Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2021

Κυριακή ΙΔ Λουκᾶ. Ἑρμηνεία τῆς ἀποστολικῆς περικοπῆς ἀπό τόν Ἱερό Χρυσόστομο

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄ΛΟΥΚΑ(: Α΄Τιμ. 1, 15-17) 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ 

«Πιστὸς ὁ λόγος καὶ πάσης ἀποδοχῆς ἄξιος, ὅτι Χριστὸς ᾿Ιησοῦς ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ· ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἠλεήθην, ἵνα ἐν ἐμοὶ πρώτῳ ἐνδείξηται ᾿Ιησοῦς Χριστὸς τὴν πᾶσαν μακροθυμίαν, πρὸς ὑποτύπωσιν τῶν μελλόντων πιστεύειν ἐπ' αὐτῷ εἰς ζωὴν αἰώνιον (:Ο λόγος που θα πω είναι αξιόπιστος και άξιος να τον δεχθούν όλοι με την ψυχή τους: ότι δηλαδή ο Ιησούς Χριστός ήλθε στον κόσμο να σώσει αμαρτωλούς, από τους οποίους πρώτος είμαι εγώ. Αλλά ακριβώς γι’ αυτό ελεήθηκα, για να δείξει ο Ιησούς Χριστός σε μένα περισσότερο από κάθε άλλον όλη τη μακροθυμία, ώστε να χρησιμεύσω ως υπόδειγμα σε εκείνους που πρόκειται να πιστέψουν σε Αυτόν και να κληρονομήσουν έτσι την αιώνια ζωή)»[Α΄Τιμ. 1, 15-16]. 

Τόσο μεγάλες είναι οι ευεργεσίες του Θεού και ξεπερνούν κάθε ανθρώπινη προσδοκία και ελπίδα, ώστε σε πολλές περιπτώσεις και να μην γίνονται πιστευτές. Γιατί, εκείνα που ούτε τα σκέφτηκε, ούτε τα περίμενε ανθρώπινος νους, αυτά μας χάρισε. Γι΄αυτό και οι απόστολοι κάνουν πολύ λόγο γι΄αυτό, ώστε να πιστέψουμε στα δώρα που μας πρόσφερε ο Θεός. Γιατί, όπως ακριβώς στην περίπτωση μεγάλων δώρων παθαίνουμε αυτό, επειδή δεν το πιστεύουμε, και λέμε: «Άραγε, μήπως αυτό είναι όνειρο;». Το ίδιο συμβαίνει και με τις δωρεές του Θεού. Ποιο λοιπόν ήταν το αντικείμενο της δυσπιστίας; Αν οι εχθροί, αν οι αμαρτωλοί, αν αυτοί που δεν δικαιώθηκαν με τον μωσαϊκό νόμο ούτε με τα έργα, αυτοί ξαφνικά με την πίστη μόνο επρόκειτο να επιτύχουν τα πρωτεία. Πολλά βέβαια αναφέρει γι΄αυτό το θέμα στην επιστολή προς Ρωμαίους, πολλά όμως και εδώ. 

«Πιστὸς ὁ λόγος (:Ο λόγος που θα πω είναι αξιόπιστος)», λέγει, «καὶ πάσης ἀποδοχῆς ἄξιος, ὅτι Χριστὸς ᾿Ιησοῦς ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ(:και άξιος να τον δεχθούν όλοι με την ψυχή τους: ότι δηλαδή ο Ιησούς Χριστός ήλθε στον κόσμο να σώσει αμαρτωλούς, από τους οποίους πρώτος είμαι εγώ)». Επειδή δηλαδή οι Ιουδαίοι προσελκύονταν προπάντων με αυτό, τους πείθει να μην προσέχουν στον μωσαϊκό νόμο, γιατί δεν είναι δυνατόν να σωθούν με την τήρηση εκείνου χωρίς πίστη. Γι΄αυτό το πράγμα λοιπόν αγωνίζεται. Γιατί φαινόταν απίστευτο, το αν δηλαδή άνθρωπος, που σπατάλησε όλη την προηγούμενη ζωή του άσκοπα και την ξόδεψε μάταια σε πονηρές πράξεις, επρόκειτο να σωθεί ύστερα από μόνη την πίστη. Γι΄αυτό λέγει: «είναι αξιόπιστος ο λόγος». 

