Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2016

Ερμηνεία των Μακαρισμών από τον Γέροντα Αθανάσιο Μυτιληναίο. Μακαρισμός ἔνατος (πρώτη ομιλία Μέρος β΄)





Ὁ δεύ­τε­ρος τρό­πος, με­τά ἀ­πό τόν ὀ­νει­δι­σμό, πού ἐφαρμόζουν ὅσοι θέ­λουν νά πει­ρά­ξουν τόν Χρι­στια­νό, εἶ­ναι κά­τι πιό δυ­να­μι­κό: εἶ­ναι ὁ δι­ωγ­μός. Στε­ροῦν τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α, κα­κο­ποι­οῦν –ὅ­ταν ἔ­χου­με πλέ­ον προ­χω­ρη­μέ­νες κα­τα­στά­σεις, καί μά­λι­στα σ’ ἕ­να ἄ­θε­ο κρά­τος– στε­ροῦν τόν ἄν­θρω­πο ἀ­πό κοι­νω­νι­κά ἀ­γα­θά ἤ ὅ,τι ἄλλο...
Ὁ ὁ­μο­λο­γη­τής θε­ω­ρεῖ­ται κοι­νω­νι­κά ἐ­πι­κίν­δυ­νος. Πό­σες φο­ρές, σέ ἀ­νά­λο­γα κα­θε­στῶ­τα, οἱ ἄν­θρω­ποι αὐ­τοί δέν κλεί­στη­καν σέ ψυ­χι­α­τρεῖ­α, ὡς κοι­νω­νι­κῶς ἐπι­κίν­δυ­νοι! Ναί. Ὅ­λα αὐ­τά βέ­βαι­α ἀ­πο­τε­λοῦν ἕ­να μαρ­τύ­ριο.

Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ὅ­τι ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μας ἔ­χει ἰδι­αί­τε­ρη τά­ξη Ἁγίων πού λέ­γον­ται Ὁ­μο­λο­γη­τές. Ἔ­χου­με Ὁ­μο­λο­γη­τές καί Μάρ­τυρες. Ὁ Ὁμολογητής εἶναι ὁ Ἅγιος πού ὑπέστη διώξεις ἐπειδή ὁμολόγησε μέ παρρησία τήν πίστη του στόν Χριστό. Παράδειγμα ἔχουμε τόν μέγα Ἀθανάσιο, πού πολέμησε μέ σθένος τούς αἱρετικούς, ἰδιαίτερα τούς ὁπαδούς τοῦ Ἀρείου. Ὁ Μάρτυρας εἶναι ὁ Ὁμολογη­τής πού ἐξαιτίας τῆς ὁμολογίας γιά τήν πίστη του στόν Χριστό, ἔφθασε μαρτυρικά στόν θάνατο.
Στήν πραγματικότητα δέν ἔχουμε μεγάλη διαφορά, ἀφοῦ καί ὁ Μάρτυρας, μέ τό μαρτύριό του, ὁμολογεῖ Χριστόν, ἀλλά καί ὁ Ὁμολογητής, γιά τόν ἴδιο λόγο, ἔχει ὡς μαρτύριο τίς διώξεις καί τούς ἐξευτελισμούς. Γι’ αὐ­τό, ἀ­πό τό­τε πού ἐμ­­φα­νί­σθηκε ὁ Χρι­στός πά­νω στή γῆ, ἔχου­με ἕ­να ἀτελείωτο νέ­φος Μαρ­τύ­ρων,[1] καί μά­λι­στα ὅ­λοι αὐ­τοί ὁ­μο­λό­γη­σαν τόν Χρι­στό, καί μέ λό­γο καί μέ ἔρ­γο.
