Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

Ερμηνεία των Μακαρισμών από τον Γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο. Μακαρισμός ἔνατος (πρώτη ομιλία Μέρος α΄)



Α­γα­πη­τοί μου φί­λοι, ἀ­πό τό­τε πού ἦλ­θε ὁ Κύ­ριος στή γῆ, ὁ κό­σμος χω­ρί­στη­κε σέ δύ­ο στρα­τό­πε­δα: σ’ ἐ­κεί­νους πού πί­στε­ψαν καί ἔ­γι­ναν μα­θη­τές Του καί σ’ ἐ­κεί­νους πού Τόν ἀρ­νή­θη­καν ὡς Θε­ό καί πῆ­ραν ἐχ­θρι­κή στά­ση ἀ­πέ­ναν­τί Του.
Ὅ­λη αὐ­τή ἡ κα­τά­στα­ση ἀποδίδεται μέ τήν προφη­τεία τοῦ Συ­με­ών τοῦ Θε­ο­δό­χου –τή μνήμη του γι­ορ­τά­σα­με χθές, 3 Φε­βρου­α­ρί­ου– πού δέ­χθηκε στήν ἀγ­κα­λιά του τό βρέ­φος Ἰ­η­σοῦ. Τόν ἀ­πο­κά­λε­σε «ση­μεῖ­ον ἀν­τι­λε­γό­με­νον»[1].
Ση­μεῖ­ον θά πεῖ θαῦ­μα, ἤ ἀ­κό­μη στοι­χεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς. Ἐ­δῶ θε­ω­ρεῖ­ται κα­λύ­τε­ρα ὡς θαῦ­μα· ἕ­να θαῦ­μα, πού οἱ ἄν­θρω­ποι θά πά­ρουν δι­α­φο­ρε­τι­κή στά­ση ἀ­πέ­ναν­τί Του, δη­λα­δή θά προ­κα­λεῖ καί τήν πί­στη ἀλ­λά καί τήν ἀν­τι­λο­γί­α, τήν ἀ­πι­στί­α. Εἶ­ναι λοι­πόν πά­ρα πο­λύ φυ­σι­κό, ὅσοι ἔ­χουν πι­στέ­ψει στόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό νά γί­νον­ται καί ἐ­κεῖ­νοι ση­μεῖ­α ἀν­τι­λε­γό­με­να μέ­σα στήν Ἱ­στο­ρί­α. Αὐ­τό προ­σέ­ξτε το· πρέ­πει νά τό συ­νει­δη­το­ποι­ή­σου­με.
Ὁ Χρι­στός τό εἶ­πε ὡς ἑ­ξῆς: «εἰ ἐ­μὲ ἐ­δί­ω­ξαν, καὶ ὑ­μᾶς δι­ώ­ξου­σιν· εἰ τὸν λό­γον μου ἐ­τή­ρη­σαν, καὶ τὸν ὑ­μέ­τε­ρον τη­ρή­σου­σιν. ἀλ­λὰ ταῦ­τα πάν­τα ποι­ή­σου­σιν ὑ­μῖν διὰ τὸ ὄ­νο­μά μου»[2]. Δηλαδή: Ἄν ἐ­μέ­να μέ κατα­δί­ω­ξαν, θά καταδι­ώ­ξουν καί ἐ­σᾶς· ἄν ἐ­φάρ­μο­σαν τόν λό­γο μου, τό­τε καί τόν δι­κό σας λό­γο, πού θά μι­λά­ει γιά μέ­να, θά τόν τη­ρή­σουν. Ὅ­λα αὐτά , εἴ­τε ἀπο­δο­χή εἴ­τε ἀ­πόρ­ρι­ψη, θά τά κάνουν σ’  ἐσᾶς γιά τό ὄ­νο­μά μου –τό ση­μεῖ­ο τό ἀν­τι­λε­γό­με­νο.
Αὐ­τό πρέ­πει νά τό γνω­ρί­ζου­με· για­τί ἀλ­λι­ώ­τι­κα θά ζοῦμε μέσα σέ μί­α τέτοια κρί­ση στή ζω­ή μας, πού πολ­λές φο­ρές μπο­ρεῖ νά μή μᾶς βγά­λει σέ κα­λό δρό­μο.