Όμως μερικοί δεν απιστούσαν μόνο, αλλά και κατηγορούσαν, πράγμα που και τώρα κάνουν οι Έλληνες, λέγοντας: «Ποιήσωμεν τὰ κακὰ ἵνα ἔλθῃ τὰ ἀγαθά (:θα κάνουμε τα κακά για να έλθουν τα αγαθά)» [Ρωμ. 3,8]. Επειδή δηλαδή άκουσαν να λέγει: «οὗ δὲ ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις(: εκεί όμως όπου πλεόνασε η αμαρτία, δόθηκε πολύ αφθονότερη η χάρη)»[Ρωμ. 5,20], το έλεγαν αυτό εκείνοι διασύροντας τα δικά μας. Το ίδιο και όταν τους μιλούμε για τη γέενα, λένε «και πώς αυτά είναι άξια του Θεού, εάν ο άνθρωπος αφήνει και συγχωρεί τον δούλο του, που τον συνέλαβε να έχει κάνει πολλά αμαρτήματα, ενώ ο Θεός τιμωρεί αιώνια;». Και όταν πάλι τους ομιλούμε για το βάπτισμα και για την άφεση των αμαρτημάτων δι’ αυτού: «Πώς είναι αυτά», λένε, «άξια του Θεού, να συγχωρούνται οι αμαρτίες εκείνου που έπραξε μύρια κακά;». Βλέπεις τη διεστραμμένη γνώμη, πώς παντού δείχνει τη φιλόνικη διάθεσή της; Και βέβαια, αν η άφεση των αμαρτιών είναι κακό, καλό είναι η κόλαση, αν όμως η κόλαση δεν είναι καλό, η άφεση είναι καλό, σύμφωνα με τα λόγια τους, λέγω, γιατί σύμφωνα με τα δικά μας και τα δύο είναι καλά, και πώς συμβαίνει αυτό, θα το αποδείξουμε άλλη φορά· γιατί δεν είναι θέμα του παρόντος, επειδή έχει βάθος και χρειάζεται πολλή επεξεργασία, και έτσι σε κατάλληλο χρόνο πρέπει να το θέσω μπρος στην αγάπη σας· τώρα όμως ας συνεχίσουμε το θέμα που συζητάμε. 

«Είναι αξιόπιστος», λέγει, «ο λόγος». Από πού είναι αξιόπιστος; Και από τα προηγούμενα και από τα επόμενα. Πρόσεχε πώς προετοιμάζει το θέμα, και αφού το παρουσιάσει, επιμένει σε αυτό. Γιατί με το να πει, ότι «ενώ ήταν βλάσφημος και διώκτης τον ελέησε ο Θεός», αυτό ήταν προετοιμασία. Και δεν τον ελέησε, λέγει, μόνο, αλλά και τον έκαμε πιστό· τόσο πολύ δεν πρέπει, λέγει, να απιστεί κανείς ότι τον ελέησε. Γιατί κανένας δεν αμφιβάλλει ποτέ ότι ελεήθηκε ο δεσμώτης, όταν τον βλέπει να κυκλοφορεί μέσα στα βασιλικά ανάκτορα, πράγμα που ήταν δυνατό να δει κανείς και στον Παύλο. Γιατί παρουσιάζει την απόδειξη από τον εαυτό του, και δεν ντρέπεται να ονομάζει τον εαυτό του αμαρτωλό, αντίθετα μάλιστα πολύ περισσότερο ευχαριστιέται· γιατί έτσι προπάντων μπορεί να δείξει το μεγάλο θαύμα της πρόνοιας του Θεού, και ότι αξιώθηκε τόσης μεγάλης φιλανθρωπίας. 

Και πώς σε άλλο σημείο λέγει για τον εαυτό του: «κατὰ δικαιοσύνην τὴν ἐν νόμῳ γενόμενος ἄμεμπτος(:αποδείχθηκα άμεμπτος ως προς τη δικαιοσύνη που προέρχεται από την αυστηρή τήρηση του νόμου)»[Φιλιπ.3,6], ενώ εδώ λέγει ότι «είναι αμαρτωλός, και πρώτος από τους αμαρτωλούς»;[βλ. Α΄Τιμ.1,15: «ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ»]. Γιατί ως προς τη δικαιοσύνη, την οποία εργάστηκε ο Θεός, και την πραγματικά αναζητούμενη, αμαρτωλοί ήταν και εκείνοι που έζησαν σύμφωνα με τον νόμο· «πάντες γὰρ ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ(: δεν υπάρχει διάκριση, διότι όλοι ανεξαιρέτως αμάρτησαν και στερούνται τη δόξα, που κατέχει και παρέχει ο Θεός)» [Ρωμ.3,23]. Γι΄αυτό δεν είπε απλώς «δικαιοσύνη», αλλά την «ἐν νόμῳ». Όπως ακριβώς δηλαδή εκείνος που έχει αποκτήσει πολλά χρήματα, φαίνεται βέβαια πλούσιος ως προς τον εαυτό του, σε σύγκριση όμως με τους βασιλικούς θησαυρούς είναι πολύ φτωχός, και ο πρώτος φτωχός, έτσι και εδώ, οι άνθρωποι κρινόμενοι σε σχέση με τους αγγέλους είναι αμαρτωλοί, και αν ακόμα είναι δίκαιοι. 