Ὑ­πο­λο­γί­ζε­ται ὅ­τι μό­νο στούς τρεῖς πρώ­τους αἰ­ῶ­νες οἱ Μάρ­τυ­ρες εἶ­ναι γύρω στά ἕν­δε­κα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια, καί στούς ὑ­πό­λοι­πους αἰ­ῶ­νες ὑ­πο­λο­γί­ζον­ται ἕ­ως σα­ράν­τα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια. Καί μόνο ὁ Θε­ός γνω­ρί­ζει πό­σοι ἄλ­λοι θά προ­στε­θοῦν ἕ­ως τό τέ­λος τῆς Ἱ­στο­ρί­ας, καί μά­λι­στα στίς ἡ­μέ­ρες τοῦ Ἀν­τι­χρί­στου. Ὁ ἅ­γιος Κύ­ριλ­λος Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μων λέει ὅ­τι τό μαρ­τύ­ριο τό­τε θά εἶ­ναι πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο, καί σέ πλά­τος καί σέ βά­θος, ἀ­πό αὐτό πού ἦ­ταν στούς πρώ­τους αἰ­ῶ­νες· δη­λα­δή θά εἶναι ἕ­να μαρ­τύ­ριο πού δέν τό βά­ζει ὁ νοῦς τοῦ ἀν­θρώ­που, ἄν σκεφθεῖτε μά­λι­στα ὅ­τι σή­με­ρα ἔ­χου­με μαρ­τύ­ρια πού γίνονται μέ ἐ­πι­στημονικό τρόπο! Αὐ­τό καί μό­νο λέ­ει πολ­λά. Ἀλ­λά­ζουν δηλαδή τήν προ­σω­πι­κό­τη­τα τοῦ πιστοῦ! Δέν ὑ­πάρ­χει χει­ρό­τε­ρο μαρ­τύ­ριο ἀ­πό αὐτό! Τοῦ κά­νουν, ἄς ποῦμε, ἐ­νέ­σεις ἰν­σου­λί­νης. Σᾶς τό λέ­ω, ἔ­τσι, γιά τήν Ἱ­στο­ρί­α, για­τί αὐ­τά ἔ­χουν γί­νει σέ ἀ­νά­λο­γα κα­θε­στῶ­τα. Κά­νουν με­γά­λη δό­ση ἰν­σου­λί­νης (ἐπει­δή μέ τήν ἰνσουλίνη χά­νει κανείς τήν προ­σω­πι­κό­τη­τά του, καί μπο­ρεῖ νά λέει πράγ­μα­τα πού δέν θά τά πί­στευ­ε καί δέν θά τά ἔ­λε­γε πο­τέ σέ κα­νο­νι­κές κα­τα­στά­σεις) καί τόν βάζουν μετά τόν ἄνθρωπο στό ψυ­χι­α­τρεῖο, ἰσχυριζόμενοι βέβαια ὅτι εἶ­ναι ἄρ­ρω­στος! Εἶ­ναι φο­βε­ρό πράγμα! Ἄς μή πῶ καί πα­ρα­δείγ­μα­τα. Ἔ­χου­με πά­ρα πολ­λά βι­βλί­α, κυκλοφοροῦν πολλά, σχε­τι­κά σύγ­χρο­να· δι­α­βά­στε, καί ἐ­κεῖ θά δεῖ­τε καί θά τρο­μά­ξε­τε.
Πάν­τως τό θέ­μα εἶ­ναι ὅ­τι στήν ἐ­πο­χή μας, μιά ἐπο­χή μέ πολύ βα­θειά παρακμή σέ ὅ­λους τούς το­μεῖς, οἱ ἄν­θρω­ποι δέν μπο­ροῦν νά δε­χθοῦν τόν Χρι­στι­α­νι­σμό, εἴ­τε αὐ­τοί λέ­γον­ται Μασό­νοι εἴ­τε λέ­γον­ται ἄ­θε­οι εἴ­τε λέ­γον­ται ὑ­λι­στές γε­νι­κά, εἴ­τε... εἴ­τε... ὅ­πως θέ­λε­τε πεῖτε τους. Τό θέ­μα εἶ­ναι ὅ­τι σή­με­ρα ὁ δι­ωγ­μός συ­νε­χί­ζε­ται, καί, ὅ­πως σᾶς ἐ­ξή­γη­σα προ­η­γου­μέ­νως, γί­νε­ται μάλιστα καί ἐ­πι­στημονικά.
