Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

Ἀποχαιρετάει ὅλους καί κάνει ἀπολογισμό τοῦ ἔργου του στήν Πόλη



Σάββατο βράδυ, κλείστηκε πάλι στό κελλί. Εἶχε διαδοθεῖ ὅτι τήν ἄλλη μέρα, τελευταῖα Κυριακή τοῦ Ἰουνίου, θά λειτουργοῦσε στόν καθεδρικό ναό, στήν Ἁγία Εἰρήνη. Οἱ μέρες μαζεύονταν. Βιαζότανε νά φύγει. Ὅσο βρισκότανε στήν Πόλη, οὔτε διάδοχό του ἀποτολμούσανε νά ἐκλέξουν, οὔτε ἡ Σύνοδος ἐργαζότανε κανονικά. Ἔπρεπε, λοιπόν, νά τούς λύσει τά χέρια, πού τά ’δενε ὁ σεβασμός στό πρόσωπό του καί ὁ φόβος -ἤ γιά ἄλλους ἡ ἐλπίδα- τῆς μεταμέλειάς του: μήπως ἀλλάξει γνώμη δηλαδή καί θελήσει νά μείνει, ἀποσύροντας τήν παραίτησή του. Γιατί, πράγματι, ἄν ἤθελε, μποροῦσε καί τήν ὥρα τούτη ν’ ἀλλάξει τήν πορεία τῶν πραγμάτων. Ὁ λαός ἤτανε μαζί του, οἱ κληρικοί τῆς Πόλης στήν πλειοψηφία τους ἐπίσης, τό ἴδιο καί οἱ πολλοί ἐπίσκοποι. Τέτοιο θέμα ὅμως δέν ὑπῆρχε. Ἔγειρε στό κρεβάτι ἐξουθενωμένος ἀπό
τήν ὁλοήμερη προσπάθεια νά εἰρηνεύσει καί νά κατευνάσει τά πνεύματα. Ἤθελε νά σκεφτεῖ, μά δέν ἀκούγανε οὔτε ὀ νοῦς οὔτε τά νεῦρα του. Ἀφέθηκε σέ λίγο ὕπνο. Σηκώθηκε, μετά τά μεσάνυχτα καί προσευχήθηκε. Ἔπειτα, γιά λόγους σύνεσης, πῆρε τά πράγματα πάλι ἀπό τήν ἀρχή:
Θεέ μου, φώτισέ μου τό νοῦ νά δῶ καθαρά. Ἀγαπάω –τό ξέρεις- πολύ τό ποίμνιό μου, καί θά ’χα πολλά νά κάνω ἀκόμη ἐδῶ. Μά νά, ἔτσι πού ἤρθανε τά πράγματα, μέ τόσο μίσος ἐναντίον μου, τόσο ἄρρωστος.... πῶς νά μείνω; Ἄλλωστε πάντα θά μιλάω γιά σένα, Τριάδα μου ἀκριβή, τό στόμα μου θά ἐξηγεῖ καί θά ὑπερμαχεῖ γιά τήν ἁγία Τριάδα. Ὅσο γιά τήν Ἐκκλησία... γι’ αὐτήν θά κλαίω, τί καλύτερο μποροῦσα νά κάνω; Νά πολεμήσω ἄλλο μέ τούς ἐπισκόπους, δέν ἀντέχω. Νιώθω λυποθυμία σέ τέτοιον ἀγώνα. Ντρέπομαι πού τό λέω, μά εἶναι μερικοί ἀπό αὐτούς κάπηλοι καί λύκοι. Ἄφησέ με, νά πάω σέ λιμάνι... Στερήθηκα σέ τούτη τή φουρτουνιασμένη θάλασσα, στερήθηκα, Χριστέ μου βασιλιά, τήν ἡσυχαστική ζωή.... νά προσεύχομαι ὧρες ἀτέλειωτες, νά ’μαι ὅλος παραδομένος σέ σένα, νά ὑπάρχω μόνο γιά σένα, ν’ ἀναπνέων μόνο ἐσένα... Μ’ ἄφησες, Χριστέ μου, μ’ ἄφησες χωρίς τή μακάρια γλυκύτητα τῶν ἐλλάμψεων... τό θεῖο σου φῶς τό ἔζησα ἐδῶ τόσο λίγο... νοσταλγῶ ἀκατανίκητα τήν ἄσκηση καί τήν