Αν όμως ο Παύλος που εφάρμοσε τη δικαιοσύνη του νόμου είναι πρώτος αμαρτωλός, ποιος από τους άλλους άραγε μπορεί να ονομαστεί δίκαιος; Το λέγει αυτό χωρίς να διαβάλλει τη ζωή του σαν ασελγή, μη γένοιτο, αλλά συγκρίνοντας εκείνη τη δικαιοσύνη με αυτήν, δείχνει ότι αυτή είναι μηδέν· και όχι μόνο αυτό, αλλά δείχνει και αμαρτωλούς αυτούς που την έχουν. «Ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἠλεήθην(: Αλλά ακριβώς γι’ αυτό ελεήθηκα)», λέγει, «ἵνα ἐν ἐμοὶ πρώτῳ ἐνδείξηται ᾿Ιησοῦς Χριστὸς τὴν πᾶσαν μακροθυμίαν, πρὸς ὑποτύπωσιν τῶν μελλόντων πιστεύειν ἐπ' αὐτῷ εἰς ζωὴν αἰώνιον (:για να δείξει ο Ιησούς Χριστός σε μένα περισσότερο από κάθε άλλον όλη τη μακροθυμία, ώστε να χρησιμεύσω ως υπόδειγμα σε εκείνους που πρόκειται να πιστέψουν σε Αυτόν και να κληρονομήσουν έτσι την αιώνια ζωή)»[Α΄Τιμ.1,16]. 

Βλέπεις πως πάλι ταπεινώνει και μειώνει τον εαυτό του, αναφέροντας άλλη ευτελέστερη αιτία; Γιατί το να λέγει ότι ελεήθηκε εξαιτίας της άγνοιας, δεν δείχνει τον ελεούμενο πολύ αμαρτωλό, ούτε πολύ κατακριμένο, το να λέγει όμως ότι ελεήθηκε γι΄αυτό, για να μην απογοητεύεται στο εξής κανένας από τους αμαρτωλούς, αλλά να παίρνει θάρρος με την πίστη ότι και αυτός θα τύχει των ίδιων ευεργεσιών, αυτό είναι πολύ μεγάλο και υπερβολικά μεγάλο. Ώστε, αν και είπε: «τὸν πρότερον ὄντα βλάσφημον καὶ διώκτην καί ὑβριστήν(:εμένα που ήμουν πρωτύτερα βλάσφημος και διώκτης και υβριστής της Εκκλησίας Του)»[Α΄Τιμ.1,13], και «ἐγὼ γάρ εἰμι ὁ ἐλάχιστος τῶν ἀποστόλων, ὃς οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς καλεῖσθαι ἀπόστολος, διότι ἐδίωξα τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ (:διότι εγώ είμαι ο πιο μικρός από όλους τους Αποστόλους, που δεν είμαι άξιος να λέγομαι Απόστολος διότι καταδίωξα την Εκκλησία του Θεού)» [Α΄Κορ.15,9], και όσα άλλα έχει πει, όμως τίποτε δεν είπε τόσο ταπεινό. Και αυτό θα γίνει σαφές με παράδειγμα. Ας υποθέσουμε δηλαδή ότι υπάρχει μια πόλη πολυάνθρωπη που έχει όλους τους πολίτες φαύλους, άλλους λιγότερο, και άλλους περισσότερο, όλους όμως κατακριμένους· κάποιος όμως ανάμεσα απ΄όλους εκείνους τους πολλούς είναι άξιος καταδίκης και τιμωρίας περισσότερο από όλους, επειδή διέπραξε κάθε είδος κακίας. Αν λοιπόν πει κάποιος, ότι ο βασιλιάς θέλει σε όλους να τους δώσει χάρη, δεν θα πιστέψουν τόσο στον λόγο, μέχρι που να δουν ότι έλαβε αυτή τη χάρη ο χειρότερος από αυτούς· γιατί στη συνέχεια δεν υπάρχει αμφισβήτηση. 