Ὑ­πάρ­χει καί ἕ­νας τρί­τος τρό­πος· εἶ­ναι οἱ πο­νη­ροί χα­ρα­κτη­ρι­σμοί. Ἄς τό προ­σέ­ξου­με αὐ­τό. Οἱ ἀν­τίθετοι προ­χω­ροῦν σέ πο­λύ πο­νη­ρούς καί συ­κο­φαν­τι­κούς χα­ρα­κτη­ρι­σμούς. Συ­κο­φαν­τί­α εἶναι ἡ ψευ­δής κα­τη­γο­ρί­α. «Ναί, ἐ­γώ τόν εἶ­δα τόν πα­τέ­ρα Ἀ­θα­νά­σιο, πή­γαι­νε ἐκεῖ καί ἔ­κα­νε ἐ­κεῖ­νο· ἀ­φοῦ τόν εἶ­δα μέ τά μά­τια μου !». Αὐ­τό λέ­γε­ται συ­κο­φαν­τί­α. Ἐνῶ κα­τη­γο­ρί­α εἶ­ναι ὅ­τι σ’ αὐτήν ἁ­πλῶς σχο­λιά­ζω ἐ­κεῖ­νο τό κα­κό πού ἔκα­νε ὁ ἄλ­λος· δέν τό χαλκεύω ὅμως, δέν προσθέτω πλη­ρο­φορίες ἀνύπαρκτες, γιατί ἄν τό κάνω, τότε προχωρῶ στή συ­κο­φαν­τί­α.
Εἶναι δεινό πράγμα ἡ συκοφαντία. Γι’ αὐτό λέ­ει ὁ Ψαλ­μω­δός: «Λύτρωσαί με ἀπὸ συκοφαν­τίας ἀνθρώ­πων, καὶ φυλάξω τὰς ἐντολάς σου».[2] Δη­λα­δή: Κύ­ρι­ε, φύ­λα­ξέ με ἀ­πό τή συ­κο­φαν­τί­α, καί θά τη­ρή­σω τόν νό­μο Σου. Κύριε, φύ­λα­ξέ με ἀ­πό τούς ἀν­θρώ­πους πού μέ συκοφαντοῦν, κι ἐγώ θά τη­ρή­σω τόν νό­μο Σου. Εἶναι θά λέ­γα­με σάν ἕ­να ἀν­τί­βα­ρο, μί­α ἀντικαταβολή ἀπό τόν Ψαλμωδό πρός τόν Θεό. Θά τηρήσει τόν νόμο Του, ἀλλά ζητᾶ νά τόν φυλάξει ἀπό τούς συκοφάντες του. Εἶ­ναι πραγματικά πολύ φο­βε­ρό πράγμα ἡ συ­κο­φαν­τί­α!
Ἔ­τσι, ὅ­ταν λέ­ει ὁ Κύ­ριος «καὶ εἴ­πω­σι πᾶν πο­νη­ρὸν ῥῆ­μα κα­θ’  ὑ­μῶν ψευ­δό­με­νοι», ἐννοεῖ τήν συ­κο­φαν­τί­α. Τό νά σοῦ ποῦ­ν πο­νη­ρά πράγ­μα­τα, πο­νη­ρά λό­για, ἀλ­λά «ψευ­δό­με­νοι», εἶναι συ­κο­φαν­τί­α ἑ­κα­τό τοῖς ἑ­κα­τό!
Ἐ­κτός λοι­πόν ἀ­π’ τά σω­μα­τι­κά μαρ­τύ­ρια πού μπο­ρεῖ κα­νείς νά ὑ­πο­στεῖ, εἶ­ναι καί τά ψυ­χι­κά μαρ­τύ­ρια, ὅ­πως εἶ­ναι ἡ συ­κο­φαν­τί­α. Ξέ­ρε­τε πό­σοι ἄν­θρω­ποι ἔ­φυ­γαν ἀ­πό τόν κό­σμο αὐ­τό μέ βα­ρύ­τα­τες συ­κο­φαν­τί­ες; Τελικά ἔ­μει­ναν στήν Ἱ­στο­ρί­α αὐ­τές οἱ συ­κο­φαν­τί­ες γιά ἀθώους ἀνθρώπους, καί τό ἴδιο ἰσχύει καί μέ τή δυ­σφή­μι­ση.
