Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

Ἡ μεγαλοκαρδία του: φροντίζει γιά τήν εἰρήνευση κλήρου καί λαοῦ



Ἔτσι ὅπως τόν κρατούσανε στά χέρια οἱ πιστοί, τόν πήγανε πλῆθος πολύ στήν Ἀναστασία. Μαζί τους ἐπευφήμησε καί θρήνησε ὅλος ὁ κόσμος. Ὅλοι ὅσοι βρεθήκανε στή μεγάλη Μέση ὁδό, στήν πλατεία τοῦ Κωνσταντίνου καί στά πολλά γύρω καταστήματα τοῦ κέντρου τῆς πόλης.
Δέν σταμάτησαν ὅμως ἐδῶ οἱ ἐκδηλώσεις. Πολλοί κληρικοί καί λαϊκοί κινήθηκαν ἀπειλητικά πρός ὁρισμένους ἐπισκόπους, πού τούς θεωρούσανε ὑπευθύνους γιά τήν παραίτηση. Μερικοί ἐπίσκοποι, ἀηδιασμένοι ἀπό τή στάση συναδέλφων τους καί ἀπογοητευμένοι μέ τήν παραίτηση, σηκώθηκαν κι ἔφυγαν ἀπό τή Σύνοδο καί τήν Πόλη. Οἱ ἀντεγκλήσεις
μπήκανε καί μέσα στούς ναούς. Ἐπίσκοποι, πού εἴχανε φερθεῖ ἄσχημα στό Γρηγόριο, δέχονταν ὕβρεις καί προπηλατισμούς ἀπό θερμόαιμους πιστούς. Δυσκολεύονταν νά κυκλοφοροῦν καί νά ἱερουργοῦν. Οὔτε λίγο οὔτε πολύ τά πράγματα πήγαιναν γιά σχίσμα. Ἕνα μόνο νεῦμα τοῦ Γρηγορίου καί τό μεγάλο πλῆθος τῶν πιστῶν ἤτανε στό πλευρό του γιά ὅλα ..... καί γιά χωριστή Ἐκκλησία!
Οἱ πιστοί ὅμως αὐτοί δέν εἴχανε καταλάβει τό Γρηγόριο κι ἄς τά ’διναν ὅλα γιά χάρη του.
Δύο ἡμέρες ὁ Γρηγόριος ἔμεινε ἀπόλυτα ἔγκλειστος. Οὔτε εἶδε οὔτε μίλησε σέ κανέναν. Ἔμενε μόνος μέ τό Θεό. Ἔμενε νά προσευχηθεῖ καί νά βυθομετρήσει τό μέγεθος τῆς ἀπόφασής του. Γιατί ὧρες-ὧρς τόν τριβέλιζε ὁ φόβος, μήπως ἔκανε λάθος. Οἱ δικοί του ἄκουσαν ἀπ’ ἔξω τήν ἱκεσία του:
-Θεέ μου, σέ παρακαλῶ, μή μ’ εὕρει κανένα κακό τώρα πού φεύγω, ἀρκετά ὥς ἐδῶ!
Ὅλες τίς ἄλλες ὧρες ἐπικρατοῦσε ἡσυχία καί γαλήνη στό κελλί του. Μόνο τό ἐκ βαθέων «Κύριε ἐλέησον» ἄκουγαν. Οἱ δικοί του δέν ἀκούγανε μόνο, μά εἴδανε κιόλας.
Στίς νυχτερινές ὧρες τῆς ἀπόλυτης ἡσυχίας, πού ὁ ἀετός τοῦ Πνεύματος ἀγρυπνοῦσε καί προσευχότανε, παρατηρήσανε μιά φορά ἕνα ἱλαρό φῶς ν’ ἀναδύεται ἀπό τό κέντρο τοῦ κελλιοῦ, κάτι σάν ὁλόφωτο ἐλαφρύ σύννεφο νά βγαίνει ἀπό κεῖ. Ἤτανε οἱ στιγμές πού ὁ Γρηγόριος πλημμύριζε ἀπό θεῖες ἐνέργειες, πού τόν ἐπισκεπτόντανε τό ἅγιο Πνεῦμα... μέ τό ὁποῖο κυριολεκτικά κουβέντιαζε.
