Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Η τελεία «όρασις». Πως δυνάμεθα να ίδωμεν τον Θεόν;


ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ
13 ΜΑΪΟΥ 2018
Απόστολος: Πραξ. ιστ´ 16-34
Ευαγγέλιον: ’Ιωαν. θ΄  1-38
Ήχος: πλ. α΄ .- Εωθινόν: Η΄
ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ
“και εώρακας αυτόν και ο λαλών
μετά σου εκείνός εστιν” (Ιωάν. Θ  37)
“τον έχεις ιδεί”
Δεν είναι τυχαία η λανθασμένη η φράσις αυτή, με την οποία απήντησε ο Κύριος εις την ερώτηση του
ήδη θεραπευμένου, εκ γενετής τυφλού. Όταν ο Κύριος τον συνήντησε, μετά από όλον εκείνον το απολογητικόν αγώνα που έδωσε κατά των Φαρισαίων, υπερασπιζόμενος το Θαύμα που έγινε σ’ αυτόν, αλλά και την Θεότητα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τον ρώτησε: “συ πιστεύεις εις τον υιόν του Θεού;” (Ιωάν. Θ  35). Όταν δε εκείνος γεμάτος απορία, ρωτά και πάλιν τον Κύριο, “και τις εστι, Κυριε, ίνα πιστεύσω εις αυτόν;” (Ιωάν. Θ  36), ο Κύριος τον βεβαιώνει, “και εώρακας αυτόν και ο λαλών μετά σου εκείνός εστιν” (Ιωάν. Θ  37). Δηλαδή, “και τον έχεις ιδεί και εκείνος που ομιλεί τώρα μαζί σου εκείνος είναι”. Δημιουργείται, συνεπώς, η απορία: πότε ο πρώην τυφλός έχει ιδεί τον Χριστόν, αφού, έως την στιγμή που άνοιξαν τα μάτια του, δεν είχε ιδεί, φυσικά, τίποτα και κανένα; Αλλά και από την στιγμή που ενίφθη εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ και ήρχισε να βλέπη, δια πρώτην φοράν, τώρα, βλέπει τον Χριστόν! Πότε, λοιπόν, τον είδε;
Φυσικά, φίλε αναγνώστη, ο Κύριος δεν κάνει λάθος! Γνωρίζει πολύ καλά, ότι ο εκ γενετής τυφλός, δεν είχε την δυνατότητα της οράσεως των αισθητών πραγμάτων και προσώπων. Δεν είναι, συνεπώς, τυχαίον η ακόμη περισσότερον λανθασμένον, το ότι ο Κύριος τον βεβαιώνει (τον πρώην τυφλόν), ότι “τον έχεις ιδεί”! Είναι φανερόν ότι στην προκειμένη περίπτωσιν, ο Χριστός μας αναφέρεται εις μίαν άλλην “όρασιν” η οποία – ως φαίνεται – έχει λειτουργήσει αποκαλυπτικά εις τον εκ γενετής τυφλόν και έχει ιδεί, συνεπώς, τον “Υιόν του Θεού”! Η όρασις δε αυτή είναι εκείνη δια της οποίας ο τυφλός έχει ήδη ιδεί τον Ιησούν. Είναι, η όρασις, δια των οφθαλμών της ψυχής! Είναι εκείνη περί της οποίας ωμίλησε εν συνεχεία ο Κύριος προς τους μαθητάς Του και τον λαόν, λέγων, “εις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον, ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι και οι βλέποντες τυφλοί γένωνται” (Ιωάν. Θ  39). Είναι εκείνη περί της οποίας, ερωτούν οι Φαρισαί­οι, εν συνεχεία και ο Κύριος τους δίδει χαρακτηριστικήν απάντησιν: “Και ήκουσαν εκ των Φαρισαίων ταύτα οι όντες μετ’ αυτού, και είπον αυτώ• μη και ημείς τυφλοί εσμεν; Είπεν αυτοίς ο Ιησούς• ει τυφλοί ήτε, ουκ αν είχετε αμαρτίαν• νυν δε λέγετε ότι βλέπομεν• η ουν αμαρτία υμών μένει” (Ιωάν. Θ  40-41).
