τὸ ἀντικείμενο-αἴτιο, καὶ δημιουργεῖται ἔτσι ἕνα κενὸ ποὺ κινεῖ τὴν ἐπιθυμία χωρὶς ποτὲ τὸ κενὸ νὰ καλύπτεται. Ἡ διχοστασία τοῦ ὑποκειμένου εἶναι γιὰ τὸν Lacan κανονικότητα καὶ ὄχι παρεκτροπή· ἡ ἐσωτερικὴ διαίρεση εἶναι συστατική, ὄχι παράδοξη.
ΙΙ. Ἡ ὀρθόδοξος ἀνθρωπολογία
Ὁ Ἅγ. Ἰωάννης Δαμασκηνὸς ὁρίζει τὸν ἄνθρωπο ὡς λογικὸ καὶ αὐτεξούσιο ὄν. Τὸ αὐτεξούσιο δὲν νοεῖται ἐδῶ ὡς ψυχολογικὴ ἰδιότητα ἢ ἐμπειρικὴ δυνατότητα ἐπιλογῆς· εἶναι ὀντολογικὸ χαρακτηριστικὸ ποὺ ἀνήκει στὴ φύση ὡς τέτοια. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀρχὴ τῶν ἰδίων ἐνεργειῶν του, κατὰ τρόπον ὥστε καμία ἐξωτερικὴ ἢ ἐσωτερικὴ δύναμη δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἀκυρώσει χωρὶς νὰ ἀκυρώσει καὶ τὴν ἀνθρώπινη φύση.
Ὁ Δαμασκηνὸς γνωρίζει βεβαίως καὶ τὰ πάθη· γνωρίζει τὶς ὁρμές, τὶς κλίσεις, τὶς συνήθειες ποὺ δεσμεύουν. Ἀλλὰ τὰ πάθη γι’ αὐτὸν δὲν εἶναι αὐτόνομες αἰτιακὲς ἀρχές· εἶναι ἀποτέλεσμα ἐλεύθερης κακῆς χρήσης τῶν φυσικῶν δυνάμεων καὶ παγίωσής τους σὲ ἕξεις. Ἡ πτώση, ὁ πρωταρχικὸς χωρισμὸς ἀπό τὸν Θεό, δὲν κατέστρεψε τὴ φύση· ἡ φύση παραμένει καλή, «κατ’ εἰκόνα» Θεοῦ. Ἡ διαφθορὰ ἀφορᾶ τὸν τρόπο χρήσης της.
Ἡ συμβολὴ τοῦ Ἁγ. Μαξίμου Ὁμολογητῆ στὴ θεολογικὴ ἀνθρωπολογία εἶναι ἀποφασιστική. Ὁ Μάξιμος διακρίνει μεταξὺ φυσικοῦ θελήματος καὶ γνωμικοῦ θελήματος, πρόκειται μία διάκριση μὲ βαθύτατες ὀντολογικὲς συνέπειες. Τὸ φυσικὸ θέλημα εἶναι ἡ ἐγγενὴς κίνηση τῆς φύσεως πρὸς τὸν Θεό, ἡ ἔμφυτη ὁρμὴ κάθε κτιστῆς ὕπαρξης πρὸς τὴν ἐκπλήρωσή της στὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό. Δὲν πρόκειται γιὰ «βούληση» μὲ ψυχολογικὴ σημασία· εἶναι ὀντολογικὴ τάση.Τὸ γνωμικὸ θέλημα, ἀντιθέτως, εἶναι ὁ τρόπος προσωπικῆς χρήσης τῆς ἐλευθερίας, ἡ δυνατότητα «γνώμης», δηλαδὴ ἐπιλογῆς μεταξὺ τρόπων ὕπαρξης. Στὸν Χριστό, ὁ Μάξιμος ὑποστηρίζει ὅτι δὲν ὑπάρχει γνωμικὸ θέλημα, ἀκριβῶς διότι ἡ ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ εἶναι τέλεια καὶ δὲν «ψάχνει» τὸν Θεό· τὸν ἔχει ἤδη πλήρως.