προσευχη... Ἐκεῖ δέ θά μέ βρίσκουν οἱ ἐχθροί... Ἐκεῖ ἐλπίζω νά μ’ ἐλεήσεις πάλι, νά μοῦ στείλεις τό φῶς σου, νά μοῦ ἐπιτρέπεις νά συνομιλῶ μαζί σου, νά σέ βλέπω στήν θεία σου λαμπρότητα μέ τά μάτια τῆς καρδιᾶς, πού ἐσύ θά μοῦ ’χεις καθαρίσει ἀπό τά πάθη... Ἄφησέ με νά πάω στούς ἄγριους τόπους, μόνο ἐκεῖ θά εἶμαι τελείως κοντά σου... αὐτό εἶναι τό λιμάνι πού ἐπιθυμοῦσα πάντα... Ἐκεῖ δέ θά ’χω τιμές καί χειροκροτήματα, θρόνους καί παλάτια... μοῦ φτάνει πού θά ’χω τό ἅγιο Πνεῦμα, αὐτό μόνο καί τίποτ’ ἄλλο. Γιά τή ζωή αὐτή μέ κάλεσες, νομίζω, τήν ἡσυχαστική, ὅταν σέ εἶδα σ’ ὄνειρο, τότε πού ἤμουνα νέος, μά κι ὄταν ἔξω ἀπό τή Ρόδο μέ πνίγανε τά κύματα.
Εἶπε πολλά στό Θεό κι ἄκουσε πολύ τό Θεό. Τελικά, δέν ἄλλαζε ἡ πορεία τῶν πραγμάτων.
Θά ’φευγε γρήγορα, μά ὄχι χωρίς ἐπίσημο ἀποχαιρετισμό κι ἕναν ἀπολογισμό τοῦ ἔργου τῶν τριῶν ἐτῶν στήν Κωνσταντινούπολη. Αὐτό ἔγινε τήν τελευταία τούτη Κυριακή τοῦ Ἰουνίου, στήν Ἁγία Εἰρήνη. Μεγάλος ναός, ὁ κόσμος πολύς, οἱ περισσότεροι ἐπίσκοποι παρόντες καί πολλοί ἀνώτεροι ἀξιωματοῦχοι. Λειτούργησε ὁ μεγάλος θεολόγος μέ ἱεροπρέπεια. Τόση καί τέτοια ἱεροπρέπεια πού ἄγγιξε τά πιό βαθιά σημεῖα τῶν καρδιῶν. Ἡ ἀτμόσφαιρα πολύ φορτισμένη. Ὁ ἐπικείμενος χωρισμός γέννησε συγκίνηση, πού λίγο- λίγο ἔγινε κατάνυξη πνευματική, μυστηριακή. Τό πανίερο τοῦ Πνεύματος ὄργανο, ὁ Γρηγόριος, ἤτανε πολύ ἐξαντλημένος, ἀλλά στεκότανε καί λειτουργοῦσε μέ νεῦρο καί δύναμη τοῦ Θεοῦ. 
Φτάνοντας ἡ Λειτουργία στό τέλος, ὅλοι περιμένανε μέ ἀγωνία τόν ἔσχατο Λόγο τοῦ πιό μεγάλου ποιητῆ καί θεολόγου τῆς Ἐκκλησίας. Καί ὅλοι εἴχανε τή βεβαιότητα ὅτι ὁ θεολόγος ἤτανε καί ἅγιος καί φωτισμένος. Ξέρανε ἀκόμη –κοινό μυστικό- ὅτι τόν ἄνδρα τοῦτον κάποιοι τόν κακομεταχειρίστηκαν καί τόν ἀνάγκασαν νά πάρει τῶν ὀματιῶν του, νά φύγει. Γι’ αὐτό καί τό αἴσθημα τῆς πίκρας εἰσχωροῦσε κι ἐκτόπιζε ὧρες - ὧρες τή λειτουργική κατάνυξη τοῦ λαοῦ.
Κάποτε εἶπε τό «Δι’ εὐχῶν...». Στάθηκε κάτω ἀπό τήν Ὡραῖα πύλη, ἐνώπιόν τους. Τούς κοίταξε μέ ἀγάπη βαθιά, ἐλαφρά κυρτός, ἔντονο καθαρό τό βλέμμα, λευκή γενειάδα κύλαγε στό μικρό του στῆθος, ὄρθιο τό μέτωπο μέ ἱλαρό φῶς, παρουσία θεωμένου ἀνθρώπου. Ὅλοι κράτησαν τήν ἀναπνοή τους.