Η τελεία «όρασις»
Πολλοί ήσαν εκείνοι που αξιώθηκαν να ίδουν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, κατ’ όψιν. Η Υπεραγία Θεοτόκος, πρώτη, αλλά και εν συνεχεία, ο μνήστωρ Ιωσήφ ο δίκαιος, οι άκακοι ποιμένες, οι σοφοί μάγοι, πολύς λαός εις την Βηθλεέμ και κυρίως εις την Ναζαρέτ, όπου ο Κύριος επέρασε τα τριάκοντα πρώτα έτη της ζωής Του. Και από την Βάπτισίν Του όμως και εν συνεχεία, τον “βλέπουν”, ο τίμιος Πρόδρομος και οι δώδεκα μαθηταί Του, λαός πολύς και Φαρισαίοι και Γραμματείς. Τον “βλέπουν”, και άλλοι τον αγαπούν και τον προσκυνούν, και άλλοι τον μισούν και τον εχθρεύονται. Οι περισσότεροι τον βλέπουν, όπως συνήθως βλέπουμε εμείς οι άνθρωποι˙ Τον βλέπουν ως άνθρωπον με τα συν­ήθη χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου, με έναν ωραίο λόγο, με σπάνια απλότητα ζωής και συμπεριφοράς, με λιτή αμφίεση και ασκητικά χαρακτηριστικά. Τα ανθρώπινα όμως μάτια, δεν μπορούν να “προχωρήσουν” πιο βαθειά˙ δεν μπορούν να ιδούν και να καταλάβουν τις επιθυμίες και διαθέσεις και τα οράματα της ψυχής. Δεν μπορούν να ιδούν και να ξέρουν, τι σκέπτεται ο άνθρωπος και πότε αμαρτάνει η πράττει το αγαθόν και ευάρεστον ενώπιον του Θεού.
Τέτοια μάτια, μόνον ο Κύριος διαθέτει και δια τούτο ως “πανταχού παρών και τα πάντα πληρών”, δύναται να γνωρίζη τα πάντα˙ και τα εξωτερικά και τα εσωτερικά˙ και εκείνα που φαίνονται, αλλά και εκείνα που δεν έχουν υλικήν οντότητα. Και εκεί­να τα ευάρεστα και τέλεια απέναντι στον Θεόν, τα οποία διαλογίζεται ο άνθρωπος, αλλά και τα βλάσφημα και υβριστικά και παράνομα προς τον Θείον νόμον, τα οποία πολλάκις μολύνουν την ψυχήν του αμαρτωλού. Αυτή είναι η όρασις εκείνη, την οποία έχει δώσει ο Θεός εις ημάς τους ανθρώπους, δια να βλέπουμε και επικοινωνούμε με τον Ίδιο, αλλά και για να αισθανώμεθα την παρουσία και επιρροή του αΰλου και πνευματικού κόσμου.
Αυτήν την όρασιν διαθέτει ο “εκ γενετής τυφλός” και δια τούτο έχει απόλυτον συνείδησιν του τι ακριβώς του έχει συμβεί. Όσον και αν οι Φαρισαίοι προσπαθούν να τον αποπροσανατολίσουν, αλλά και εμμέσως να τον απειλήσουν, αυτός έχει ιδεί με τα “μάτια της ψυχής” του, ποιός είναι Εκείνος που του δημιούργησε τα μάτια του. Σπεύδει και τον υπερασπίζεται και τον ομολογεί ως προφήτην, έστω και αν οι δήθεν νομοδιδάσκαλοι, επιμένουν ότι “ημείς οίδαμεν ότι ο άνθρωπος ούτος αμαρτωλός εστιν” (Ιωάν. Θ  24). Τα μάτια της ψυχής του λειτουργούν άπταιστα και δια τούτο, αφ’ ενός μεν, ο Κύριος, ως είδομεν, τον διεβεβαίωσεν ως Θεός, ότι “ εώρακας αυτόν”, αλλά και αφ’ ετέρου, αναγνωρίζει και ο ίδιος τον Κύριον και πίπτει και τον προσκυνεί.
Πως δυνάμεθα να ίδωμεν τον Θεόν;
Μετά την Ανάστασίν του ο Κύριος, ως μαρτυρεί ο Ευαγγελιστής Λουκάς, εμφανίστηκε εις δύο μαθητάς Του που πήγαιναν κατά το εσπέρας, εις ένα μικρόν χωρίον ονόματι, Εμμαούς. Οι δύο μαθηταί, τονίζει ο Ευαγγελιστής, δεν γνώρισαν τον Ιησούν, έστω και αν συνομιλούσαν μαζί Του και έστω κι’ αν Τον πήραν μαζί τους προκειμένου να περάση η νύχτα. Τον γνώρισαν όταν – όπως λέγει – το ιερόν κείμενον, “άνοιξαν τα μάτια τους”! “Αυτών δε διηνοίχθησαν οι οφθαλμοί, και επέγνωσαν αυτόν• και αυτός άφαντος εγένετο απ  αὐτῶν” (Λουκ. ΚΔ  30-31).
Κατακλείομεν το παρόν, και ευχόμεθα, να έχωμεν πάντοτε δραστηρίους τους οφθαλμούς της ψυχής μας, δια να μπορούμε να βλέπωμεν και διακρίνωμεν το Θείόν Του θέλημα και την αγάπην Του. Αμήν.
ΑΛΗΘΩΣ ΑΝΕΣΤΗ
Αρχιμ. Τιμόθεος Γ. Παπασταύρου
Ιεροκήρυξ Ιεράς Μητροπόλεως Πατρών

πηγή:  http://orthodoxostypos.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε το σχόλιό σας