Ἡ ἁμαρτία, κατὰ τὸν Μάξιμο, δὲν εἰσάγει δομικὴ διχοτόμηση τῆς φύσεως. Δὲν διαλύει τὴν κατ’ εἰκόνα ἀνθρωπολογία. Εἰσάγει λανθασμένο τρόπο ὑπάρξεως: τὴ φιλαυτία, τὴ στροφὴ τῆς κτιστῆς ἐλευθερίας πρὸς τὸν ἑαυτό της ἀντὶ πρὸς τὸν Θεό. Ἡ ἐσωτερικὴ διαίρεση εἶναι ἀποτέλεσμα τρόπου καὶ ὄχι οὐσίας. Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ κρίσιμη διαφορὰ ἀπὸ τὴ λακανικὴ ἔλλειψη: στὸν Μάξιμο δὲν ὑπάρχει δομικὴ ἀνεπάρκεια, ὑπάρχει ἐλεύθερη ἀποστασία.
ΙΙΙ. Τὰ θεμελιώδη σημεῖα τῆς ἀσυμβατότητας
Ἡ ψυχανάλυση θεμελιώνεται στὴν ὕπαρξη ἀσυνειδήτου ποὺ ἐπηρεάζει καθοριστικὰ τὴ συμπεριφορά. Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία δὲν ἀρνεῖται ὅτι ὑπάρχουν μὴ-συνειδητὲς κινήσεις τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ δὲν τὶς θεμελιώνει ὡς αὐτόνομη αἰτιακὴ ἀρχὴ ποὺ λειτουργεῖ ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἐλευθερία. Τὸ κρίσιμο ἐρώτημα εἶναι: ἂν ἡ συμπεριφορὰ ἐξηγεῖται πλήρως ἀπὸ ἀσυνείδητες δομές, τί ἀπομένει ἀπὸ τὸ αὐτεξούσιο; Ἂν ἡ «ἐλευθερία» εἶναι ἐκ τῶν ὑστέρων ὀρθολογισμὸς αὐτῶν ποὺ ἡ δομὴ ἤδη ἀποφάσισε, τότε ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι πρόσωπο, ἀλλὰ μηχανισμός. Στὴν πατερικὴ σκέψη ὅμως ἡ ἐλευθερία εἶναι πρωτογενὴς ἀρχὴ αἰτιότητας, δὲν εἶναι “ψυχολογικὴ αἴσθηση”, ἀλλὰ ὀντολογικὸ γεγονός.
Δομὴ ἔναντι τρόπου: Ἡ ψυχανάλυση βλέπει τὴ σύγκρουση ὡς δομή· ἡ ὀρθόδοξη θεολογία τὴ βλέπει ὡς ἀποτέλεσμα κακοῦ τρόπου. Ἡ διαφορὰ αὐτὴ εἶναι ριζική. Δομὴ σημαίνει ἀναγκαιότητα: ἂν ἡ ἐσωτερικὴ διαίρεση ἀνήκει στὴ σύσταση τοῦ ὑποκειμένου, τότε δὲν ἐπιδέχεται λύτρωση, ἀλλὰ μόνο διαχείριση. Τρόπος σημαίνει ἐλευθερία: ἂν ἡ διαίρεση εἶναι ἀποτέλεσμα στάσης, τότε μπορεῖ νὰ μεταβληθεῖ μέσα ἀπὸ ἄλλη στάση, μέσα ἀπὸ μετάνοια.
Ἔλλειψη ἔναντι πληρότητας: Στὸν Lacan ἡ ἔλλειψη εἶναι συστατική· δὲν ὑπάρχει «πρὶν» τὴ διχοτόμηση, δὲν ὑπάρχει πρωταρχικὴ ἑνότητα ποὺ χάθηκε. Στὸν Μάξιμο ἡ φύση ἔχει φυσικὴ κίνηση πρὸς πληρότητα· ἡ ἔλλειψη εἶναι ἀποτέλεσμα ἀποστασίας, ὄχι δομικὸς ὅρος ὕπαρξης. Ἡ ὀρθοδοξία γνωρίζει δημιουργία «κατ’ εἰκόνα» μὲ κλήση πρὸς θέωση, πρόκειται γιὰ τελεολογικὴ ὀντολογία ποὺ ἡ ψυχανάλυση δὲν διαθέτει κἄν ὡς δυνατότητα.
