Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

Αρέσκεται, άραγε, ο άνθρωπος, εις την συνομιλίαν μετά του Θεού;


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ
6 ΜΑΪΟΥ 2018
Απόστολος: Πραξ. ια´ 19-30
Ευαγγέλιον: ’Ιωαν. δ΄  5-42
Ήχος: δ΄ .- Εωθινόν: Ζ΄
ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ
«ει ήδεις την δωρεάν του Θεού,
και τις εστιν ο λέγων σοι, δος μοι πιείν,

συ αν ήτησας αυτόν,
και έδωκεν αν σοι ύδωρ ζων» (Ιωάν. Δ  10)
Μεγάλη τιμή
Πολύ ολίγοι, είναι οι Λόγοι του Κυρίου μας Ιησού Χριστού τους οποίους είπε σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις με συγκεκριμένα πρόσωπα. Κάποιες φράσεις σε συγκεκριμένους μαθητάς του, κάποια λόγια προς τον Πιλάτον και τους Αρχιερείς των Εβραίων κατά τας ώρας του Πάθους Του, κάποιες, σχεδόν, μονολεκτικές απαντήσεις και θα τολμούσαμε να είπωμεν ότι ο Ραββί, μάλλον ηρέσκετο, εις την σιωπήν και την ολιγολογίαν.
Ελάχιστες φορές όμως, θα ίδωμεν τον Κύριόν μας, να αρέσκεται και να «πολυλογή» και να επιδιώκη την συζήτησιν με συγκεκριμένα πρόσωπα. Εκεί, μετά τον Μυστικόν Δείπνον, οδεύων μετά των μαθητών του προς τον κήπον των ελαιών, ως περιγράφει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, η μετά του «εκ των Φαρισαίων», Νικοδήμου κατά την διάρκειαν μιας νυκτός η και πάλιν μετά των μαθητών Του, διδάσκων αυτούς τα περί του υπερφυούς μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, ευθύς μετά το καταπληκτικόν θαύμα του χορτασμού των πεντακισχιλίων ανδρών (χωρίς γυναικών και παιδίων), δια πέντε άρτων και δύο ιχθύων. Τούτο, βεβαίως, συνέβαινε, διότι οι λόγοι του Κυρίου ήσαν και είναι λόγοι Θεϊκοί και θα έπρεπε να ακούωνται απ’ εκείνους που θα τους κατανοούσαν και θα τους εκτιμού­σαν.
Τούτο, θα ελέγωμεν ότι διαφαίνεται εις την σημερινήν Ευαγγελικήν περικοπήν, και κυρίως εις την φράσιν με την οποίαν ηρχίσαμεν. Είναι η απάντησις, εις την άρνησιν της Σαμαρείτιδος, να προσφέρη ολίγον ύδωρ εις τον Κύριον, ο οποίος μόλις προ ολίγου της εζήτησεν. «ει ήδεις την δωρεάν του Θεού, …», δηλαδή, «αν ήξερες, τι δώρον σου κάνει ο Θεός, …»! Αυτά τα λόγια, μας δίνουν να καταλάβουμε ότι το να συν­ομιλή κάποιος με τον Κύριο, είναι υψίστη τιμή και δια τούτο άλλως τε – ως προεγράψαμεν – παρόμοιαι συζητήσεις, έμειναν εις την αιώνιον ανάμνησιν και κατεγράφησαν υπό της Αγίας Γραφής.
Αρέσκεται, άραγε, ο άνθρωπος,
εις την συνομιλίαν μετά του Θεού;
Το ερώτημα τούτο, αφ’ ενός μεν, αναδεικνύει μία μοναδική πραγματικότητα˙ δηλαδή την τιμή που μας κάνει ο Κύριος, να μας δέχεται σε προσωπική συνομιλία μαζί Του. Αφ’ ετέρου όμως θα πρέπη να δούμε, κατά πόσον ο άνθρωπος εκτιμά αυτήν ακριβώς την τιμήν που του κάνει ο Κύριος να τον δέχεται σε συνομιλία και κατά πόσον την «εκμεταλλεύεται». Θεωρούμε μεγάλη τιμή δια τον εαυτόν μας, το να έχουμε και να διατηρούμε γνωριμίες με πρόσωπα τα οποία κατέχουν αξιώματα και διαθέτουν μία κοσμική αποδοχή και «επιφάνεια» και, με πολλήν χαράν και ευχαρίστησιν θα συζητούσαμε μετ’ αυτών επί ολοκλήρους ώρας χωρίς να επιτρέπωμεν εις τον εαυτόν μας την παραμικράν κόπωσιν. Ακόμη και όταν η φυσιολογική κούραση μας καταβάλλη, προσπαθούμε να την κατανικήσωμεν, προκειμένου να μη κακοχαρακτηρισθούμε από τους κοσμικούς ανθρώπους.