Τήν τρίτη μέρα βγῆκε στό φῶς τοῦ κόσμου, ἀφοῦ εἶχε ἄπλετα γευτεῖ τό θεῖο φῶς. Ἤτανε σχετικά εὐδιάθετος, ἀλλά τά νέα τόν ἔθλιψαν βαθιά. Ζήτησε νά μάθει τί γίνεται στήν πόλη.... πῶς πᾶνε τά ἐκκλησιαστικά. Θέλοντας καί μή τόν πληροφόρησαν οἱ δικοί του τά συμβαίνοντα. Τή στάση τῶν χολωμένων πιστῶν κατά τῶν ἐπισκόπων, τίς καθημερινές φασαρίες μέσα κι ἔξω ἀπό τούς ναούς, τή σύγχυση πού ἐπικράτησε μεταξύ τῶν συνοδικῶν, πού τώρα χωριστήκανε βαθύτερα καί κατηγορούσανε οἱ μέν τούς δέ γιά τήν ἀναστάτωση στήν Ἐκκλησία.
Στό ἄκουσμα ὅλων αὐτῶν κλονίστηκε μιά στιγμή, ἀλλά γρήγορα συνῆλθε. Ἤτανε ἡ ὥρα μιᾶς ἄλλης προσφορᾶς πού θά ἔδειχνε περισσότερο τή μεγαλοκαρδία τοῦ ἱεροῦ ἄνδρα. Ἔστειλε ἀγγελιοφόρους νά εἰδοποιήσουνε τούς ὑπευθύνους ἐκκλησιαστικούς τῆς Πόλης. Τούς μάζεψε στό λίκνο τῆς Ὀρθοδοξίας, στήν Ἀναστασία. Τούς ἐξήγησε, τούς ἐξόρκισε, τούς ἱκέτεψε... νά σταματήσουνε τίς διαμαρτυρίες καί τίς ἀσχήμιες κατά τῶν ἐπισκόπων, νά δεχτοῦνε τήν ἀπόφασή του, νά ὁμονήσουνε, νά μήν ἀντιτάξουνε μίσος στή μοχθηρία τῶν ἐχθρῶν του. Ἔφτασε στό σημεῖο νά ἐπαινεῖ κι ὅσους δέν τό ἄξιζαν, γιά νά τούς μαλακώσει καί νά τούς ὁδηγήσει στή συμφιλίωση. Τό ἀπόγευμα καί τήν ἄλλη μέρα πῆρε νά ἐπισκέπτεται τούς ναούς, ὅπου μαζεύονταν οἱ πιστοί. Ἐκεῖ, ἐνώπιον τοῦ ἁγνοῦ πιστοῦ, πού ὅμως εὔκολα παρασύρεται, κατακλιζότανε ἀπό συγκίνηση, τήν ὁποία δέν συγκρατοῦσε. Ἄνοιγε τήν καρδιά του στίς ἀνοιχτές καρδιές καί συχνά τά μάτια του γεμίζανε δάκρυα, γι’ αὐτούς πού ἀποτελούσανε τόν στέφανό του, τήν ἀπόδειξη τῆς ἐπιτυχίας του. Τόν σπάραζε ἡ ἄδολη ἀγάπη τους κι αὐτός ἀνταποκρινότανε. Τούς παρηγοροῦσε στό παράπονό τους, ὅτι χάνουνε τόν πνευματικό τους πατέρα· καί τούς διαβεβαίωνε:
-Μήν ἀγωνιᾶτε καί μή λυπᾶστε πού φεύγω. Προφητεύω τήν ὥρα τούτη ὅτι καί χωρίς ἐμένα θά προκόψετε στήν πίστη μου....μοῦ τό εἶπε τό ἅγιο Πνεῦμα, πού θά εἶναι κοντά σας. Ἕνα μόνο θέλω ἀπό σᾶς, νά φυλᾶτε τήν καθαρή πίστη στήν ἁγία Τριάδα... ὅπως σᾶς τή δίδαξα. Κι ἀκόμα κάτι, νά θυμᾶστε τούς κόπους μου γιά σᾶς κι ὅσα ὑπέφερα ἐδῶ, νά θυμᾶστε τούς λιθοβολισμούς μου...
Τέτοιες στιγμές ἔχανε τόν ἔλεγχό του. Τά δάκρυα τρέχανε στά βαθουλωμένα του μάγουλα, ἐνῶ ἡ συγκίνηση περνοῦσε στούς πιστούς καί ὅλα τελείωναν μέσα σέ δάκρυα. Ὅμως τά δάκρυα τοῦτα μέ τήν πίκρα τους καίγανε τά πάθη καί γαληνεύανε τίς καρδιές. Τίς καρδιές πού γίνονταν ἕτοιμες νά συγχωρήσουν καί νά συμφιλιωθοῦν.
Ἡ σταυροφορία τοῦ Γρηγορίου γιά εἰρήνευση πέτυχε ἀπόλυτα. Τά πνεύματα γαλήνεψαν, οἱ ἐπίσκοποι ἀνάσαναν εὐχαριστημένοι. Οἱ εἰρηνευτικές ἐνέργειες συνέτισαν τούς περισσοτέρους ἀπό τούς ἐπισκόπους ἐκείνους, πού βλάψανε τό Γρηγόριο. Ἄρχισαν ἐπιτέλους κι αὐτοί νά διακρίνουν τώρα τή μεγαλωσύνη καί τήν ἀνιδιοτέλειά του... Ἔστω καί τήν τελευταία ὥρα, κάτι ἤτανε κι αὐτό.... μιά παρηγοριά στό Γρηγόριο.
Στή Σύνοδο δέν ξαναπῆγε. Συναντήθηκε ὅμως μέ πολλούς ἐπισκόπους, τούς ὁποίους ἐξόρκιζε νά συμφιλιωθοῦνε μεταξύ τους. Κι ἀκόμα, ἐπέμενε νά ἐξηγεῖ μέ κάθε εὐκαιρία ὅτι φεύγει μέ τή θέλησή του, ὄχι ἁπλῶς διότι τό ἐπιδίωξαν οἱ ἐχθροί του. Δέ θά ’πρεπε οἱ ἐχθροί του νά θεωροῦνε νίκη τους τήν παραίτηση, διότι τή θέλησε καί ὁ ἴδιος· γι’ αὐτό κι ἔγινε.
Οἱ περισσότεροι ἐπίσκοποι καί προπαντός ὅσοι τόν γνώριζαν, αὐτόν καί τή θεοκίνητη θεολογία του, δέν μπορούσανε νά σκεφτοῦν ἄλλον στόν θρόνο τῆς ἀρχιεπισκοπῆς καί στήν προεδρική ἕδρα τῆς Συνόδου. Κυριολεκτικά θρηνούσανε καί τά βάζανε μέ ὅποιον θεωροῦσαν λίγο ἤ πολύ ὑπεύθυνο τῶν ἐξελίξεων. 




Ὁ πληγωμένος Ἀετός (Γρηγόριος ὁ Θεολόγος)


(ἀφηγηματικὴ Βιογραφία)
    (σελ.282-285)
  Στυλιανοῦ Γ. Παπαδοπούλου Καθηγητή Πανεπιστημίου

Ἔκδοση Δ΄


Ἀποστολική διακονία


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε το σχόλιό σας