Αυτό λέγει και ο Παύλος· ότι δηλαδή επειδή ήθελε ο Θεός να βεβαιώσει τους ανθρώπους πως όλα τους τα συγχωρεί, διάλεξε τον πιο αμαρτωλό από όλους. «Γιατί», λέγει, «εφόσον εγώ συγχωρέθηκα, δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει κάποιος αυτό για τους άλλους»· όπως αν κάποιος έλεγε κατά τη συνήθεια «αν ο Θεός συγχωρήσει αυτόν, δεν θα τιμωρήσει κανέναν από τους άλλους». Και αποδεικνύει με αυτό ότι δεν είναι άξιος ούτε συγχωρήσεως, αλλά χάριν της σωτηρίας των άλλων απόλαυσε αυτήν πρώτα ο ίδιος. «Κανένας λοιπόν», λέγει, «ας μην αμφιβάλλει για τη σωτηρία, εφόσον εγώ σώθηκα». Και πρόσεχε την ταπεινοφροσύνη αυτού του μακαρίου. Δεν είπε: «για να δείξει σε μένα τη μακροθυμία», αλλά «όλη τη μακροθυμία»· σαν να έλεγε: «δεν υπάρχει άλλος για τον οποίο θα χρειαστεί να μακροθυμήσει περισσότερο από μένα, ούτε θα βρει τόσο αμαρτωλό, που να χρειαστεί όλο το έλεος Αυτού, όλη τη μακροθυμία, όχι ένα μέρος, όπως εκείνοι που αμαρτάνουν εν μέρει». 

«Πρὸς ὑποτύπωσιν(:ώστε να χρησιμεύσω ως υπόδειγμα)», λέγει, «τῶν μελλόντων πιστεύειν ἐπ' αὐτῷ εἰς ζωὴν αἰώνιον(:σε εκείνους που πρόκειται να πιστέψουν σε Αυτόν και να κληρονομήσουν έτσι την αιώνια ζωή)», δηλαδή για παρηγοριά, για προτροπή. Επειδή όμως είπε κάτι μεγάλο για τον Υιό, και ότι έδειξε τόση μεγάλη αγάπη, για να μην νομίσει κανείς ότι ο Πατέρας στερείται αυτής της αγάπης, αποδίδει δόξα και σε Αυτόν, προσθέτοντας και λέγοντας: «Τῷ δὲ βασιλεῖ τῶν αἰώνων, ἀφθάρτῳ, ἀοράτῳ, μόνῳ σοφῷ Θεῷ, τιμὴ καὶ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν (:Στον βασιλιά λοιπόν που είναι κύριος των αιώνων και όλων των κτισμάτων που έγιναν μέσα στους αιώνες αυτούς, στον άφθαρτο, αόρατο, ένα και μόνο σοφό Θεό, ας είναι τιμή και δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν)»[Α΄Τιμ.1,17]. Γι’ αυτά, λέγει, όχι μόνο τον Υιό, αλλά και τον Πατέρα να δοξάζουμε. Ας ρωτήσουμε λοιπόν τους αιρετικούς: «Ναι», λέγει, «και Θεός είναι και άφθαρτος, αλλά όχι τέτοιος που είναι ο Πατέρας». Τι λες; Δεν είναι τέτοιος, και είναι κατώτερης ουσίας; Επομένως είναι και κατώτερης αφθαρσίας; Γιατί η αφθαρσία δεν είναι τίποτε άλλο παρά το να μη φθείρεται κανείς. Δόξα βέβαια υπάρχει μεγαλύτερη και μικρότερη, αφθαρσία όμως δεν υπάρχει μεγαλύτερη και μικρότερη, όπως ακριβώς ούτε υγεία λιγότερη και περισσότερη. Ή πρέπει να φθαρεί κάτι, ή να μη φθαρεί καθόλου. 

«Τι λοιπόν;», λέγει. «Εμείς είμαστε άφθαρτοι;» Μη γένοιτο· καθόλου. Γιατί; Επειδή Αυτός το έχει αυτό φυσική ιδιότητα, ενώ εμείς σαν κάτι που προέρχεται από έξω. Άραγε το ίδιο συμβαίνει και με τον Υιό; Καθόλου· αλλά κι Αυτός το έχει φυσική ιδιότητα. Σε τι λοιπόν συνίσταται η διαφορά; «Στο ότι ο Πατέρας», λέγει, «από κανέναν δεν έγινε τέτοιος, ενώ ο Υιός από τον Πατέρα». Και εμείς αυτό ομολογούμε· γιατί ούτε και εμείς αρνούμαστε ότι ο Υιός γεννήθηκε από τον Πατέρα αφθάρτως. «Γι’ αυτά», λέγει, «δοξάζουμε τον Πατέρα, επειδή γέννησε Αυτόν τέτοιον». Βλέπεις ότι τότε προπάντων δοξάζεται ο Πατέρας, όταν το παιδί έχει κατορθώσει μεγάλα; Γιατί οι πράξεις του υιού αναφέρονται σε Αυτόν. Λοιπόν όταν είναι δυνατό να Τον έχει γεννήσει, και τέτοιον μάλιστα όπως Αυτός, δηλαδή να είναι αυτάρκης, να αρκεί για τον εαυτό Του, και να μην είναι ανίσχυρος, τότε η δόξα πολύ περισσότερο είναι του Υιού, παρά του Πατρός. Επίσης, το «στον βασιλιά των αιώνων», έχει λεχθεί και για τον Υιό, «ὃν ἔθηκε κληρονόμον πάντων, δι᾿ οὗ καὶ τοὺς αἰῶνας ἐποίησεν(:τον Οποίο κατέστησε κληρονόμο και κύριο όλων των κτισμάτων. Μέσω Αυτού ο Θεός δημιούργησε και όλα όσα έγιναν μέσα στον χρόνο)» [Εβρ.1,2]. Το ίδιο σημαίνει και εδώ. 