Ἔ­τσι, ἄν ὁ ὄγδοος μα­κα­ρι­σμός, πού εἴ­πα­με τήν πε­ρα­σμέ­νη φο­ρά, μα­κα­ρί­ζει ἐ­κεί­νους πού δι­ώ­κον­ται γιά τή στα­θε­ρό­τη­τά τους στήν ἁ­γι­ό­τη­τα, ὁ ἔ­να­τος μα­κα­ρι­σμός μα­κα­ρί­ζει ἐ­κεί­νους πού δι­ώ­κον­ται καί χλευ­ά­ζον­ται γιά τήν ὁ­μο­λο­γί­α τους στό θε­αν­θρώ­πι­νο πρό­σω­πο τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ.
Καί τώ­ρα ὁ ἔνατος μα­κα­ρι­σμός, πού εἶναι καί ὁ τε­λευ­ταῖ­ος, λέει: «Μα­κά­ριοί ἐ­στε ὅ­ταν ὀ­νει­δί­σω­σιν ὑ­μᾶς καὶ δι­ώ­ξω­σι καὶ εἴ­πω­σι πᾶν πο­νη­ρὸν ῥῆ­μα καθ’ ὑ­μῶν ψευ­δό­με­νοι ἕ­νε­κεν ἐ­μοῦ. χαί­ρε­τε καὶ ἀγαλ­λιά­σθε, ὅ­τι ὁ μι­σθὸς ὑ­μῶν πο­λὺς ἐν τοῖς οὐ­ρα­νοῖς· οὕ­τω γὰρ ἐ­δί­ω­ξαν τοὺς προ­φή­τας τοὺς πρὸ ὑμῶν»[3]. Δηλαδή: Εἶστε εὐ­τυ­χεῖς ὅταν σᾶς κο­ρο­ϊ­δέ­ψουν καί σᾶς δι­ώ­ξουν καί ποῦν ἐναντίον σας ψεύ­τικες κατηγο­ρίες ἐξαιτίας μου. Νά χαίρεστε καί νά εὐφραίνεσθε, γιατί ἡ ἀμοιβή σας θά εἶναι μεγάλη στούς οὐρανούς· κα­τά τόν ἴ­διο τρό­πο συμ­πε­ριφέρ­θη­καν καί στούς Προ­φῆ­τες πρίν ἀπό σᾶς, δη­λα­δή στήν Πα­λαι­ά Δι­α­θή­κη.
Ἐ­δῶ ἔ­χου­με μί­α ὁ­μο­λο­γί­α ἐ­ξω­τε­ρι­κή καί μέ λό­για καί μέ ἔρ­γα. Αὐτή ἡ ἴδια ἡ στά­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ἀλ­λά καί τά λό­για του, μπο­ροῦν νά προ­κα­λέ­σουν. Δη­λα­δή εἶναι ἐ­κεῖ­νο πού σᾶς δι­ά­βα­σα τήν πε­ρα­σμέ­νη φο­ρά, πού λέ­νε οἱ ἀ­σε­βεῖς ἄν­θρω­ποι, ὅτι ὁ εὐσεβής εἶ­ναι «βα­ρὺς καὶ βλε­πό­με­νος», εἶ­ναι ἐνοχλητικός ἀ­κό­μα καί νά τόν βλέ­πεις, δι­ό­τι ἡ πα­ρου­σί­α του δη­μι­ουρ­γεῖ ἔλεγ­χο στό πε­ρι­βάλ­λον. Αὐτό βέβαια εἶ­ναι ἡ κα­λύ­τε­ρη ὁ­μο­λο­γί­α Χρι­στοῦ, δηλαδή τό νά ζοῦ­με πνευ­μα­τι­κή ζω­ή· καί φυσικά σ’ ἐ­κεί­νους πού αἰ­σθά­νον­ται ἄ­σχη­μα γι­νό­μα­στε ἕ­να σκάν­δα­λο.
