Δευτέρα 13 Ιουλίου 2015

Ἡ ὥρα τῆς κορυφαίας θεολογίας. Ὁ πληγωμένος Ἀετός. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος



Ἤρεμο τό φθινόπωρο. Λίγες οἱ βροχές. Ὁ ἀέρας ἀσθενικός ἔρριχνε τά φύλλα, γεμίζανε οἱ λίγες πλατεῖες, οἱ δρόμοι. Ὀκτώβρης καί ὑποχωροῦσε ἡ φύση γιά νάρκη. Οἱ ἀρειανοί ἀνασυντάσσονταν, μετράγανε τίς δυνάμεις τους, λές καί προαισθάνονταν, ὅτι ὅπου νά ’ναί θά δώσουνε τήν τελευταία μάχη τους... γιά ζωή καί γιά θάνατο αὐτή τή φορά, τελειώνανε τά ψέματα.
Στή Δύση τά ἐκκλησιαστικά πράγματα πηγαίνανε καλά. Τά χρόνια ἐκεῖνα κυριαρχοῦσαν δύο ἄνδρες: Ὁ ἐπίσκοπος Ἀμβρόσιος στό Μιλάνο καί ὁ ἐπίσκοπος Δάμασος στή Ρώμη. Ὁ πρῶτος, ἅγιος καί σπουδαῖος θεολόγος, ἀλλά γνώριζε λίγο τήν κατάσταση τῆς
Ἀνατολῆς. Ὁ δεύτερος, ἰσχυρός καί ἀποφασιστικός ἄνδρας, ἀλλά φρόντιζε πολύ γιά τήν ἐπιβολή του , δούλευε τή ὑπόθεση τοῦ πρωτείου τῆς Ρώμης. Καί οἱ δύο ἀδίκησαν τόν Γρηγόριο, δέν τόν κατάλαβαν.
Στήν Ἀνατολη τά πράγματα εἴχανε πάρει τό δρόμο τους. Οἱ ἀρειανοί παντοῦ ὑποχωροῦσαν. Τό μεγάλο τους προπύργιο ἤτανε ἡ Πόλη, ἐκεῖ θά δινότανε ἡ ἀποφασιστική μάχη.
Ἔβλεπε κι ὁ Γρηγόριος τίς ἐξελίξεις, ἀλλά, περίεργο, πλημμύριζε ἀπό ἠρεμία μεγάλη. Μετά τά γεγονότα τοῦ Μαξίμου λιγοστέψανε οἱ περισπασμοί, οἱ συνεννοήσεις, οἱ διαβουλεύσεις, ὅσα δηλαδή ἀπεχθανότανε. Κλεινότανε περισσότερο στό κελλί του. Κουβέντιαζε μέ τό Θεό, ἔκλαιγε τίς ἁμαρτίες του, λαμπικάριζε κατά δύναμη τήν καρδιά καί τό νοῦ του ἐνώπιον τοῦ Κυρίου. Ζήταγε κι ἔνιωθε νά πνέει στήν καθαρή του ψυχή τό ἅγιο Πνεῦμα, γινότανε ὁ ἴδιος καθρέπτης, πού μέσα του καθρεφτιζότανε ἡ ἀλήθεια, ζοῦσε στιγμές ἄρρητες, φοβερές καί γλυκύτατες.
Πού καί πού ὅμως ἔβγαινε ἀπό τή μεγάλη αὐλή τοῦ παλατιοῦ τοῦ Ἀβλαβίου, ἄφηνε τό περίβολο τῆς Ἀναστασίας. Ἀλλά ποτέ τά βράδια. Οἱ νυχτερινές ὧρες ἤτανε ἀφιερωμένες πάντα στήν προσευχή, στό Θεό.
Πήγαιναν καί τόν ἔπαιρναν κάποτε-κάποτε ὁ Παλάδιος, ὁ Ποστουμιανός ἤ ὁ Στρατήγιος. Πρόσωπα μέ ἀξιώματα καί δύναμη, γύρω τους μαζευότανε πολύς κόσμος καί ἡ παρουσία τοῦ Γρηγορίου τούς ἐνίσχυε στήν Ὀρθδοξία. Ξεκουραζότανε ὅμως κι αὐτός. Χρειαζότανε χαλάρωση, πολλή ξεκούραση. Τήν ἔβρισκε, ὅταν κάποτε-κάποτε πήγαινε στά φιλικά του αὐτά σπίτια, πού τοῦ φέρονταν μέ σεβασμό καί ἁπλότητα. Ὅσοι μάλιστα δέν τόν εἴχανε ἰδεῖ σέ ἀρχοντόσπιτα καί σαλόνια, σαστίζανε. Τόν ξέρανε μόνο στό ἀπέριττο κελλάκι, δίπλα στήν Ἀναστασία, φτωχικά ντυμένο. Δέ φαντάζονταν, ὅτι μπορεῖ νά στέκεται ἄνετα, μέ ἀρχοντιά καί καλούς τρόπους, στά ψηλά δώματα μέ τά βελούδα καί τά μεταξωτά, μέ τά χρυσά καί τ’ ἀσημένια στολίδια. Πολλοί, μόλις τώρα, συνειδητοποιούσανε ὅτι ὁ ἀσκητικός καί φτωχοντυμένος Γρηγόριος εἶχε γεννηθεῖ καί εἶχε μεγλαώσει σ’ αὐτά, στό ἀρχοντικό τῆς Ναζιανζοῦ, πού ἴσως νά μήν ἤτανε τόσο πολυτελές ὅσο κάποια στήν πρωτεύουσα, μά ἤτανε ἀληθινό ἀρχοντικό.