Ἑρμηνεία ἔναντι εὐθύνης: Ἡ ψυχανάλυση ἐπιδιώκει ἑρμηνεία μέσῳ αἰτιότητας· ἡ ὀρθόδοξη θεολογία ἐπιμένει στὴν εὐθύνη τοῦ προσώπου. Ἂν ἡ πράξη ἀναχθεῖ πλήρως σὲ αἰτιακὴ δομή, ἡ μετάνοια μετατρέπεται σὲ θεραπευτικὴ διαδικασία αὐτογνωσίας, μία ἐξερεύνηση τοῦ παρελθόντος γιὰ τὴν κατανόηση τοῦ παρόντος. Στὴν ὀρθόδοξη παράδοση, ὡστόσο, ἡ μετάνοια εἶναι ἐλεύθερη μεταστροφὴ τρόπου ὑπάρξεως, μία κίνηση ὄχι πρὸς τά πίσω ἀλλὰ πρὸς τὰ ἐμπρός, ἐσχατολογικὰ προσανατολισμένη.
Συμπέρασμα
Ἡ ἀσυμβατότητα μεταξὺ ὀρθόδοξης ὀντολογίας καὶ ψυχανάλυσης δὲν εἶναι ἁπλὴ διαφορὰ ὁρολογίας ἢ προσέγγισης. Εἶναι διαφορὰ θεμελίωσης, ποὺ ἀφορᾶ τὴν ἴδια τὴν κατανόηση τοῦ τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ἡ ψυχανάλυση θεμελιώνεται στὴν αἰτιακὴ δομὴ τοῦ ἀσυνειδήτου, βλέπει τὴ σύγκρουση ὡς συστατική, καὶ ἑρμηνεύει τὴ συμπεριφορὰ μέσῳ ἀναγκαιότητας. Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία θεμελιώνεται στὸ αὐτεξούσιο, βλέπει τὴ διαίρεση ὡς λανθασμένο τρόπο, καὶ κατανοεῖ τὴν πράξη τελεολογικὰ καὶ ὄχι αἰτιοκρατικά.
Ἡ ἐλευθερία, στὴν πατερικὴ σκέψη, δὲν ἐξηγεῖται ἐμπειρικὰ οὔτε ἀντιμετωπίζεται ὡς ψευδαίσθηση ποὺ κρύβει βαθύτερους μηχανισμούς. Εἶναι κτιστή, ἄρα πεπερασμένη· ἀλλὰ εἶναι πραγματική, πρωτογενὴς ἀρχὴ αἰτιότητας ποὺ δὲν ἀνάγεται σὲ τίποτα ἄλλο. Κάθε ἀπόπειρα πλήρους σύνθεσης τῶν δύο συστημάτων συναντᾶ αὐτὸ τὸ ὀντολογικὸ ὅριο. Ἡ ψυχανάλυση μιλᾶ γιὰ τὸ ὑποκείμενο τῆς δομῆς. Ἡ ὀρθοδοξία μιλᾶ γιὰ τὸ πρόσωπο τῆς ἐλευθερίας. Καὶ αὐτὲς οἱ δύο ὀντολογίες δὲν συμπίπτουν, ἐπειδὴ ἔχουν διαφορετικὲς πρῶτες ἀρχές, διαφορετικὰ τελικὰ αἴτια, καὶ διαφορετικὲς εἰκόνες τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ βέβαια δὲν χρειάζεται κἄν νὰ ἀναφέρουμε ποιὰ εἶναι ἐκείνη ποὺ σώζει!
πηγή: orthodoxostypos.gr
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Γράψτε το σχόλιό σας