Γιά παράδειγμα, σᾶς τό λέ­ω ἔ­τσι πρό­χει­ρα, τώρα πού εἶ­ναι Με­γά­λη Σα­ρα­κο­στή, ἄν πᾶ­με σ’ ἕ­να νε­κρι­κό δεῖ­πνο, θά δοῦμε ὅτι παραθέτουν κρέας. Ὑ­πάρ­χει τό κο­σμι­κό φρό­νη­μα, τό ἔθιμο, πού ὑπαγορεύει νά προ­σφέ­ρουμε κρέας τήν ἡμέρα ἐκείνη, ἔστω κι ἄν εἶναι μέ­σα στή Με­γά­λη Σα­ρα­κο­στή. Ἄν δέν τό κάνουμε αὐ­τό, θε­ω­ρεῖ­ται τσιγ­γουνιά, ὅ­τι κα­λέ­σα­με τούς συγ­γε­νεῖς, ἀλ­λά δέν εἴ­μα­στε δι­α­τε­θει­μέ­νοι νά δεί­ξου­με τή φι­λο­φρό­νη­σή μας, καί πολ­λά ἄλ­λα τέ­τοι­α. Ὑποχω­ροῦμε λοιπόν καί παραθέτουμε τό κρέ­ας. Οἱ συγ­γε­νεῖς βέβαια κλή­θη­καν γιά νά προ­σευ­χη­θοῦν στόν Θε­ό ὑ­πέρ τῆς ψυ­χῆς τοῦ κε­κοι­μη­μέ­νου. Ἀλλά ἀκριβῶς μέ αὐτόν τόν τρόπο τόν λυποῦν. Ἄν λοιπόν ἐμεῖς ποῦ­με ὅ­τι δέν τρῶ­με κρέ­ας, ἄν καί πα­ρα­τέ­θηκε, θά ποῦ­ν ὅ­τι τούς σκαν­δα­λί­ζου­με. «Σέ τί, κύ­ρι­οι, σᾶς σκαν­δα­λί­ζου­με; Ἐρω­τῶ: σέ τί;».
Ὅ­πως ἀν­τι­λαμ­βά­νε­σθε, ὁ κό­σμος εἶ­ναι πε­ρί­ερ­γος. Καί ὁ ″κόσμος ″ ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πό βα­πτι­σμέ­νους Χρι­στια­νούς! Κά­πο­τε ὁ κόσμος δέν ἦταν οἱ βα­πτι­σμέ­νοι Χριστιανοί, καί μιλούσαμε γιά βαπτισμένους καί μή βα­πτι­σμέ­νους. Σή­με­ρα τή θέ­ση τοῦ κό­σμου, μέ πνευ­μα­τι­κή ἔν­νοια, τήν κατέ­χουν οἱ βα­πτι­σμέ­νοι ἄν­θρω­ποι. Εἶ­ναι τρα­γι­κό!
Ὡ­στό­σο, ὁ ἔνατος μα­κα­ρι­σμός μᾶς λέ­ει ὅτι καί ἡ ὁ­μο­λο­γί­α μας πρέπει νά εἶ­ναι καί μέ ἔρ­γα καί μέ λό­για. Ὁ κό­σμος, σ’ αὐτούς πού ὁ­μο­λο­γοῦν τόν Κύ­ριο, ἀν­τι­τί­θε­ται μέ τρεῖς τρό­πους, πού μᾶς τούς ἐ­ξέ­θε­σε ἤδη ὁ Κύ­ριος στόν ἔ­να­το μα­κα­ρι­σμό.
Ὁ πρῶ­τος τρό­πος εἶ­ναι ὁ ὀ­νει­δι­σμός, ὁ χλευα­σμός: «καὶ εἴ­πω­σιν πᾶν πο­νη­ρὸν ῥῆ­μα κα­θ’  ὑ­μῶν ψευ­δό­με­νοι ἕ­νε­κεν ἐ­μοῦ» εἶ­πε, δηλαδή θά σᾶς κο­ρο­ϊ­δεύουν, θά σᾶς περιγελοῦν.
Ὁ ὀνειδισμός εἶ­ναι ἡ εἰ­ρω­νεί­α, δηλαδή ἕ­να ὅ­πλο στά χέ­ρια τῶν κο­σμι­κῶν ἀν­θρώ­πων πο­λύ λε­πτό, ἔν­τε­χνο, ψυ­χο­λο­γη­μέ­νο, πο­νη­ρό, ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό. Λένε μία εἰ­ρω­νεί­α, μί­α ρε­τσι­νιά, καί φεύ­γουν. Σοῦ πε­τά­ει ὁ ἄλ­λος ἕ­ναν λό­γο ἐ­ξευ­τε­λι­στι­κό, μιά βρι­σιά, μιά λοι­δω­ρί­α, ἕ­ναν πε­ρι­παι­κτι­κό λό­γο πού σέ κεν­τά­ει, πολ­λές φο­ρές σοῦ προ­σβάλ­λει αὐ­τό τό κέν­τρο τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τός σου ἤ τοῦ ἀν­δρι­σμοῦ σου ἤ τῆς ἀ­ξι­ο­πρέ­πειάς σου γε­νι­κά. Θί­γει τίς λε­πτό­τε­ρες χορ­δές τοῦ φι­λό­τι­μου ἀν­θρώ­που· κατά βάθος ὅ­μως θί­γει τίς λε­πτό­τε­ρες χορ­δές τοῦ ἐ­γω­ι­σμοῦ μας, καί αὐ­τό ἄς τό προ­σέ­ξου­με, γιατί ἀ­πο­τε­λεῖ κύ­ριο ση­μεῖ­ο.