Μίλησε μέ ἠρεμία, μολονότι μέσα του ὠθοῦνταν αἰσθήματα καί διαθέσεις ποικίλες.
-Θά κάνω τόν ἀπολογισμό μου –εἶπε, κοιτάζοντας ἐπισκόπους καί ἄρχοντες-ἀπολογισμό τοῦ ἔργου μου ἐδῶ στὴν πρωτεύουσα.
Καί μόλις τό βλέμμα του ἔπεσε στούς ἁπλούς ὀρθοδόξους πιστούς:
-Ἀπολογία μου εἴσαστε σεῖς, ἐσεῖς τά ξέρετε, ἐσεῖς νά βεβαιώσετε ἄν ὅσα εἰπῶ θά εἶναι ἀλήθεια, ἐσεῖς εἴσαστε ὁ στέφανός μου καί ἡ δόξα μου. Ναί –γύρισε πρός τούς ἐπισκόπους –τό μέγα καί ὀρθοδοξότατο ποίμνιο τῆς πρωτεύουσας ἤτανε μηδαμινό καί διαλυμένο... Λειτουργιότανε στά βουνά καί στίς σπηλιές, εἶχε ξεχάσει τήν πίστη του.Ἤρθατε, ἀδελφοί, στήν πρωτεύουσα καί θαυμάζετε τούς γεμάτους ναούς, τήν εὐταξία, τήν ὑμνωδία, τή θέρμη τῶν πιστῶν, τήν  ὀρθή πίστη, ὁ Θεός δοξολογεῖται ὀρθά... Ὅσοι τώρα φτάνουνε δῶ δέν πιστεύουνε στά μάτια τους... Ἡ ἀλλαγή τεράστια, θαυμαστή... Ἐμπεδώθηκε ἡ ὀρθόδοξη πίστη, κηρύσσεται ἡ ὀρθή διδασκαλία.
Ἀνάκοψε λίγο ν’ ἀνασάνει καί μέ ἀφοπλιστική βεβαιότητα, πού ὅμως δέν εἶχε ὑπερηφάνεια συνέχισε:
-Αὐτά ἔχω, ἀδελφοί, προσφέρει. Αὐτά δημιούργησα ἐδῶ. Ἐδῶ στή μεγάλη πρωτεύουσα, πού εἶναι πιά ὀφθλαμός τῆς Οἰκουμένης, πού δεσπόζει κι ἑνώνει Ἀνατολή καί Δύση. Ἐδῶ συναντιῶνται ὅλοι καί ὅλα. Ὅποια πίστη θεμελιώνεται καί χτίζεται δῶ στήν πρωτεύουσα, ἐπιβάλλεται σ’ ὅλες τίς πόλεις. Γι’ αὐτό μόχθησα πολύ, γι’ αὐτό ὑπέφερα πολλά, γι’ αὐτό λιθοβολήθηκα, γιά νά χτίσω τό οἰκοδόμημα τῆς Ὀρθοδοξίας γερό, στέρεο... Ἄν ἀμφιβάλλετε γιά ὅσα λέω, κοιτάξτε γύρω στό λαό, ρωτῆστε τούς ἱερεῖς, διαβάστε τή διδασκαλία μου στά χειρόγραφα, πού κυκλοφροῦν....