Σε μας δηλαδή έχουν διαιρεθεί και τα δύο, εννοώ η δημιουργία και η κτίση. Και άλλος κατασκευάζει και φτιάχνει και κοπιάζει, ενώ άλλος εξουσιάζει. Γιατί; Επειδή αυτός που κατασκευάζει είναι κατώτερος. Εκεί όμως καθόλου· δεν είναι άλλου η εξουσία, και άλλου η δημιουργία. Ούτε όταν ακούσω την πρόταση «με τον Οποίο έκαμε τους αιώνες», αφαιρώ το δημιουργικό από τον Πατέρα. Ούτε πάλι όταν ακούσω: «ο Πατέρας, ο βασιλιάς των αιώνων», αφαιρώ τη δεσποτεία από τον Υιό· γιατί αυτά είναι κοινά και Εκείνου και Αυτού. Γιατί και τα δύο ανήκουν και στον Ένα και στον Άλλο. Έκτισε ο Πατέρας με το να γεννήσει Υιό δημιουργό· βασιλεύει ο Υιός με το να είναι Κύριος των κτισμάτων. Γιατί δεν εργάζεται με μισθό, όπως οι εργαζόμενοι σε μας, ούτε υπακούει σε άλλον, όπως αυτοί, αλλά από δική Του αγαθότητα και φιλανθρωπία. 

Τι λοιπόν; Ο Υιός θεάθηκε ποτέ; Δεν θα μπορούσε κανείς να το πει. Τι σημαίνει λοιπόν: «στον άφθαρτο, τον αόρατο, τον μόνο σοφό Θεό»; Τι πάλι, όταν λέγει, «οὐδὲ γὰρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς(:και δεν είναι δυνατόν με κανέναν άλλον να αποκτήσουμε τη σωτηρία που μας υποσχέθηκε ο Θεός· διότι δεν υπάρχει κάτω από τον ουρανό και πάνω σε όλη τη γη εκτός από το όνομα του Ιησού κανένα άλλο όνομα το οποίο να έχει δώσει ο Θεός στους ανθρώπους και να έχει ορίσει ο Ίδιος ότι μόνο με αυτό μπορούμε να σωθούμε όλοι εμείς. Συνεπώς μόνον αυτόν τον Ιησού οφείλουμε να εγκολπωθούμε ως Σωτήρα)» [Πράξ.4,12]· και πάλι: «δεν υπάρχει σωτηρία σε κανέναν άλλον»; «Τιμή και δόξα», λέγει, «στους αιώνες. Αμήν». Η τιμή και η δόξα δεν αποδίδεται με λόγια. Επειδή λοιπόν και Αυτός δεν μας τίμησε με λόγια, αλλά με πράξεις και έργα, έτσι και εμείς ας τιμήσουμε Αυτόν με πράξεις και έργα. Αν και βέβαια από την τιμή αυτή εμείς ωφελούμαστε, ενώ Αυτός καθόλου· γιατί Αυτός δεν έχει ανάγκη της τιμής μας, ενώ εμείς έχουμε ανάγκη της δικής Του. 

Ώστε, αν τιμήσουμε Αυτόν, πάλι τους εαυτούς μας τιμήσαμε. Γιατί, όπως ακριβώς εκείνος που άνοιξε τα μάτια του για να δει το φως του ήλιου, ωφέλησε πάλι τον εαυτό του, θαυμάζοντας την ομορφιά του άστρου, χωρίς να χάρισε τίποτε σε εκείνο, αφού δεν έκαμε αυτό λαμπρότερο, αλλά παραμένει το ίδιο, έτσι συμβαίνει, και πολύ περισσότερο, με τον Θεό· Εκείνος που θαυμάζει και τιμά τον Θεό, έσωσε τον εαυτό του και τον ωφέλησε με μεγάλη ωφέλεια. Πώς; Ασκώντας την αρετή και δοξαζόμενος από Αυτόν. Γιατί, λέγει, «τοὺς δοξάζοντάς με δοξάσω(:αυτούς που με δοξάζουν, θα τους δοξάσω και Εγώ)» [Α΄Βασ.2,30]. «Πώς λοιπόν Αυτός δοξάζεται», απορεί ίσως κάποιος, «χωρίς να απολαμβάνει τίποτε από τη δόξα μας;». Όπως ακριβώς λέγεται ότι πεινάει και διψάει· γιατί κάνει δικά Του όλα τα δικά μας, για να μας προσελκύσει έστω και έτσι, και τις τιμές και τις ύβρεις, για να φοβηθούμε έστω κα έτσι, και ούτε έτσι όμως προσελκυόμαστε. 