Μά, ἄν συμ­βαί­νει νά ἔ­χου­με ἐ­γω­ι­σμό, δη­λα­δή νά μήν καθαρίσαμε τήν καρ­διά μας, τό­τε βε­βαί­ως δέν θά φέ­ρου­με εἰς πέ­ρας τήν ὁ­μο­λο­γί­α τοῦ Χρι­στοῦ· κά­που θά πέ­σου­με. Θά ἐ­πα­να­λά­βω: Ἄν δέν κά­να­με κά­θαρ­ση τῆς καρ­διᾶς μας, ὥστε νά ἔ­χου­με τα­πεί­νω­ση, καί νά μήν προβάλουμε τόν ἐ­γω­ι­σμό μας, ὅ­ταν ὁ ἄλ­λος μᾶς κο­ρο­ϊ­δέ­ψει καί μᾶς πει­ρά­ξει, τό­τε τά πε­τᾶ­με ὅ­λα. Αὐ­τό τό ση­μεῖ­ο προ­σέ­ξτε το. Γενικά στό περιβάλλον του ὁ καθένας, στό χῶ­ρο τοῦ Δη­μο­τι­κοῦ Σχο­λεί­ου ἤ τοῦ Γυ­μνα­σί­ου, στόν χῶ­ρο τοῦ Λυ­κεί­ου ἤ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου, στόν στρα­τό ἤ στή δουλειά, ὅ­ταν ὁ ἄλ­λος μᾶς πεῖ κά­τι, θι­γόμαστε· καί ἀ­μέ­σως, γιά νά μή φα­νοῦμε ὅ­τι ὑστε­ροῦμε ἀπέ­ναν­τι στούς ἄλ­λους, παραιτούμαστε ἀπό τήν ὁ­μο­λο­γί­α τοῦ Χρι­στοῦ, ξεχνᾶμε τόν ἔνατο μα­κα­ρι­σμό, δι­ό­τι ὁ ὀ­νει­δι­σμός, ἡ εἰ­ρω­νεί­α τῶν ἄλλων, ἤδη μᾶς θέ­ρι­σε, μᾶς κα­τέ­λα­βε, μᾶς κέρ­δι­σε.
Γι’ αὐ­τό θά ἔ­λε­γα ὅτι ὁ ὀ­νει­δι­σμός εἶ­ναι ἕνα πο­λύ ψυ­χο­λο­γη­μέ­νο ὅ­πλο τῶν κο­σμι­κῶν ἀν­θρώ­πων, καί πο­νη­ρό καί ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό. Ἄς προ­σέ­ξου­με νά μή ξε­κι­νᾶ­με νά ἐμφανισθοῦμε ὡς ὁ­μο­λο­γη­τές τοῦ Χρι­στοῦ, χω­ρίς μιά, ἔ­στω καί στοι­χει­ώ­δη, κά­θαρ­ση τῆς ψυ­χῆς μας, τῆς καρ­διᾶς μας. Ἄς προ­σέ­χου­με λοι­πόν. Χρει­ά­ζε­ται τα­πεί­νω­ση, χρει­ά­ζε­ται δύ­να­μη ψυ­χῆς. Καί ὅ­λα αὐ­τά μό­νο καί μό­νο γιατί εἴμαστε Χρι­στια­νοί· δέν ὑπάρ­χει ἄλ­λος λό­γος.
Στό Πα­λα­τῖνο τῆς Ρώ­μης βρέ­θηκε κά­τω στό πά­τω­μα –τό ἔ­χω δεῖ σέ φω­το­γρα­φί­α– μί­α ἐγ­χά­ρα­κτη γε­λοι­ο­γρα­φί­α, πού πα­ρου­σιά­ζει ἐ­κεῖ ἕ­να γά­ϊ­δα­ρο ἐ­πά­νω σ’ ἕ­ναν σταυ­ρό, καί ἀ­πό κά­τω ὑ­πάρ­χει ἡ ἑ­ξῆς ἐ­πι­γρα­φή: «Ἀ­λε­ξά­με­νος σέ­βε­ται Θε­όν». Προ­φα­νῶς ἡ προ­έ­λευ­ση εἶ­ναι ἀ­πό τούς στρα­τι­ῶ­τες ἐ­κεῖ τοῦ Πα­λα­τί­νου, πού ἤθε­λαν νά εἰ­ρω­νευ­θοῦν κά­ποι­ον συ­νά­δελ­φό τους Χρι­στια­νό. Χάραξαν λοιπόν τόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό ὡς γά­ϊ­δα­ρο ἐ­πά­νω στόν σταυ­ρό, λέ­γον­τας ὅ­τι ὁ Ἀ­λε­ξά­με­νος, ὁ συ­νά­δελ­φός τους πού εἶ­ναι Χρι­στια­νός, σέ­βε­ται τόν Θε­ό, καί αὐ­τός ὁ Θε­ός δέν εἶ­ναι πα­ρά ἕ­νας ὄ­νος! Γιά σκε­φθεῖ­τε!...