Συμβαίνει όμως το ίδιο και όταν πρόκειται δια την συνομιλίαν μας με τον Θεόν; Αισθανόμεθα και εν προκειμένω την όντως υψίστην τιμήν που μας γίνεται την στιγμήν εκείνην και χαιρόμεθα και προσπαθούμε να την εκμεταλλευθούμε και να την απολαύσωμεν;
Εάν ανατρέξωμεν εις τους λόγους και την διδασκαλίαν Αυτού του Ιδίου του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, θα καταλάβωμεν ότι η προσευχή είναι το «πρώτο ζητούμενο» από εκεί­­νον που επιδιώκει και θέλει την κατά Χριστόν ζωήν. Ο Κύριός μας, παρ’ ότι ως τέλειος Θεός, δεν την έχει ανάγκην, ως τέλειος όμως άνθρωπος έχει την προσευχήν, καθημερινήν και ολονύκτιον πολλάκις. Ιδίως δε, κατά τας δυσκόλους στιγμάς του πάθους Του, η προσευχή Του είχε ιδιαίτερα στοιχεία εντάσεως και εξαρτήσεως από τον Θεόν. «Ος εν ταις ημέραις της σαρκός Αυτού δεήσεις τε και ικετηρίας προς τον δυνάμενον σώζειν αυτόν εκ θανάτου μετά κραυγής ισχυράς και δακρύων προσενέγκας και εισακουσθείς από της ευλαβείας» (Εβρ. Ε  7). Με το παράδειγμά Του πρωτίστως λοιπόν, αλλά και διδάσκων την προσευχήν ως το πλέον αποτελεσματικόν όπλον του πιστού εις την όποιαδήποτε δύσκολον κατάστασιν, μας εγγυάται τα ασφαλέστερα αποτελέσματα αλλά και την δύναμιν του Θεού, «ενεργούσαν δι’ ημών».
Και εις την ζωήν των Αγίων όμως, Αποστόλων και Πατέρων της Εκκλησίας και μαρτύρων, κυρίως δε, Οσίων και Ασκητών, θα διαπιστώσωμεν ότι η πρώτη επιδίωξις και ο απώτερος σκοπός των, ήταν να έχουν αυτήν την συνεχή επαφήν και επικοινωνίαν μετά του Θεού. Ο Αποστολικός λόγος «αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α  Θεσσαλ. Ε  17) καθώς και η Θεολογική υπόδειξις του επωνύμου της Θεολογίας, Γρηγορίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, «μνημονευτέον Θεού μάλλον η αναπνευστέον», ήταν η πρώτη τους αναζήτησις, από την οποίαν θα ήρχετο εις την συνέχειαν και η ολοκληρωτική αγάπη και αφοσίωσις εις τον Θεόν. Αι κοσμικαί και ανούσιοι συζητήσεις απεφεύγοντο πλήρως και περιορίζοντο εις ελαχίστας μόνον λέξεις δια την απαραίτητον καθημερινήν συνεννόησιν. Με την συνείδησιν ότι ναι μεν είμεθα αμαρτωλοί ενώπιον του Θεού και ανάξιοι ακόμη και να τον κοιτούμε – ως ο Τελώνης, – αλλά και με το θάρρος που μας δίδει ο ίδιος ο Κύριός μας να τον παρακαλούμε και να του ζητούμε ο,τι θέλομεν, τον παρακαλούμε και προσευχόμεθα εις Αυτόν, όπως ο Άσωτος Υιός, όπως η Χαναναία και όπως ο εκατόνταρχος και καταλαβαίνουμε ότι “ο Θεός μεθ’ ημών εστι”.
“ει ήδεις την δωρεάν του Θεού”
Μεγάλο δώρο, όντως, φίλε αναγνώστη, αλλά και μεγάλη τιμή για ʼμας, το να έχουμε την άνεσιν αλλά και να ζητούμε από τον Βασιλέα των βασιλέων, ο,τι θέλομεν, ότι ώρα θέλομεν, αλλά και όσην ώραν θέλομεν! Ακόμη όμως μεγαλύτερο είναι το δώρον, να μας υπόσχεται ο Θεός, ότι “και πάντα όσα εάν αιτήσητε εν τη προσευχή πιστεύοντες, λήψεσθε” (Ματθ. ΚΑ  22).
Αρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου
Ιεροκήρυξ Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών

πηγή: http://orthodoxostypos.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε το σχόλιό σας