Ας δοξάσουμε λοιπόν τον Θεό, ας δεχθούμε τον Θεό και στο σώμα και στο πνεύμα μας. «Και πώς», λέγει ίσως κάποιος, «κανείς Τον δοξάζει με το σώμα; Πώς με την ψυχή;» Με το σώμα Τον δοξάζει εκείνος που δεν πορνεύει, εκείνος που δεν μεθάει, εκείνος που δεν λαιμαργεί, εκείνος που δεν καλλωπίζεται, εκείνος που τόσο μόνο φροντίζει για τον εαυτό του, όσο αρκεί για να είναι υγιής, εκείνος που δεν μοιχεύει, εκείνη που δεν χρησιμοποιεί αρώματα, εκείνη που δεν βάφει το πρόσωπο με χρώματα, εκείνη που αρκείται όπως την έπλασε ο Θεός και δεν χρησιμοποιεί τίποτε το τεχνητό. Γιατί, πες μου, τι προσθέτεις από τα δικά σου στην τέλεια δημιουργία του Θεού; Δεν σου έγινε πλήρης η διάπλαση; Σαν καλύτερη τάχα τεχνίτης επιχειρείς να ολοκληρώσεις το δημιούργημα; Δεν είναι αυτό, αλλά περιφρονείς τον Δημιουργό, και καλλωπίζεσαι γι΄αυτό, για να αποσπάσεις άπειρους εραστές. 

«Και τι να κάνω;», λέγει. «Ούτε εγώ το θέλω, αλλά αναγκάζομαι να κάμω αυτά για τον άνδρα». Δεν είναι δυνατόν να αγαπηθεί κάποια που δεν θέλει. Σε έκαμε ωραία ο Θεός για να θαυμάζεται και γι΄αυτό, όχι για να βρίζεται· μην Τον αμείβεις με αυτά τα δώρα, αλλά με σωφροσύνη και κοσμιότητα. Ωραία σε έπλασε ο Θεός, για να αυξήσεις σε σένα τους άθλους της κοσμιότητας. Δεν είναι το ίδιο να σωφρονεί κάποια που είναι αξιέραστη, και μία άλλη που δεν είναι επιθυμητή από κανέναν. Ακούς τι λέγει η Γραφή για τον Ιωσήφ; Ότι «ἦν Ἰωσὴφ καλὸς τῷ εἴδει καὶ ὡραῖος τῇ ὄψει σφόδρα(: ο Ιωσήφ δεν ήταν μόνο ωραίος στην ψυχή, ήταν ωραίος και στην εμφάνιση και στο παράστημα και πάρα πολύ όμορφος στον πρόσωπο)» [Γέν.39,6]. Τι μας ωφελεί εμάς που ακούμε αυτό, ότι ήταν ωραίος ο Ιωσήφ; Για να θαυμάσουμε περισσότερο την ομορφιά του και την κοσμιότητά του. Σε έπλασε ωραία ο Θεός. Γιατί λοιπόν κάνεις άσχημο τον εαυτό σου; Γιατί, όπως ακριβώς αν κάποιος σε χρυσό ανδριάντα αλείψει πηλό βρώμικο, έτσι ενεργούν και εκείνες που χρησιμοποιούν βαφές προσώπου· χώμα πασπαλίζεις στον εαυτό σου, άλλοτε κόκκινο, άλλοτε άσπρο. 

«Αλλά οι άσχημες», λέγει ίσως κάποιος, «εύλογα το κάνουν αυτό». Για ποιον λόγο, πες μου, για να κρύψουν την ασχήμια; Αλλά κοπιάζουν ανώφελα. Γιατί, πες μου, πότε το τεχνητό και επιτηδευμένο νικάει το φυσικό; Για να συντομεύω, γιατί σε στενοχωρεί η ασχήμια, όταν δεν έχει ψεγάδι; Γιατί άκουε κάποιον σοφό που λέγει: «Μὴ αἰνέσῃς ἄνδρα ἐν κάλλει αὐτοῦ καὶ μὴ βδελύξῃ ἄνθρωπον ἐν ὁράσει αὐτοῦ(:μην επαινέσεις άνθρωπο για την όμορφη εξωτερική του όψη και μη σιχαθείς άνθρωπο για το εξωτερικό του που θα δουν τα μάτια σου)» [Σοφ.Σειρ.11,2]. Περισσότερο θαύμασε τον Θεό, τον αριστοτέχνη, ενώ εκείνον καθόλου· γιατί αυτό που έγινε δεν είναι κατόρθωμα αυτού. Πες μου, ποιο είναι το κέρδος από την ομορφιά; Κανένα· απλώς έχει αγώνες περισσότερους, περισσότερη υπερηφάνεια και κινδύνους και υποψίες. Γιατί εκείνην που δεν είναι τέτοια, δεν μπορεί κανένας να την υποπτευθεί, ενώ η άλλη, αν δεν έχει πολλή κοσμιότητα και είναι βαμμένη υπερβολικά, αμέσως θα δεχθεί πονηρή σκέψη· και ο άνδρας της συγκατοικεί με υποψία, πράγμα από το οποίο τι θα μπορούσε να υπάρξει φοβερότερο; Δεν αποκομίζει τόση ηδονή από τη θέα, όση λύπη απολαμβάνει από την υποψία. 