Ἐτοῦτες οἱ ἐπισκέψεις καί ὅσα τοῦ μεταφέρανε οἱ ἀφοσιωμένοι του, ἔγιναν αἰτία νά προσέξει κάτι πού δέν εἶχε ὑπολογίσει ὅσο χρειαζότανε. Οἱ χριστιανοί δηλαδή –κι ὄχι μόνο ἄντρες- μπαίνανε στά θεολογικά θέματα καί συζητούσανε μέ τόση ἄνεση, λές καί συζητούσανε γιά τά χωράφια καί τίς περουσίες τους. Τό κακό ἦταν πολύ μεγαλύτερο γιά τούς κακόδοξους. Δέν εἴχανε ἰδέα οἱ ἄνθρωποι γιά τίς προϋποθέσεις καί τίς τρομακτικές δυσκολίες τῆς θεολογίας. Ὅσο συνειδητοποιοῦσε τοῦτο τό κακό, τόσο περισσότερο τρόμαζε καί λυπότανε. Κυριολεκτικά, ἔβλεπε ταύρους ἐν ὑαλοπωλείῳ.
Ἀπό τήν ἄλλη μεριά ἔνιωθε νά πλησιάζει τό τέλος τοῦ δράματος. Ἡ παραμονή του στήν Πόλη θά ’τανε σύντομη. Καί ἡ πτώση τῶν ἀρειανῶν ἔφτανε. Ὅλα ἔπρεπε νά τά προετοιμάσει. Ἀλλά πῶς; Πάλι προσευχή! Τό ἅγιο Πνεῦμα θά τόν φώτιζε, θά ’βρισκε γλώσσα νά τοῦ δείξει τόν τρόπο, τί νά κάνει στήν κρίσιμη ὥρα.
Πράγματι καί τούτη τή φορά ὁ Θεός τοῦ μίλησε μέ τήν ἴδια γλώσσα, ἐκείνη πού χρησιμοποιοῦε τά δύο τελευταῖα χρόνια. Ἔπεσε κατάκοπος τά μεσάνυχτα νά κοιμηθεῖ. Σέ δύο τό πολύ ὧρες θά σηκωνότανε πάλι γιά προσευχή. Τόν εἶχε πάρει ὁ ὕπνος, ὅταν ὁλοκάθαρα τοῦ ἐμφανίστηκε ὁ Βασίλειος. Ναί, ὁ φίλος του Μέγας Βασίλειος καί τοῦ ’γνεψε, τοῦ ’δωσε νά καταλάβει τί πρέπει νά κάνει.
Ἔπρεπε τώρα ὁ Γρηγόριος, πρίν ἔρθουνε ἄλλο περισπασμοί, νά κορυφώσει τή θεολογία του. Ἔπρεπε νά τελειοποιήσει, ν’ ἀνακεφαλαιώσει, τή θεολογική του προσφορά. Νά συμπληρώσει ὅσα εἶπε καί ὁ Βασίλειος. Νά ὀργανώσει τό στέρεο θεμέλιο, στό ὁποῖο θά στηριχτοῦνε οἱ ἔπειτα γενεές.
Ἔντρομος καί ἀνακουφισμένος ἀνασηκώθηκε. Στηρίχτηκε στό ξυλοκρέββατο –γιατί κοιμότανε στό πάτωμα- εἶπε ναί στό φίλο του Βασίλειο, ναί καί στό Θεό. Σιγά-σγιά συνῆλθε, ἄναψε τό λυχνάρι καί ἀμέσως ἄρχισε τήν προετοιμασία, προσευχή καί μελέτη, μελέτη καί προσευχή. Σπάνια στό Γρηγόριο ξεχώριζε κανείς τά δύο τοῦτα πράγματα. Εἶχε βασική ἀρχή. Ἄρχιζε πρῶτα μέ τίς μετάνοιές του, γονυκλισίες πολλές. Μετά προσευχή σέ ἀκινησία. Κι ἔπειτα μελέτη. Τό σῶμα καί τό πνεῦμα του ἦσαν ἕτοιμα γιά τήν ἀλήθεια. Τό σῶμα μή ἐμποδίζοντας, τό πνεῦμα ὑποδεχόμενο τήν ἀλήθεια. Τήν τακτική αὐτή ἀντάμειψε ὁ Θεός καί ὕψωσε τό Γρηγόριο σέ μέγα σκεῦος τῆς θεολογίας. Τόν χαρίτωσε δηλαδή μέ γνώση τοῦ Θεοῦ βαθύτερη και καθαρότερη ἀπό αὐτή, πού εἴχανε ἄλλοι τήν ἐποχή του . Ἄλλωστε, σ’ ἕνα του Λόγο, ἐξηγώντας ποιός εἶναι ὁ «ἄριστος θεολόγος», ὑπογραμμίζει ὅτι: ἄριστος θεολόγος εἶναι αὐτός πού μέσα του δέχτηκε –γιά κάποιο σημεῖο τῆς ἀλήθειας- περισσότερο φῶς, γνώρισε δηλαδή τήν ἀλήθεια περισσότερο, ἀπό ὅσο οἱ ἄλλοι θεολόγοι τῆς ἐποχῆς του. Καί αὐτό πάλι, δέ σημαίνει ὅτι γνωρίζει τήν ὅλη ἀλήθεια, μόνο αὐτό πού δίνει ὁ Θεός, ὅσο δηλαδή χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος γιά τή σωτηρία του.


Ὁ πληγωμένος Ἀετός (Γρηγόριος ὁ Θεολόγος)
(ἀφηγηματικὴ Βιογραφία)
  (σελ.202-204)
  Στυλιανοῦ Γ. Παπαδοπούλου Καθηγητή Πανεπιστημίου
Ἔκδοση Δ΄
Ἀποστολική διακονία


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε το σχόλιό σας