Ὅλοι ἄκουγαν μέ βαθύ ἐνδιαφέρον καί κανείς δέν τόλμησε νά διακόψει τόν ὁμιλητή, ὅπως γινότανε συχνά στίς ὁμιλίες του. Κι ἐνῶ ἔκανε ἀπολογισμό τοῦ ἔργου του, καταλήφθηκε ἀπό τό παράπονο. Θυμήθηκε ὅσα κακόγλωσσα διαδίδανε εἰς βάρος του κι ὅσα τοῦ κατηγοροῦσαν ἀνοιχτά. Ἐκεῖνα τά περί δειλίας, ὅτι τάχα φέρθηκε μέ ἡττοπάθεια στούς ἀρειανούς καί τούς ἐχθρούς του. Ὅτι δέν εἶχε τό θάρρος νά πολεμήσει τούς ἐχθρούς, νά τιμωρήσει τούς αἱρετικούς.... Ὅτι δέ συμπεριφερότανε σάν ἄρχοντας μέ κύρος καί πολυτέλεια, πού ταιριάζαν στά ἀξιώματά του. Ἀκόμα δέ δίστασε ν’ ἀναφέρει ὅτι κάποιοι χαρακτηρίσανε τούς λόγους καί τούς τρόπους του πορνικούς. Μέχρις ἐκεῖ φτάσανε οἱ συκοφάντες! Τούς ἐξήγησε ὅσο μποροῦσε τή στάση του, ἁπλά κι ἐπιγραμματικά. Τό νά ἐκδικηθεῖ τούς κακούς ἀρειανούς δέ θά ’φερνε καλό· ἡ εἰρήνη χρειάζεται πιό πολύ ἀπό τή μάχη. Τήν ἐξωτερική μεγαλοπρέπεια καί τήν πολυτέλεια δέ τίς ἀγάπησε ποτέ. Ὅσοι θέλανε νά καταλάβουν, κατάλαβαν, οἱ ἄλλοι... μείνανε ἀδιάβροχοι, οἱ λίγοι.
Ἡ παρουσία τόσων ἐπισκόπων καί τόσων ὑπευθύνων τῆς Ἐκκλησίας ἀνθρώπων, νόμισε ὅτι τοῦ ἐπιβάλει νά ἐκθέσει, πολύ συνοπτικά, καί τή θεολογία, πού κατεξοχήν ἀνέπτυξε στήν Κωνσταντινούπολη. Νά πεῖ δηλαδή πιά θεολογικά θέματα τῆς ἐποχῆς τόν ἀπασχόλησαν καί ποιά λύση τούς ἔδωσε. Ὅλοι ἔπρεπε νά γνωρίζουν ἀκριβῶς τί δίδαξε.
Ἤξερε ὅτι αὐτό εἶχε μεγάλη σημασία, διότι ὅσα δίδαξε ἤτανε ἀποτέλεσμα τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ὅσα δίδαξε εἴχανε ἤδη γίνει καί θά γίνονταν εὐρύτερα πίστη καί διδασκαλία ὅλης τῆς Ἐκκλησίας: Ἡ τριαδολογία, ἡ πνευματολογία, ἡ λύση τῆς διαφωνίας γιά τόν ὅρο ὑπόσταση καί πρόσωπο, ἡ διάκριση φύσης καί ἰδιότητα στά θεῖα πρόσωπα καί ἄλλα σχετικά, πού ἀναφέραμε σέ προηγούμενες παραγράφους.
Ἡ πικρία τόν κέντησε πάλι καί γύρισε τά λόγια του ἀλλοῦ:
-Ἄς μοῦ εἰπεῖ κάποιος ὅτι μέ τό ἀξίωμά μου ἔβλαψα τό λαό, ὅτι ἐπιδίωξα κάτι γιά τόν ἑαυτό μου, ὅτι ἔβαλα σέ θέσεις ἀνθρώπους μου, ὅτι ἐπιβάρυνα οἰκονομικά τήν Ἐκκλησία... Κράτησα φίλοι μου, τήν ἱερωσύνη ψηλά, δέν ἔδωσα ἀφορμή νά διασυρθεῖ. Μήπως εἶδε κανείς ν’ ἀγαπῶ τήν ἐξουσία; Φέρθηκα ποτέ ὑπεροπτικά; Ἔτρεξα ν’ ἀνεβαίνω στούς θρόνους; Μέ εἴδατε νά μπαινοβγαίνω κάθε τόσο στ’ ἀνάκτορα, ἐνῶ τό μποροῦσα;
Ἤτανε ὥρα νά ζητήσει γιά ὅλ’ αὐτά καί τό μισθό του:
-Τό μισθό μου, ἀγαπητοί, δέ θά μ’ ἀφήσετε χωρίς μισθό, ἐργάστηκα φιλότημα τήν ἀρετή.... Τί ζητάω γιά μισθό; Νά μ’ ἀφήσετε νά ξεκουραστῶ, νά σεβαστῆτε τή λευκή μου γενειάδα, νά τιμήσετε τήν ὥρα τῆς ἀναχώρησής μου. Βλέπετε καί τήν ἄθλια ὑγεία μου, μόλις πού μπορῶ νά στέκομαι νά σᾶς μιλάω. Φτάνουνε οἱ προεδρίες καί τ’ ἄγρια κύματα πού πέσανε πάνω μου. Νά ἑνώσω Ἀνατολή καί Δύση πῆγα καί οἱ ἀδελφοί ἐπαναστάτησαν. Ἀπό τή μιά μ’ ἐνθρόνιζαν κι ἀπό τήν ἄλλη ζήταγαν τήν ἐκθρόνισή μου. Τί νά πῶ... Βρῆτε ἀρχιεπίσκοπο νά σᾶς ἀρέσει κι ἀφῆστε μένα στήν ἐρημία μου. Εἶναι λάθος ὅμως νά ζητᾶτε ρήτορες κι ὄχι ἱερεῖς, θησαυροφύλακες κι ὄχι ποιμένες ψυχῶν, ἱερεῖς  μέ πολιτική δύναμη κι ὄχι ἁγιασμένους ἱερεῖς.... Κάντε μου, λοιπόν, τή χάρη, ἀφῆστε με ν’ ἀποχωρήσω ἤρεμα γιά τήν ἔρημο!