Πραγματικά εκείνη η ηδονή μαραίνεται από τη συνήθεια, επειδή θεωρείται σαν δείγμα βλακείας, διαχύσεως και ασέλγειας, ενώ η ψυχή γίνεται βάναυση, γεμάτη από πολλή αλαζονεία. Γιατί σε όλα αυτά περισσότερο παρασύρει η ομορφιά. Σε εκείνην όμως που δεν είναι τέτοια δεν θα μπορούσαμε να βρούμε πολλά εμπόδια· γιατί ούτε οι σκύλοι υπάρχουν που ορμούν επάνω της, αλλά σαν μια αμνάδα βόσκει με πολλή ησυχία, χωρίς να την ενοχλεί κανένας λύκος, ούτε να ορμά επάνω της, γιατί δίπλα της κάθεται ο βοσκός. Δεν είναι απληστία το να είναι η μία ωραία, και η άλλη όχι τέτοια· απληστία είναι το να πορνεύει η μία αν και δεν είναι ωραία, άλλη πάλι να είναι πονηρή. Πες μου, ποια είναι η αρετή των ματιών; Άραγε το να είναι υγρά και εύστροφα και στρογγυλά και γαλάζια, ή να είναι έξυπνα και διορατικά; Εγώ βέβαια λέγω ότι αυτό είναι, και είναι φανερό από το εξής: ποια είναι η αρετή του λυχναριού; Το να φέγγει λαμπρά και να φωτίζει όλο το σπίτι, ή να είναι καλοφτιαγμένο και στρογγυλό; Οπωσδήποτε θα λέγαμε, το πρώτο. Γιατί το δεύτερο είναι αδιάφορο, ενώ το πρώτο είναι το επιθυμούμενο. Γι΄αυτό και λέμε πάντοτε στην αρμόδια υπηρέτρια, άναψες ελαττωματικό λυχνάρι. Έτσι το έργο του λυχναριού είναι να φωτίζει. 

Λοιπόν και το μάτι, εάν είναι τέτοιο, εάν είναι αλλιώτικο, δεν έχει καμία σημασία, εφόσον με κάθε αυτάρκεια ανταποκρίνεται στην ανάγκη· όπως βέβαια λέγεται και ελαττωματικό, εάν μυωπεί και δεν έχει τέλεια την όλη σύνθεση· γιατί και αυτούς που δεν βλέπουν, ενώ έχουν ανοιχτά τα μάτια, λέμε ότι έχουν ελαττωματικούς οφθαλμούς. Καθετί που δεν εκπληρώνει τη δική του ανάγκη, το λέμε ελαττωματικό· και αυτό είναι κακία του ματιού. Επίσης, πες μου, ποια είναι η αρετή της μύτης; Άραγε το να είναι ίσια και καλοσχηματισμένη και από τις δύο πλευρές και να έχει συμμετρικές αναλογίες, ή να είναι κατάλληλη για την όσφρηση και να μπορεί γρήγορα να αντιλαμβάνεται και να πέμπει σήματα στον εγκέφαλο; Αυτό βέβαια στον καθένα είναι ολοφάνερο. 

Εμπρός λοιπόν, ας εξετάσουμε το πράγμα και με παράδειγμα. Πες μου λοιπόν, ποιοι από τους γάντζους μπορούμε να πούμε ότι κατασκευάστηκαν καλά, εκείνοι που μπορούν να κρατούν ή οι ομορφοφτιαγμένοι; Είναι ολοφάνερο ότι οι πρώτοι. Για τα δόντια πάλι, ποια θα πούμε ότι είναι καλά· εκείνα που δαγκώνουν και κόβουν εύκολα την τροφή ή τα καλοβγαλμένα; Είναι φανερό ότι τα πρώτα. Και γενικά αν ερευνήσουμε με αυτήν τη λογική όλο το σώμα, θα βρούμε ότι όλα τα υγιή είναι και ωραία, εφόσον καθένα από τα μέλη εκτελεί με ακρίβεια την εργασία του. Έτσι και κάθε σκεύος και κάθε ζώο και φυτό το ονομάζουμε ωραίο, όχι από τη διάπλασή του, ούτε από το χρώμα του, αλλά από την εργασία που κάνει. Έτσι ονομάζουμε καλό και τον δούλο εκείνον που είναι κατάλληλος προς διακονία, και όχι τον ωραίο και βλάκα. 