Ἀλ­λά καί μέ­σα στήν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα ἔ­χου­με ἀ­να­ρίθ­μη­τες τέ­τοι­ες πε­ρι­πτώ­σεις, ἀκόμα καί σ’ αὐ­τό τό ἴδιο μας τό σπί­τι. Γιά τό σπί­τι μας ὁ Κύ­ριος εἶ­πε: «καὶ ἐ­χθροὶ τοῦ ἀν­θρώ­που οἱ οἰ­κια­κοί αὐ­τοῦ»[4]. Ἐ­χθροί τοῦ ἀν­θρώ­που εἶ­ναι οἱ ἴ­διοι οἱ σπιτικοί του, οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ σπιτιοῦ του.
Βλέ­πε­τε λοι­πόν ὅ­τι αὐ­τό εἶ­ναι ἕ­να ἰδιαίτερα σπου­δαῖ­ο ση­μεῖ­ο. Κάποιος μι­λάει γιά τόν Χρι­στό μέ σύ­νε­ση, καί οἱ ἄλ­λοι τόν θε­ω­ροῦν ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­νας φανατικός ἄν­θρω­πος, ἕ­νας θρη­σκό­λη­πτος, ἕ­νας ἀ­συγ­χρό­νι­στος, ἕ­νας σκου­ρι­α­σμέ­νος ἄν­θρω­πος μέ πα­λι­ές ἰ­δέ­ες. Μι­λάει γιά τό εὐ­αγ­γε­λι­κό ἦ­θος –πού εἶ­ναι δύ­ο πράγ­μα­τα: ἡ χρι­στι­α­νι­κή πί­στη καί τό εὐ­αγ­γε­λι­κό ἦ­θος, δηλαδή ὀρ­θο­δο­ξί­α καί ὀρ­θο­πρα­ξί­α– μιλάει γιά τόν τρό­πο μέ τόν ὁ­ποῖ­ο θά ζή­σει κανείς, καί θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­νώ­μα­λος ἄν­θρω­πος!
Πολ­λά χρό­νια πρίν, μιά μη­τέ­ρα μοῦ ἔ­λε­γε γιά τήν κόρη της ὅτι ἔ­κα­νε πα­ρέ­α μόνο μέ ἀ­γό­ρια στό Λύ­κει­ο καί ὅταν τή ρώτησε για­τί δέν κά­νει πα­ρέ­α μέ κο­ρί­τσια, τῆς ἀπάντησε: «Τί θέλεις ; νά μέ βγά­λουν ὅ­τι εἶμαι ἀνώ­μα­λη;...»!
Πε­ριτ­τό νά σᾶς πῶ, βέ­βαια, ὅ­τι αὐ­τή ἡ κο­πέ­λα παν­τρεύ­τη­κε, ἔ­κα­νε παι­διά· ἀλλά εἶ­ναι στά πρό­θυ­ρα νά χω­ρί­σει, περ­νά­ει πά­ρα πο­λύ ἄ­σχη­μα, για­τί ἁ­πλού­στα­τα δέν ἐγ­κολ­πώ­θη­κε τήν πνευ­μα­τι­κή ζω­ή, ἐ­νῶ ὁ σύ­ζυ­γός της φαίνεται νά τό ἤ­θε­λε αὐτό.
(συνεχίζεται)


Απόσπασμα από το βιβλίο ‘’MAKAΡΙΣΜΟΙ’’ .
Της Ιεράς Μόνης Κομνηνείου, Κοιμήσεως Θεοτόκου και Αγίου Δημητρίου.
Το βιβλίο περιέχει  απομαγνητοφωνημένες ομιλίες του μακαριστού Γέροντα Π. Αθανασίου Μυτιληναίου.
Η ανάρτηση γίνεται με την ευλογία της Ιεράς Μονής.
                                                                                                            



[1]. Λουκ. 2, 34.
[2]. Ἰ­ω­άν. 15, 20-21.
[3]. Ματθ. 5, 11-12.
[4]. Ματθ. 10, 36.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε το σχόλιό σας