Λόγος πού εἶπε ὁ Γρηγόριος τό πρωί ἐκεῖνο περιεῖχε τά πιό ποικίλα στοιχεῖα καί πολύ ἔντονα συναισθήματα. Μέσα του ἔνιωθε χαλασμό, γιατί πολλά συνωθοῦνταν στήν καρδιά καί τό νοῦ του, ζητώντας ἔξοδο, νά πάρουνε μορφή, νά γίνουν λόγια. Μά ὅλα, δέ γινότανε νά τό πετύχουν, λίγα μόνο. Ἔπρεπε, δηλαδή, κάποτε νά τελειώσει, νά κάνει ἀποχαιρετισμό. Μά τί καί ποιούς νά πρωτοχαιρετίσει; Ἄρχισε ἀπό κεῖ πού ἔπρεπε, ἀπό τή  μεγάλη του ἀγάπη, τήν Ἀναστασία:
-Χαῖρε, Ἀναστασία μου ἀγαπημένη, ὅπου ἀναστήθηκε ἡ Ὀρθοδοξία. Χαῖρε, μεγάλε ναέ τῆς Ἁγίας Σοφίας· χαίρετε, Ἅγιοι Ἀπόστολοι κι ἐσύ ἐδῶ Καθέδρα μου (Ἁγία Εἰρήνη), πού τό ὕψος σου γέννησε φθόνο. Χαίρετε καί σεῖς ἐπίσκοποι συνοδικοί, ἱερεῖς, ὑμνωδοί καί ψάλτες, διακονητές, παρθενεύουσες καί παρθένοι, φιλόπτωχοι καί ὀρφανοτρόφοι. Χαίρετε.....
Καί ἀμέσως ἡ συγκίνησή του πύκνωσε, τόν ἔπνιγε ὁ λυγμός. Ἀνέκοψε νά κυριαρχήσει καί συνέχισε:
-Χαίρετε ἀδελφοί ἀγαπημένοι, πού μέ φιλοξενήσατε, μοῦ συμπαρασταθήκατε καί μέ φροντίσατε στίς ἀρρώστιες μου. Χαίρετε, σεῖς πού σπάζατε τά κικλιδώματα νά μπῆτε νά ἀκούσετε καί σεῖς πού στενογραφούσατε τούς Λόγους μου. Χαῖρε, πανίσχυρε βασιλέα καί παλάτια, ἄρχοντες καί ὑπηρέτες. Χαιροκροτῆστε τό ρήτορα, ἐπευφημῆστε, δέ θά μέ ξανακούσετε... Θά σταματήσω νά μιλάω, μά ὄχι γιά πάντα! Ἐάν τό φέρει ἡ ἀνάγκη, ὅπου καί ν’ ἀσκητεύω πάλι θά πέσω στή μάχη γιά τήν ἀλήθεια!
Μετά γενίκεψε τόν ἀποχαιρετισμό:
-Χαῖρε, Ἀναατολή καί Δύση. Ἀγωνίστηκα γιά τό καλό σας καί ἀνγκάζομαι ν’ ἀφήσω τό θρόνο. Μά ὅποιος χάνει τόν ἐδῶ θρόνο, κερδίζει θρόνο ὑψηλότερο στόν οὐρανό. Χαῖρε καί σύ Ἁγία μου Τριάδα, κάλλος μου καί φροντίδα μου, μεῖνε στό λαό τοῦτο καί σῶζε τον.