Βλέπεις τι σημαίνει να είναι ωραία; Όταν λοιπόν απολαμβάνουμε όμοια τα μέγιστα και θαυμαστά, δεν πλεονεκτούμε σε τίποτε. Εννοώ το εξής: τον κόσμο αυτόν όμοια τον βλέπουμε, τον ήλιο, τη σελήνη, τα αστέρια, τον αέρα όμοια τον αναπνέουμε, όμοια απολαμβάνουμε το νερό, την τροφή, είτε είμαστε όμορφοι, είτε όχι. Αν πρέπει να πω και κάτι θαυμαστό, πολύ περισσότερο υγιείς είναι από τις όμορφες, εκείνες που δεν είναι όμορφες. Γιατί εκείνες για να διαφυλάξουν την ομορφιά τους, δεν παραδίνουν τους εαυτούς τους στους κόπους, αλλά στην αργία και την τρυφηλότητα, εξαιτίας των οποίων οι ενέργειες των μελών εξασθενίζουν περισσότερο, αυτές όμως, μην έχοντας καμία φροντίδα γι’ αυτά, έτσι απλώς και εξ ολοκλήρου δαπανούν το παν στους κόπους. 

Ας δοξάσουμε λοιπόν τον Θεό, ας Τον δεχθούμε μέσα στο σώμα μας, ας μην καλλωπιζόμαστε· είναι περιττή αυτή η φροντίδα και ανώφελη. Ας μη συνηθίζουμε τους άντρες να αγαπούν μόνο τα πρόσωπα· γιατί, εάν είσαι έτσι στολισμένη, γρήγορα κατακτάται από πόρνη, επειδή έτσι συνήθισε από το δικό σου πρόσωπο· αν όμως τον διδάξεις να αγαπά τους τρόπους και την κοσμιότητα, δεν θα πορνεύσει γρήγορα· γιατί αυτά δεν τα βρίσκει στην πόρνη, αλλά τα αντίθετα με αυτά. Μην τον διδάξεις λοιπόν να κατακτάται από το άξιο για γέλια, ούτε από την ευχάριστη μορφή, για να μην παρασκευάσεις τα φάρμακα αυτά εναντίον σου· μάθε τον να χαίρεται στην κοσμιότητα· και θα το κατορθώσεις αυτό όταν είναι τέτοια και η εμφάνισή σου. Γιατί, αν είσαι ελαφριά και άσωτη, πώς θα μπορέσεις να του πεις ένα σεμνό λόγο; Ποιος δεν θα σε χλευάσει και δεν θα σε κοροϊδέψει; 

Πώς όμως είναι δυνατό να δεχθούμε τον Θεό και μέσα στο σώμα μας; Ασκώντας την αρετή και καλλωπίζοντας την ψυχή· γιατί αυτό δεν απαγορεύεται να γίνεται σε αυτήν. Έτσι δοξάζουμε τον Θεό, όταν είμαστε αγαθοί από παντού και δοξαζόμαστε και εμείς εκείνη την ημέρα όχι όμοια, αλλά πολύ περισσότερο. Γιατί λέγει: «Λογίζομαι γὰρ ὅτι οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς. (:Μη σας κάνει εντύπωση ότι υποφέρουμε διωγμούς και θλίψεις· διότι σκεπτόμενος λογικά πείθομαι, ότι δεν είναι άξια τα όσα πάσχουμε και υποφέρουμε κατά τον τωρινό καιρό σε σύγκριση προς την δόξα, η οποία μέλλει να αποκαλυφθεί για να δοθεί σε μας)» [Ρωμ.8,18]. Αυτή τη δόξα εύχομαι να απολαύσουμε όλοι μας, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον Οποίο μαζί με τον Πατέρα και συγχρόνως στο Άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα, η δύναμη και η τιμή, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν. 

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ, 

επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος 

ΠΗΓΕΣ: 


· Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στην πρώτην προς Τιμόθεον επιστολήν, ομιλία Δ΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1986, τόμος 23, σελίδες 178-197. 

· Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014. 

· Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009. 

· Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005. 

· Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985. 



· Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016. 



· http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm 

πηγή: http://hristospanagia3.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε το σχόλιό σας