Ὑπάρχει μά­λι­στα καί κάτι ἄλλο, πο­λύ ἄσχημο, πού δυ­στυ­χῶς τό ἐφαρμόζουν καί ἄν­θρω­ποι πού μπο­ρεῖ νά θε­ω­ροῦν­ται ἴσως καί πνευ­μα­τι­κοί. Ἀλλά πό­σο πνευματικοί μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι, ἀφῆστε το· σᾶς βε­βαι­ώ­νω ὅτι ἐκ­πλήσ­σο­μαι. Λέ­ει κά­ποιος κά­τι γιά τόν ἄλ­λο, κι ἐ­σύ, ἐ­πει­δή τό εἶ­πε σι­γά καί ὄχι καθαρά στήν πε­ρι­γρα­φή του, τοῦ λές πώς δέν κα­τά­λα­βες καλά καί θέλεις ἀκριβέστερη ἐπανάλειψη. Αὐτός ὅμως ἀρνεῖται νά τά ξαναπεῖ, ἀ­φή­νοντας ὑ­πο­νο­ού­με­να γιά ἐκεῖνον πού θέ­λει νά συ­κο­φαν­τή­σει. Μοῦ ἔ­χει συμ­βεῖ πολ­λές φο­ρές αὐ­τό. Εἶ­ναι τρα­γι­κό, εἶ­ναι φο­βε­ρό. Αὐ­τοί οἱ ἄνθρωποι λέ­γον­ται ψι­θυ­ρι­στές, συ­κο­φάν­τες.[3]
Ὁ εὐ­αγ­γε­λι­στής Λου­κᾶς τό ἴ­διο θέ­μα τό ἀναφέρει στό 6ο κε­φά­λαι­ο ὡς ἑ­ξῆς: «Καὶ ἐκ­βά­λω­σι τὸ ὄ­νο­μα ὑμῶν ὡς πο­νη­ρόν», θά βγά­λουν τό ὄ­νο­μά σας πο­νη­ρό. Δη­λα­δή οἱ χοῖ­ροι –θά λέ­γα­με τά γου­ρού­νια– θά κα­τη­γο­ρή­σουν τούς ἁ­γί­ους ὡς ἀ­κά­θαρ­τους! Δη­λα­δή οἱ σά­τυ­ροι θά κα­τη­γο­ρή­σουν τούς ἁ­γνούς ἀν­θρώ­πους ὡς ἀνή­θι­κους καί δι­ε­φθαρ­μέ­νους καί μή σω­στούς, μή ὁμαλούς, αὐ­τό πού λέ­γα­με προ­η­γου­μέ­νως!
Εἶ­ναι γνω­στό –ἔ­μει­νε καί στήν Ἱ­στο­ρί­α– πώς τούς ἀρ­χαί­ους Χρι­στια­νούς τούς συ­κο­φαν­τοῦ­σαν ὅ­τι τε­λοῦ­σαν θυ­έ­στεια δεῖ­πνα καί οἰ­δι­πο­δεί­ους μί­ξεις ![4] Καί τί δέν εἶ­παν, καί θά λέ­νε πάν­το­τε, γιά τούς ἁ­γί­ους τοῦ Θε­οῦ οἱ ἄν­θρω­ποι οἱ δι­ε­φθαρ­μέ­νοι, τά ὄρ­γα­να αὐ­τά τοῦ Δι­α­βό­λου!
Τόν μέ­γα Ἀ­θα­νά­σιο, γιά παράδειγμα, τόν κα­τα­συ­κο­φάν­τη­σαν ὡς ἐγ­κλη­μα­τί­α. Δυστυχῶς δέν ἔ­χω και­ρό νά σᾶς τά δι­η­γη­θῶ. Τόν δυ­σφή­μι­σαν ἀ­κό­μη καί ὅ­τι εἶ­χε κό­ψει τό χέ­ρι κά­ποι­ου μο­να­χοῦ Ἰσ­χύ­ρα, καί λοιπά. Ἀ­κό­μη τόν δυ­σφή­μι­σαν καί ὡς ἀ­νή­θι­κο! Ἀ­κοῦ­τε; Σέ μί­α Σύ­νο­δο πα­ρου­σί­α­σαν μί­α γυ­ναί­κα, πού ἄ­φρι­ζε καί ἔ­λε­γε: «Ναί, ναί... Τόν εἶ­χα φί­λο τόν Ἀ­θα­νά­σιο· τόν εἶ­χα φί­λο»! Ἀλ­λά ἀ­πο­δεί­χθη­κε ὅ­τι οὔ­τε κἄν στό πρό­σω­πο δέν ἤ­ξε­ρε τόν μέ­γα Ἀ­θα­νά­σιο!
Κά­τι ἄλ­λο παρόμοιο συ­νέ­βη καί μέ τόν ἅ­γιο Γρη­γό­ριο τόν Θε­ο­λό­γο, πού εἶ­χε βρε­θεῖ στήν Ἀ­λε­ξάν­δρεια. Τόν ἀ­πο­κά­λε­σαν πόρ­νο. Κά­ποι­οι πού τόν φθο­νοῦ­σαν, γιά νά τόν προ­σβά­λουν ἔ­βα­λαν μί­α γυ­ναί­κα νά λέ­ει: «Δός μου τά λε­φτά μου, αὐ­τά πού μοῦ χρω­στᾶς ἀ­πό...». «Δέν σέ ξέ­ρω» ἔλεγε ὁ ἅ­γιος Γρη­γό­ριος. «Ἔ­λα τώ­ρα , πού κά­νεις πώς δέν μέ γνω­ρί­ζεις...». Ἀκοῦ­τε; Φο­βε­ρό! Τί νά πεῖς τώ­ρα; Καί ἐ­πει­δή αὐ­τή ἡ ἀ­νή­θι­κη γυ­ναί­κα, ἡ πόρ­νη, φώ­να­ζε κι ἔκανε φασαρία, ὁ ἅ­γιος Γρη­γό­ριος ὁ Θε­ο­λό­γος εἶπε σ’ ἕ­ναν φί­λο του: «Σέ πα­ρα­κα­λῶ πλή­ρω­σέ την νά ἡ­συ­χά­σω». Ἀλ­λά τό «πλή­ρω­σέ την» σή­μαι­νε ὅ­τι ἀ­πο­δε­χό­ταν ἐ­κεῖ­νο γιά τό ὁ­ποῖ­ο αὐ­τή τόν συ­κο­φαν­τοῦ­σε. Μό­λις ὅμως πῆ­ρε τά χρή­μα­τα, κα­τά θεί­αν Πρό­νοι­α, πῆ­γε δύ­ο - τρί­α μέ­τρα πιό πέ­ρα καί ἔ­πε­σε χά­μω, ἄ­φρι­ζε, δαι­μο­νί­στη­κε, καί φώ­να­ζε: «Ὄ­χι, ὄ­χι... Ὁ Γρη­γό­ριος εἶ­ναι ἀ­θῶ­ος !». Εἴ­δα­τε;
Καί γιά τόν ἅ­γιο Νε­κτά­ριο, τόν σύγ­χρο­νό μας, ἔλε­γα­ν ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­νή­θι­κος. Ποιός; Ὁ ἅ­γιος Νε­κτά­ριος ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­νή­θι­κος!...
Ἀ­κό­μη δει­νές συ­κο­φαν­τί­ες κα­τά­φε­ραν καί ἐναντί­ον τοῦ ἁ­γί­ου Νι­κο­δή­μου τοῦ Ἁ­γι­ο­ρεί­του, καί μάλιστα πρό­σφα­τα. Ἀ­κό­μα καί τώ­ρα, πρό­σφα­τα! Ἄς μή πῶ γιά ἐ­κεῖ­νον πού τόν κα­τα­συ­κο­φάν­τη­σε· ἦταν ἀ­πό αὐ­τούς τούς λε­γό­με­νους Νε­ο­ορ­θό­δο­ξους. Τόν συκοφάντησε ἐ­πει­δή ὑ­πο­στή­ρι­ζε τήν ἐκφώνηση τῶν εὐ­χῶν μέ­σα στή Θεί­α Λει­τουρ­γί­α, καθώς καί τή συ­χνή Θεί­α Κοι­νω­νί­α. Ποῦ νά γρά­ψει βι­βλί­ο ὁ ἅγιος Νικόδημος...! Ἔ­γρα­ψε ἀ­νώ­νυ­μα τό βι­βλί­ο Πε­ρί συ­χνοῦς Θεί­ας Με­τα­λή­ψε­ως. Θά τόν γδέρ­ναν ζων­τα­νό ἄν τό ἤξεραν! Ἐπίσης τοῦ ἀλ­λοί­ω­σαν καί κά­ποι­ες θέ­σεις μέ­σα στό Πη­δά­λιον, γιά νά τόν βγά­λουν ὅ­τι εἶ­ναι αἱ­ρε­τι­κός. Καί τό χει­ρό­τε­ρο: τοῦ ἐ­ξα­φά­νι­σαν ἕ­να βι­βλί­ο μέ σχό­λια στόν ἅ­γιο Γρη­γό­ριο τόν Πα­λα­μᾶ –για­τί τά βι­βλί­α τό­τε ἐ­κτυ­πώ­νον­ταν στήν Εὐ­ρώ­πη– καί ὁ ἅ­γιος Νι­κό­δη­μος ἔλεγε ὅ­τι τοῦ κα­τά­στρε­ψαν τό κα­λύ­τε­ρό του βι­βλί­ο. Τί ἄλ­λο θέ­λε­τε νά σᾶς πῶ;
Ὅ­πως ἀν­τι­λαμ­βά­νε­σθε, ὅ­λα αὐ­τά ἔ­χουν σάν αἴ­τιο τόν φθό­νο τοῦ Δι­α­βό­λου, ἀλλά καί τόν φθό­νο καί τήν κα­κί­α τῶν πο­νη­ρῶν ἀν­θρώ­πων, ἔ­στω καί ἄν αὐ­τοί οἱ ἄν­θρω­ποι ἔ­χουν βα­πτι­σθεῖ, ἀλ­λά δέν ἔχουν βέβαια τό Πνεῦ­μα τοῦ Θε­οῦ.
Ἐ­πει­δή ὅ­μως ὁ χρό­νος μας τε­λεί­ω­σε, τήν ἐρ­χό­με­νη φο­ρά, πρῶ­τα ὁ Θε­ός, θά μιλήσουμε καί γιά τήν ἀμοι­βή ἐ­κεί­νων πού θά ὑ­πο­μεί­νουν. Θά δοῦ­με ἀκόμα καί κάτι σχετικά μέ τήν ἀ­ξί­α τῶν ἀρ­χαί­ων ἑλ­λη­νι­κῶν πού συζητούσαμε στήν ὥρα τῶν ἀποριῶν.

Κυριακή, 4 Φεβρουαρίου 1996



                (συνεχίζεται)


Απόσπασμα από το βιβλίο ‘’MAKAΡΙΣΜΟΙ’’ .
Της Ιεράς Μόνης Κομνηνείου, Κοιμήσεως Θεοτόκου και Αγίου Δημητρίου.
Το βιβλίο περιέχει  απομαγνητοφωνημένες ομιλίες του μακαριστού Γέροντα Π. Αθανασίου Μυτιληναίου.
Η ανάρτηση γίνεται με την ευλογία της Ιεράς Μονής.
                                                                                                            
                  


[1]. Πρβλ. Ἑβρ. 12, 1.
[2]. Ψαλμ. 118, 134.
[3]. Βλ. Ρωμ. 1, 30.
[4]. Βλ. Ἀθηναγόρας ἀπολογητής, Legatio and De resurrectione, 3, 1, 1-2. «Τρία ἐπιφημίζουσιν ἡμῖν ἐγκλήματα· ἀθεότητα, Θυ­έ­στεια δεῖπνα, Οἰδιποδείους μίξεις.» Εὐσέβειος Καισαρείας, Ἱστο­ρία Ἐκκλησιαστική, Μαρτύριον τῶν ἐν Λουγδούνῳ τελειω­θέν­των, τ. 3. TLG 5,1,14, 5-9. κ..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε το σχόλιό σας