Ἔμεινε ἡ τελευταία φράση. Ὁ θεόπνευστος πατέρας δέν μποροῦσε παρά νά ζητήσει:
-Παιδιά μου, φυλάξτε αὐτά πού σᾶς δίδαξα καί νά θυμᾶστε τους λιθοβολισμούς μου. Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ μετά πάντων ὑμῶν. Ἀμήν.
Ἔτσι σφράγισε τό γιγάντιο ἔργο του στήν Κωνσταντινούπολη. Τό ἐκκλησίασμα, ἐπίσκοποι, ἄρχοντες καί λαός πνιγήκανε στή συγκίνηση καί τό μόνο πού κάνανε, ἤτανε νά θαυμάζουν τόν ἱερό ἄνδρα καί νά κλαῖνε μέσα τους γι’ αὐτόν.
Ἡ ὥρα εἶνα ἱερή καί μεγάλη, δέ χωροῦσε ἀντιδράσεις.... Ὅπως ἡ ὥρα τῆς κηδείας, παραστέκονται οἱ ἄνθρωποι τόν ἀγαπημένο τους νεκρό, χωρίς νά τοῦ ζητᾶνε νά γυρίσει πίσω στή ζωή. Οὔτε στό Γρηγόριο εἴπανε ν’ ἀλλάξει γνώμη.
Μόνο ἕνα – δύο λεπτά, ἀφοῦ ἔκλεισε τήν ὁμιλία του, ἔμεινε νά κοιτάζει μέ ἀγάπη καί νοσταλγία τούς ἀγαπημένους του πιστούς, τό ποίμνιο. Τούς εἶχε πολύ ἀγαπήσει καί εἶχε πάθει πολλά γι’ αὐτούς. Τώρα δέ θά τούς ξανάβλεπε... Τί σκέφτηκε, τί περισσότερο πονοῦσε τή στιγμή ἐκείνη τήν καρδιά του, δέ μᾶς εἶπε. 
Γύρισε στό ἱερό Βῆμα, ἀφέθηκε στό πρῶτο κάθισμα πού βρέθηκε.... ἡ ἐξάντλησή του τρομερή. Πέρασε ἀρκετή ὥρα νά συνέλθει. Τόν βοήθησαν νά βγάλει τά ἱερά του ἄμφια καί κρατώντας τον, βγήκανε ἀπό τή νότια πύλη τῆς Ἁγίας Εἰρήνης. Τόν ἀνεβάσανε στό μικρό ἁμαξάκι καί ξεκίνησαν. Ὅταν πλησίασαν στό Αὐγουσταῖο, ρώτησε χαμηλόφωνα ὁ Εὐπράξιος, ἄν θά μποῦνε μέσα γιά τόν αὐτοκράτορα καί τόν ἔπαρχο, πού εἶχαν ἤδη ἐπιστρέψει ἀπό τήν Ἁγία Εἰρήνη.
-Ὄχι παιδί μου, ἀρκετά... στό κελλί, τί ζητάω ἐγώ στά παλάτια... ξένος ἐπαρχιώτης...
Τό ἄλογο μέ ἀργό βῆμα πέρασε κοντά ἀπό τόν Ἱππόδρομο καί μπῆκε στή Μεγάλη Μέση. Ἄφησε τό Φόρο (πλατεία) τοῦ Κωνσταντίνου κι ἔφτασε γρήγορα στό ἀρχοντικό τοῦ Ἀβλαβίου. Βγήκανε ὅλοι νά τόν ἰδοῦν... νά τούς εἰπεῖ μιά κουβέντα, μά εἶχε χάσει τίς δυνάμεις του. Τόν πῆγαν εὐθεία στό μικρό σπιτάκι καί τόν βάλανε στό κελλί του. Ἀκούμπησε στό ξυλοκράβατο καί μπόρεσε μόνο νά ψιθυρίσει στούς γύρω του:
Αὔριο, νά φύγουμε αὔριο.



 
Ὁ πληγωμένος Ἀετός (Γρηγόριος ὁ Θεολόγος)


(ἀφηγηματικὴ Βιογραφία)
   (σελ.285-292)
  Στυλιανοῦ Γ. Παπαδοπούλου Καθηγητή Πανεπιστημίου

Ἔκδοση Δ΄


Ἀποστολική διακονία





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε το σχόλιό σας