Σάββατο, 23 Ιανουαρίου 2016

Ερμηνεία των Μακαρισμών από τον Γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο. Μακαρισμός ἕβδομος (Μέρος Β΄)

Δείτε εδώ το Μέρος Α΄

Ὅ­ταν ὁ Θε­ός δη­μι­ούρ­γη­σε τόν ἄν­θρω­πο, δέν τόν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε, δέν τόν ἄ­φη­σε μό­νο του, ἔ­στω καί ἄν ὑπο­τε­θεῖ ὅ­τι ἦ­ταν μέ­σα στή μα­κα­ρι­ό­τη­τα τοῦ Πα­ρα­δεί­σου. Ὁ Θε­ός ζη­τοῦ­σε πάν­τα νά ἔ­χει κοι­νω­νί­α μέ τόν ἄν­θρω­πο, νά ἔχει φι­λι­κές σχέ­σεις μαζί του –τό ὑ­πο­γραμ­μί­ζω: φιλικές– καί αὐ­τό βέ­βαι­α θά παρέμενε ἄν οἱ πρω­τό­πλα­στοι, ὁ Ἀ­δάμ καί ἡ Εὔα, εἶ­χαν εἰ­ρή­νη καί ἁ­γι­ό­τη­τα καρ­διᾶς.

Δυ­στυ­χῶς ὅ­μως αὐ­τή ἡ ἁ­γι­ό­τη­τα χάθηκε γρή­γο­ρα, για­τί θέ­λη­σαν, ὅ­πως σᾶς εἶ­πα προ­η­γου­μέ­νως, νά αὐ­το­νο­μη­θοῦν. Ἔ­τσι ταυ­τό­χρο­να ἔφυγε καί ἡ εἰ­ρή­νη.
Θυμηθεῖτε, τότε πού ὁ Χρι­στός ἐμφανίστηκε γιά μιά ἀκόμα φορά μέ­σα στόν Πα­ρά­δει­σο... λέγοντας ἐκεῖ­νο τό «Ἀ­δάμ, ποῦ εἶ;»[1]. Ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς ὁ ἐ­πι­σκέ­πτης χτυ­πά­ει τήν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ, καί δέν παίρ­νει ἀπάν­τη­ση, γιατί ὁ νοι­κο­κύ­ρης μά­λι­στα τρέ­πε­ται σέ φυ­γή καί πά­ει καί κρύ­βε­ται στό ὑ­πό­γει­ο τοῦ σπι­τιοῦ του! Ἔτσι δι­και­ο­λο­γεῖ­ται καί ὁ διάλογος μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώ­που. «Ἀ­δάμ , ποῦ εἶ­σαι; Για­τί κρύ­φτη­κες;». «Εἶ­μαι γυ­μνός , γι’ αὐ­τό ντρέ­πο­μαι» λέ­ει ὁ Ἀδάμ. «Ποι­ός σοῦ εἶ­πε ὅ­τι εἶ­σαι γυ­μνός ; Ποι­ός ἦρ­θε καί σοῦ τό σφύ­ρι­ξε στό αὐ­τί αὐ­τό ;». Εἴ­δα­τε; φι­λι­κή σχέ­ση. Δέν ἦταν ἡ πρώ­τη φο­ρά πού ἐμ­­φα­νι­ζό­ταν ὁ Θε­ός Λό­γος στούς πρω­το­πλά­στους· ὄ­χι, δέν ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρά. Γι’ αὐ­τό σᾶς εἶ­πα ὅ­τι ὑ­πῆρ­χε αὐ­τή ἡ φι­λι­κή σχέ­ση.
Τώ­ρα ἐ­πι­σκέ­πτε­ται ξα­νά ὁ Θε­ός Λό­γος τόν ἄν­θρω­πο· γί­νε­ται ἄν­θρω­πος, ἔρ­χε­ται πιό κον­τά, γιά νά πεῖ: «ὑ­μεῖς φί­λοι μού ἐ­στε, ἐ­ὰν ποι­ῆ­τε ὅ­σα ἐ­γὼ ἐν­τέλ­λο­μαι ὑ­μῖν»[2]. Ἄν ἐ­φαρ­μό­ζε­τε ὅ­σα σᾶς λέ­ω , εἶ­στε φί­λοι μου. Καί αὐ­τή ἡ χα­μέ­νη φι­λί­α ξα­να­βρί­σκε­ται μέ τόν ἁ­για­σμό.
Ἐ­πι­μέ­νω στό θέ­μα τοῦ ἁ­για­σμοῦ, για­τί ὁ Κύριος εἶ­πε: «ὅ­σα ἐ­γὼ ἐν­τέλ­λο­μαι ὑ­μῖν», ὅ­σα σᾶς πα­ραγ­γέλ­λω. Συ­νε­πῶς πρέ­πει νά ἐ­φαρ­μό­ζε­τε ἐ­κεῖ­να τά ὁ­ποῖ­α λέ­ω. Αὐ­τό εἶ­ναι ὁ ἁ­για­σμός, αὐτό φέρ­νει τήν ἀ­πο­κα­τά­στα­ση τῆς φι­λί­ας. Γι’ αὐ­τό καί ὁ προ­φή­της Ἡ­σα­ΐ­ας δέ­ε­ται στόν Κύ­ριο καί λέ­ει: «Κύ­ρι­ε, ὁ Θε­ὸς ἡ­μῶν, εἰ­ρή­νην δὸς ἡ­μῖν, πάν­τα γὰρ ἀ­πέ­δω­κας ἡ­μῖν»[3]. Δηλαδή: Κύ­ρι­ε , δῶ­σε μας εἰ­ρή­νη , για­τί ὅ­λα , ὅσα ἔχουμε, Ἐσύ μᾶς τά ἔ­χεις δώ­σει.
Οἱ θυ­σί­ες τῆς ἀρ­χαι­ό­τη­τος, πού ὀνομάζονταν ἑ­κα­τόμ­βες ἐπειδή προσφέρονταν ἑ­κα­τό βό­δια –τά ἔσφα­ζαν ἐ­πά­νω σέ μί­α ξύ­λι­νη σχά­ρα, πού ἦταν τοποθετη­μένη ­πά­νω ἀ­πό ἕ­ναν λάκ­κο, καί ἀ­πό κά­τω ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος πού ἤ­θε­λε νά ἐ­ξι­λε­ω­θεῖ ἀ­πέ­ναν­τι στόν Θε­ό καί δε­χό­ταν τό αἷ­μα τῶν σφα­ζο­μέ­νων ζώ­ων– ἀλλά καί οἱ λατρεῖ­ες τῶν λα­ῶν τῆς γῆς, δέν φανερώνουν τί ἄλλο πα­ρά τήν ἀ­να­ζή­τη­ση καί τήν ἀ­πο­κα­τά­στα­ση αὐ­τῆς τῆς εἰ­ρή­νης ἀ­νά­με­σα στόν ἄν­θρω­πο καί τόν Θε­ό πού διακόπηκε.
Κα­νέ­νας πό­θος δέν βρέθηκε νά εἶναι τό­σο βα­θύς μέ­σα στήν ἀν­θρώ­πι­νη ψυ­χή, ὅ­σο ὁ πόθος τῆς εἰ­ρή­νης.
Καί ἡ θέ­ση τῶν εἰ­ρη­νο­ποι­ῶν εἶ­ναι νά συμ­φι­λι­ώ­νουν τούς ἀν­θρώ­πους μέ τόν Θε­ό, ὁ­δη­γών­τας τους πά­λι κον­τά Του. «Ἄν­θρω­πε, για­τί ἔ­φυ­γες ἀ­πό τόν Θε­ό ; Γύρ­να πί­σω , μήν ἁ­μαρ­τά­νεις ». Αὐτό βεβαίως δέν μπο­ρεῖ νά τό κάνει ὁ εἰ­ρη­νο­ποι­ός, ἄν δέν ἔ­χει ὁ ἴ­διος εἰ­ρή­νη· δέν μπορεῖ νά παί­ξει τόν ρό­λο του ὡς εἰ­ρη­νο­ποι­οῦ.
Στήν πα­ρα­βο­λή τοῦ ἀ­σώ­του υἱ­οῦ βλέ­πει κα­νείς νά σκι­α­γρα­φεῖ­ται αὐ­τή ἡ ἐ­πι­στρο­φή καί ἡ ἀ­πο­κα­τά­στα­ση τῆς εἰ­ρή­νης. Γυρίζει πί­σω ἡ εἰρήνη, μέ τή μετάνοια τοῦ ἀσώτου.[4]
Αὐ­τό τό βρί­σκου­με σή­με­ρα στό Μυ­στή­ριο τῆς Με­τα­νοί­ας καί τῆς Ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως, πού εἶ­ναι τό κα­τε­ξο­χήν μυ­στή­ριο τῆς συμ­φι­λι­ώ­σε­ως μέ τόν Θε­ό. Ἐ­γώ προ­σω­πι­κά, ὡς κλη­ρι­κός πού εἶμαι καί ἀ­σκῶ τό μυ­στή­ριο τῆς Ἐ­ξο­μο­λο­γή­σε­ως, ἔ­χω βα­θειά, βα­θυ­τά­τη τή συ­νεί­δη­ση ὅ­τι ὅταν ἐ­ξο­μο­λο­γοῦνται οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­γώ γίνο­μαι ὁ εἰ­ρη­νο­ποι­ός, ὁ συμ­φι­λι­ω­τής ἀνάμεσα στούς ἀν­θρώ­πους πού ἁμάρτησαν καί στόν Θεό. Δι­ό­τι ὅ­ταν ὁ ἄλ­λος με­τα­νο­εῖ, συμ­φι­λι­ώ­νε­ται μέ τόν Θε­ό. Ὁ Πνευ­μα­τι­κός λοι­πόν εἶ­ναι εἰ­ρη­νο­ποι­ός, εἶ­ναι συμ­φι­λι­ω­τής. Εἶ­ναι πά­ρα πο­λύ ση­μαν­τι­κό αὐτό, καί σᾶς εἶ­πα ὅτι ἔ­χω βα­θειά ἐπί­γνω­ση τοῦ θέματος.
Καί τώ­ρα ἄς δοῦ­με τήν εἰ­ρή­νη μέ τόν ἑ­αυ­τό μας.
Ὁ ἄν­θρω­πος δέν εἶ­ναι ἁ­πλῶς δι­χα­σμέ­νος με­τά τήν πτώ­ση του, στό πρό­σω­πο τοῦ Ἀ­δάμ, ἀλ­λά θά ἔ­λε­γα ὅτι εἶναι κομ­μα­τι­α­σμέ­νος. Ἰ­δί­ως ὁ σύγ­χρο­νος ἄν­θρω­πος εἶ­ναι μιά κομ­μα­τι­α­σμέ­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα, καί ἐ­δῶ εἶ­ναι καί ἡ τρα­γι­κό­τη­τα τοῦ σύγ­χρο­νου ἀν­θρώ­που.
Ἔ­τσι ἔ­χου­με φρι­κτές συγ­κρού­σεις ἐ­σω­τε­ρι­κές, δη­λαδή συγ­κρού­σεις νο­ή­σε­ως, συ­ναι­σθή­μα­τος καί βου­λή­σε­ως. Αὐ­τές εἶ­ναι οἱ τρεῖς δυ­νά­μεις τῆς ψυ­χῆς, πού με­τα­ξύ τους συγ­κρού­ον­ται. Ἀλ­λά καί ἡ ψυ­χή συγ­κρού­ε­ται μέ τό σῶ­μα.
Ἀ­κό­μη ἔ­χου­με σύγ­κρου­ση τῶν προ­σω­πι­κῶν μας ἐπι­θυ­μι­ῶν καί τοῦ νό­μου τοῦ Θε­οῦ. Ὁ νό­μος τοῦ Θε­οῦ λέ­ει αὐ­τό , ἀλλά ἐ­γώ θέ­λω νά κά­νω κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κό.
Ἀ­κό­μη, μέ­σα μας ὑ­πάρ­χουν πό­θοι ἀ­νεκ­πλή­ρω­τοι. Θά ­θέλαμε νά πε­τύ­χουμε αὐ­τό ἤ ἐ­κεῖ­νο, δέν τό πε­τυ­χαί­νουμε, ἀλλά πα­ρά ταῦ­τα αὐ­τοί οἱ πό­θοι ἐ­πι­μέ­νουν ὁπωσδήποτε νά ἐκ­πλη­ρω­θοῦν. Τό ἀποτέλεσμα ἴσως εἶναι νά βρεθοῦμε σέ νευ­ρο­λο­γι­κή κλι­νι­κή!
Γι’ αὐ­τό σή­με­ρα ἔ­χου­με πολ­λούς ἀν­θρώ­πους πού ἔ­χου­ν ψυ­χι­κές ἀ­να­στα­τώ­σεις, ἔ­χου­ν συγ­κρού­σεις, προ­βλή­­μα­τα ὅπως λέ­με, ἰ­δί­ως στή νε­ο­λαί­α μας. Δέν ὑ­πάρ­χει ἡ εἰ­ρή­νη ἀ­νά­με­σα στίς τρεῖς δυ­νά­μεις τῆς ψυ­χῆς, τή νόηση, τή βούληση καί τό συ­ναίσθημα, καί ἀ­νά­με­σα στήν ψυ­χή καί τό σῶ­μα.
Εἰ­ρη­νο­ποι­ός ἐ­δῶ μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι καί πά­λι ὁ Πνευ­μα­τι­κός, ἀλ­λά βα­σι­κά θά σᾶς ἔ­λε­γα ὅ­τι εἶ­ναι ὁ ἴδιος ὁ ἑ­αυ­τός μας. Πρέ­πει νά κα­τα­λά­βει ὁ ἄν­θρω­πος για­τί συγ­κρού­εται μέ τοῦ­το καί μ’ ἐ­κεῖ­νο μέ­σα στόν ἴδιο του τόν ἑ­αυ­τό, νά ἐ­πι­ση­μά­νει τίς συγ­κρού­σεις αὐ­τές, νά προ­σεγ­γί­σει τόν Κύ­ριο καί νά ἀ­πο­κα­τα­στή­σει τήν εἰ­ρή­νη ἀ­νά­με­σα σ’ αὐ­τά τά διεστῶτα, αὐτά δηλαδή τά ἀντιφατικά στήν ψυ­χή του καί πού τώρα συκρούο­νται. Ναί. Καί αὐτά, ὅπως σᾶς εἶπα, εἶναι: ἀ­νεκ­πλή­ρω­τοι πό­θοι, ἐ­πι­θυ­μί­α ἡ­δο­νῶν, ὅ­λα αὐ­τά!
Ἀλλά νά ποῦμε στόν ἑ­αυ­τό μας: «Γιά στά­σου. Δέν μένεις ἰκανοποιημένος πού ἔχεις μόνο αὐτό; Θέλεις κι ἐ­κεῖ­νο καί τό ἄλλο ; Καί ἄν δέν τά ἀποκτήσεις, χά­λα­σε ὁ κό­σμος ;». Ἡ Ἕλ­λεν Κέ­λερ ἔ­λε­γε: «Για­τί νά ἐ­πι­μέ­νω νά χτυ­πά­ω μιά πόρ­τα κλει­στή , ὅ­ταν πλά­ι της εἶ­ναι μί­α ἄλ­λη πόρ­τα ἀ­νοι­χτή;». Για­τί νά θέ­λουμε ὁπωσ­δή­πο­τε, σώ­νει καί κα­λά, νά πετύχουμε κάτι, κι ἄν αὐτό δέν γίνει νά φτά­νουμε ἀ­κό­μη καί στήν αὐ­το­κτο­νία; Για­τί;
Πρέ­πει λοι­πόν, ὅ­πως λέ­ει ὁ Ζη­γα­βι­νός, «εἰ­ρη­νεύ­σας τὸ θέ­λη­μα τῆς ἰ­δί­ας σαρ­κὸς με­τὰ τοῦ θε­λή­μα­τος τῆς ψυ­χῆς αὐ­τοῦ καὶ ὑ­πο­τά­ξας τὸ χεῖ­ρον τῷ κρείτ­το­νι». Δηλαδή: Νά εἰ­ρη­νεύ­σεις τό θέ­λη­μα τοῦ σώ­μα­τός σου μέ τό θέ­λη­μα τῆς ψυ­χῆς σου, καί ἔτσι θά ὑ­πο­τά­ξεις τό χειρότερο , τό μικρότερο, στό καλύτερο , τό με­γα­λύ­τε­ρο , τό σῶ­μα στήν ψυ­χή , καί ὁ­λό­κλη­ρη τήν ὕπαρ­ξή σου στόν Θε­ό. Ἄν τό κά­νεις αὐ­τό, τό­τε βε­βαί­ως θά ἔ­χεις εἰ­ρή­νη.
Καρ­διά πού ″με­ρι­μνᾶ καὶ τυρ­βά­ζῃ πε­ρί πολ­λά ″, ὅπως εἶπε ὁ Κύ­ριος στή Μάρθα,[5] ἔ­χει χα­μέ­νη τήν εἰ­ρή­νη. Σέ καρ­διά πού δέν πι­στεύ­ει στήν πρό­νοι­α τοῦ Θε­οῦ, ἡ εἰ­ρή­νη δέν μπο­ρεῖ νά στε­ρι­ώ­σει. Καρ­διά πού ὑ­πο­κλέ­πτει τόν ἑ­αυ­τό της ἀ­πό τή χά­ρη καί τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ γιά νά πα­ρα­δο­θεῖ στό θέ­λη­μα τό δι­κό της εἶναι καρ­διά πού ἔ­χει χα­μέ­νη τήν εἰ­ρή­νη. Καρ­διά πού ἔ­χει χά­σει τόν ἑ­αυ­τό της, τό­τε εἶ­ναι ὁ­λό­τε­λα χα­μέ­νη. Λέ­ει τό βι­βλίο τῶν Παροιμιῶν : «Οὐ­αὶ τοῖς ἀ­πο­λω­λε­κό­σι τὴν καρ­δί­αν», ἀλ­λοί­μο­νο σέ ἐ­κεί­νους πού ἔ­χουν χά­σει τήν καρ­διά τους.
Τέλος, ἔ­χου­με καί τήν εἰ­ρή­νη μέ τούς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους. Ρί­ζα καί αἰ­τί­α κά­θε φι­λο­νι­κί­ας, δι­αι­ρέ­σε­ως καί ἔ­χθρας εἶ­ναι ὁ ἐ­γω­ι­σμός καί ἡ φι­λαυ­τί­α. Ἡ φι­λαυ­τί­α, πού εἶ­ναι ἡ ἱκανοποίηση τοῦ ἐ­γώ, δη­λα­δή ἡ ἐξυ­πηρέτηση τοῦ ἑαυτοῦ μας, παίρ­νει πολ­λές μορ­φές, καί ἄλ­λο­τε παρουσιάζεται ὡς δι­εκ­δί­κη­ση συμ­φε­ρό­ντων, ἄλ­λο­τε ὡς τι­μή καί ὑ­πό­λη­ψη, ἄλ­λο­τε ὡς ἀ­να­ζή­τη­ση ἡδο­νῆς. Ξέ­ρε­τε πό­σοι κάνουν καί φό­νο ἀ­κό­μη, γιατί δέν ἱ­κα­νο­ποι­οῦν­ται οἱ ἡ­δο­νές τους; Ἔ­τσι, ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος στε­ρη­θεῖ κά­τι ἀ­πό αὐ­τά, ἀ­μέ­σως φι­λο­νι­κεῖ, ἐχθρεύ­ε­ται, φθο­νεῖ, μι­σεῖ.
Τό τί δι­α­στά­σεις μπο­ρεῖ νά πά­ρει μί­α τέ­τοι­α κα­τά­στα­ση, ἄν δέν ἐ­πέμ­βει κά­ποι­ος, δέν εἶναι καί ἀ­νάγ­κη νά τό ποῦ­με. Αὐ­τός ὁ ἄνθρωπος πού θά βο­η­θή­σει ἐκεί­νους πού εἶ­ναι σέ δι­ά­στα­ση, εἶ­ναι ὁ εἰ­ρη­νο­ποι­ός.
Γιά νά μπορεῖ ὅμως κανείς νά εἶναι εἰ­ρη­νο­ποι­ός, πρέ­πει νά προ­σβλέ­πει στό αἰ­ώ­νιο πρό­τυ­πό του, τόν Χρι­στό. Ἀ­πό ἐκεῖ θά ἀν­τλή­σει τήν εἰ­ρή­νη, για­τί ὁ Χρι­στός «ἐ­στιν ἡ εἰ­ρή­νη ἡ­μῶν»[6], ὅ­πως γρά­φει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος στούς Ἐ­φε­σί­ους.
Καί ὁ Κύ­ριος εἶ­πε: «Εἰ­ρή­νην ἀ­φί­η­μι ὑ­μῖν, εἰ­ρή­νην τὴν ἐ­μὴν δί­δω­μι ὑ­μῖν· οὐ κα­θὼς ὁ κό­σμος δί­δω­σιν, ἐ­γὼ δί­δω­μι ὑ­μῖν»[7]. Δηλαδή: Τή δική μου εἰρήνη σᾶς ἀφή­νω , τή δι­κή μου εἰ­ρή­νη σᾶς δί­νω. Ὄ­χι ὅπως σᾶς τή δίνει ὁ κόσμος , τήν κο­σμι­κή εἰ­ρή­νη·  ἐγώ σᾶς δίνω τή δι­κή μου τήν εἰ­ρή­νη.
Καί ποιά εἶναι ἡ ἀ­μοι­βή τῶν εἰ­ρη­νο­ποι­ῶν; «Ὅτι αὐ­τοὶ υἱοὶ Θε­οῦ κλη­θή­σον­ται»[8]. Αὐ­τοί θά κλη­θοῦν παι­διά τοῦ Θε­οῦ, καί ἐ­δῶ στή γῆ καί στόν Οὐ­ρα­νό. Αὐ­τό εἶναι τό με­γά­λο βρα­βεῖ­ο τῶν εἰ­ρη­νο­ποι­ῶν: ἡ υἱ­ο­θε­σί­α, τό ὅτι θά γί­νουν παι­διά τοῦ Θε­οῦ! Καί παι­δί τοῦ Θε­οῦ σημαίνει καί ἀ­δελ­φός τοῦ Χρι­στοῦ, κλη­ρο­νό­μος τοῦ Χρι­στοῦ, κλη­ρο­νό­μος Θε­οῦ, «συγ­κλη­ρο­νό­μος Χρι­στοῦ », πού λέ­ει ὁ ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος.[9]
Κα­λοί μου φί­λοι, εἶ­ναι με­γά­λος τί­τλος τι­μῆς τό νά εἶ­σαι εἰ­ρη­νο­ποι­ός, ὄ­χι σέ θέ­μα­τα εἰ­ρή­νης τοῦ κό­σμου, ἀλ­λά σέ θέ­μα­τα εἰ­ρή­νης τοῦ Θε­οῦ! Γι’ αὐ­τό πρέ­πει νά βροῦ­με τήν εἰ­ρή­νη μέ κά­θε τρό­πο καί νά τήν ἀ­σκοῦ­με ὡς εἰ­ρη­νο­ποι­οί. Νά εἴ­μα­στε πάν­το­τε ὅ­πως μᾶς θέ­λει ὁ Θε­ός, καί τό­τε θά μᾶς ἐκφράζει ὁ μακαρισμός «μα­κά­ριοι οἱ εἰ­ρη­νο­ποι­οί, ὅ­τι αὐ­τοὶ υἱ­οὶ Θε­οῦ κλη­θή­σον­ται».
Κυριακή, 21 Ἰανουαρίου 1996


(συνεχίζεται)


Απόσπασμα από το βιβλίο ‘’MAKAΡΙΣΜΟΙ’’ .
Της Ιεράς Μόνης Κομνηνείου, Κοιμήσεως Θεοτόκου και Αγίου Δημητρίου.
Το βιβλίο περιέχει  απομαγνητοφωνημένες ομιλίες του μακαριστού Γέροντα Π. Αθανασίου Μυτιληναίου.
Η ανάρτηση γίνεται με την ευλογία της Ιεράς Μονής.
               


[1]. Γέν. 3, 9.
[2]. Ἰ­ω­άν. 15, 14.
[3]. Ἡ­σ. 26, 12.
[4]. Βλ. Λουκ. 15, 11-35.
[5]. Βλ. Λουκ. 10, 41.
[6]. Ἐ­φεσ. 2, 14.
[7]. Ἰ­ω­άν. 14, 27.
[8]. Ματθ. 5, 9.
[9]. Βλ. Ρωμ. 8, 17.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε το σχόλιό σας