Σάββατο, 30 Ιανουαρίου 2016

Πρός τή λύση τοῦ δράματος



Νά ὅμως πού ἄλλαξαν τά πράγματα. Καλυτέρεψε ἡ κατάστασή του. Σηκώθηκε ἀπό τό κρεβάτι. Ἄρχισε νά κυκλοφορεῖ μέσα στό μικρό σπίτι. Οἱ ζέστες τοῦ Ἰούνη γιά τό ἀσθενικό του σῶμα ἦσαν χρήσιμες. Εἴχανε περάσει τά μέσα τοῦ μήνα καί οἱ μέρες φεύγανε ἀργά καί δύσκολα γιά τούς ὑγιεῖς. Ἡ Πόλη ἔσφυζε ἀπό ζωή. Γύρω ἀπό τήν Ἀναστασία μαζεύονταν ὁμάδες-ὁμάδες οἱ πολλοί τώρα ὀρθόδοξοι, νά μάθουνε γιά τόν ἥρωα κι εὐεργέτη τους. Παρακολουθούσανε κατελεπτῶς τήν κατάσταση τῆς ὑγείας του καί προσεύχονταν νά τούς τόν χαρίσει ὁ Θεός.
Οἱ ναοί ὅλοι πλέον στούς ὀρθοδόξους, γεμίζανε πανηγυρικά. Οἱ πιό ἐγγράμματοι μελετούσανε πάλι καί πάλι τούς Λόγους τοῦ
Γρηγορίου, ὅπως τούς εἴχανε καταγράψει, τότε πού τούς ἔλεγε. Μάθαιναν ἔτσι θεολογία, μάθαιναν σέ βάθος τί πιστεύουνε καί πῶς ν’ ἀπαντᾶνε στούς αἱρετικούς. Οἱ Λόγοι καί ἡ θεολογία του εἴχανε κιόλας ἁπλωθεῖ πέρα ἀπό τήν Καππαδοκία καί τήν Κωνσταντινούπολη. Ταξίδευαν καί σ’ ἄλλες περιοχές, ὅπου Ἐκκλησίες, καί γίνονταν πίστη και φαρέτρα ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν. Ἰδιαίτερα στήν Πόλη ἀκούσανε πολλοί ξένοι θεολόγοι τό Γρηγόριο, πού γιά ὅλους ἔγινε ὁ κατεξοχήν δάσκαλος τῆς θεολογίας καί τῆς ἑρμηνείας τῶν Γραφῶν. Οἱ ἀκουστές αὐτοί, ὅπως ὁ περίφημος λατίνος Ἱερώνυμος, μεταφέρανε μέ κήρυγμα καί μεταφράσεις στίς πατρίδες τους τή θεολογική σκέψη τοῦ Γρηγορίου.
Οἱ ἐπίσκοποι, ὅσοι βρίσκονταν στή Σύνοδο κι ὅσοι ὄχι, ἤξεραν ὅτι, γιά νά ὀρθοδοξοῦνε καί νά γνωρίζουνε βαθιά τήν πίστη, πρέπει νά μελετᾶνε καί ν’ ἀκολουθοῦνε τό Γρηγόριο. Ἡ Ἐκκλησία ζοