Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2014

Φυγή στό ἀσκητήριο καί προετοιμασία γιά ἐπάνοδο. Ὁ πληγωμένος Ἀετός. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος

Δέν ἄντεξε ὅμως τό μυστήριο τῆς Ἱερωσύνης. Ὅταν τοῦ παραδόθηκε ἀπό τόν ἐπίσκοπο πατέρα του ἡ «παρακαταθήκη», ἡ θεία Εὐχαριστία δηλαδή, κλονίστηκε.
Ἔζησε τρομακτικό δέος γεμάτο φόβο, πού δέν μπόρεσε νά τό ξεπεράσει.  Πάσχισε ὁ πατέρας του νά τόν συνεφέρει, δοκίμασε μέ γλυκύτητα καί ἡ Νόννα... στάθηκε ἀδύνατο.  Τῶν Θεοφανείων ἔφυγε γιά τόν Ἴρη ποταμό σέ κακά χάλια.
Ἐκεῖ θά ἔβρισκε στήριγμα, στόν ἀδελφικό του φίλο Βασίλειο καί στή πολυπόθητα ἄσκηση.  Καί δέν ἤλπισε ἄδικα. Ὁ Βασίλειος, πού καθώς εἴπαμε, ἦταν θεληματικός καί μεγαλύτερης ἀντοχῆς ἄνθρωπος, τόν βοήθησε νά ἰσορροπήσει.  Νήστεψαν, προσευχήθηκαν... Μελέτησαν πολύ καί κοιμόντουσαν ἐλάχιστα.
Ἔπειτα ὁ Βασίλειος, σιγά-σιγά ἔβαλε τά πράγματα στή θέση τους.  Συζήτησε κι ἐξήγησε ὅτι, ἐφόσον ὁ Θεός θέλησε κι ἔδωσε τήν ἱερωσύνη, καθῆκον ὁ ἄνθρωπος ἔχει νά σηκώσει τό βάρος της.  Κι ἄν εἶναι μεγάλη ἡ ἰερωσύνη, εἶναι μεγαλύτερος ὁ Θεός καί κάνει τόν ἄνθρωπο δυνατό γι’ αὐτήν. Ὁ Θεός δίνει τήν ἱεροσύνη, γιατί ὁ ἄνθρωπος πού ἀγαπᾶ τόν Θεό μπορεῖ μέ τή χάρη του νά τήν σηκώσει. ἈΛλιῶς, δέ θά τήν ἔδινε.
Πέρασαν τρεῖς μῆνες, πού δέ θά τούς λησμονήσουν ποτέ οἱ δύο ἱεροί ἀσκητές. Ὁ Θεός τούς ἔδωσε, πιό γρήγορα ἀπ’ ὅσο θά περίμενε κανείς, καρποφορία πνευματική.  Μέ τήν ἐσωτερική τους γαλήνη καί τήν ἁγία εἰρήνη ἐκπλήσσονταν καί οἱ ἴδιοι.  Τόσο ἔλεος ἀπό τό Θεό! Αὔξαιναν τήν ἄσκησή τους γιά νά τόν εὐχαριστήσουν.

 Καί τό ἅγιο Πνεῦμα τούς ἔλουζε ὧρες-ὧρες μέ ἀνεξήγητο καί γλυκύτατο φῶς. Τή νύχτα, στά μεγάλα σκοτάδια τῆς φύσης, ἐκεῖνοι ἔβλεπαν πεντακάθαρα τόν ἑαυτό τους, κατανοοῦσαν τή σημασία τῆς φύσης, εἰσέρχονταν βαθιά, στήν ἀλήθεια καί.... ζοῦσαν τή μακαριότητα. Τό πρωί, ἄγρυπνοι ἀκόμα, δέν τολμοῦσαν οὔτε νά διηγηθοῦν μεταξύ τους τίς φοβερές ἐλλάμψεις.  Μέ τά βλέμματα μόνο πληροφοροῦσε ὁ ἕνας τόν ἄλλο πώς κάτι μεγάλο καί θεσπέσιο τοῦ συνέβη τή νύχτα.  Κι ὁ ἕνας χαιρότανε ἄδολα γιά τά χαρίσματα τοῦ ἄλλου.
Τίς θεῖες αὐτές ἀναβάσεις καί τίς ἀπροσδόκητες δωρεές ταράζανε τά νέα πού ἔφταναν. Ἡ Ἐκκλησία παντοῦ ταραζότανε ἀπό τήν κακοδοξία, τή φρίκη του ἀρειανισμοῦ. Καί οἱ διχοστασίες τῶν ἐπισκόπων ἀποδυνάμωναν τέλεια τόν ἀγώνα τῶν ὀρθοδόξων. Οἱ ἐξόριστοι ὀρθόδοξοι ἄρχισαν ὅλοι, ἀπό τό Φεβρουάριο τοῦ 362, νά ἐπιστρέφουν στίς ἐπισκοπές τους. Αὐτό ἤτανε καλό σημάδι. Ἔλειπαν ὅμως οἱ μεγάλοι θεολόγοι.
Μόνος του ὁ Μέγας Ἀθανάσιος τί νά πρωτοκάνει; Στό τέλος Φεβρουαρίου γύρισε κι αὐτός ἀπό τήν ἐξορία κι ἄρχισε ἀμέσως τό ἔργο τῆς ἀνόρθωσης. Ἦταν ἡ πανσέβαστη κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας. Ὅλοι πρόσεχαν τί κάνει καί τί λέει. Γι’ αὐτό καί τόν Ὀκτώβρη τοῦ ἴδιου ἔτους θά τόν ἐξορίσει πάλι ὁ Ἰουλιανός.
Αὐτός, λοιπόν, ὁ Ἰουλιανός, ἤτανε τώρα ὁ μέγας ἐχθρός τῆς Ἐκκλησίας.  Καί δέν ἤτανε ἁπλά κακόδοξος. Ἦταν ἐθνικός, εἰδωλολάτρης, παγανιστής. Μυημένος στά μυστήρια τῶν ψεύτικων θεῶν.  Μιλοῦσε γι’ ἀνεξιθρησκεία καί μέ κάθε τρόπο μείωνε καί δίωκε τούς χριστιανούς.  Σκόπευε κυριολεκτικά νά τούς ἀφανίσει, ἀλλά μέ τρόπους πού νά μήν ἔμοιαζαν μέ διωγμό.
Γι’ αὐτό, στό ἀσκητήριο ἔφταναν μηνύματα ὁλοένα καί πιό ἄσχημα. Τώρα ἡ ἀπειλή ἄγγιζε τά θεμέλια τῆς Ἐκκλησίας. Δέ θ’ ἄφηνε τίποτα ὄρθιο, θά παράσερνε τά πάντα.
 Καί οἱ δύο ἀσκητές μας; Τί θά κάνουν; Θά μποῦν στή φωτιά; Ὁ Γρηγόριος, τουλάχιστον, τόν εἶχε γνωρίσει κάπως τόν Ἰουλιανό. 
Στήν Ἀθήνα. Θά τόν ἄφηνε ἀνενόχλητο; Θά ἔσκυβε; Θά σιωπουσε; Ἤ θά ὄρθωνότανε καί θ’ ἀγωνιζότανε ὅσο μποροῦσε; Τά σκεφτήκανε καί τά συζητήσανε ὅλα οἱ δύο ἀσκητές.
Ὁ Γρηγόριος ἤτανε πιά καί ἱερέας. Οἱ πατριῶτες του τώρα εἴχανε πιό πολύ τήν ἀνάγκη του. Εἵχανε κι αὐτοί πιέσει γιά νά χειροτονηθεῖ ἱερέας.  Καί μόλις ὁ Γρηγόριος δραπέτευσε ἀπό τά καθήκοντά του στή Ναζιανζό, σηκώθηκε βουητό σέ βάρος του.  Κακόγλωσσοι καί ἀνόητοι ἔλεγαν χίλια δύο πράγματα ἐναντίον του.
-Δέ μᾶς καταδέχεται, ἔλεγε ὁ ἕνας. Εἶναι δειλός καί φοβιτσιάρης, ἐπέμενε ἄλλος.  Δέν τοῦ ἔφτανε τό ἱερέας, ἤθελε νά γίνει ἐπίσκοπος καί γι’ αὐτό θύμωσε καί μᾶς ἐγκατάλειψε, πρόσθεταν ἄλλοι.
Ὅλα τοῦτα τά παραγγέλνανε στό Γρηγόριο κι αὐτός θλιβότανε ἀφάνταστα. Διότι, βέβαια, δέν ἀνταποκρινόνταν στήν ἀλήθεια. Καί κοντά στά ἄλλα, οἱ γέροι γονεῖς του. Εἵχανε μείνει μόνοι καί κοντεύανε τά ἐνενήντα τους.
Γιά τό Γρηγόριο, λοιπόν, τά πράγματα ἦταν πολύ στενόχωρα.  Καί κάτι ἔπρεπε νά κάνει.  Χρειαζότανε ἀπόφαση μαχαίρι.  Νά χωρίσει ἀπό τή μιά μεριά τήν ἡσυχία καί τ’ ἀγαθά της, ἀπό τήν ἄλλη τήν προσφορά καί τή διακονία.  Βρῆκε τό κουράγιο καί τό ’κανε. Μέ πόνο καί θλίψη ἄφατη. Μά τό ’κανε. Τόσο στέρεα καί τόσο ἀποφασιστικά πού θαύμασε καί ὁ Βασίλειος.
-Λυπᾶμαι, ἀδελφέ, Γρηγόριε. Λυπᾶμαι ἀφάνταστα. Μά δέν ἔχεις ἄλλο δρόμο. Ἔτσι τό θέλησε ὁ Θεός, τοῦ εἶπε ὁ Βασίλειος.
-Ξέρεις, Βασίλειε, ὅλα τοῦτα πού σκέφτομαι θά τά γράψω.  Θά τά βάλω ἀπό τώρα στόν κώδικα καί σάν φτάσω ἐκεῖ, στή Ναζιανζό, θά τούς τά πῶ.  Θέλω ν’ ἀπολογηθῶ, καταλαβαίνεις..... Μέ κατηγοροῦν γιά τόσα καί τόσα.... Ἔπειτα θέλω νά τούς ἐξηγήσω, ἀδελφέ, τί σημαίνει ἱερωσύνη... Τί σημαίνει νά ’σαι ἱερέας τοῦ Θεοῦ! Αὐτοί ἔτσι πού κάνουν δείχνουν ὅτι δέν ἔχουν συναίσθηση αὐτῶν τῶν πραγμάτων!

 Ὁ πληγωμένος Ἀετός (Γρηγόριος ὁ Θεολόγος)
(ἀφηγηματικὴ Βιογραφία)
 σελ.64-66
Στυλιανοῦ Γ. Παπαδοπούλου Καθηγητή Πανεπιστημίου
Ἔκδοση Δ΄
Ἀποστολική διακονία
23 Ὀκτωβρίου 2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε το σχόλιό σας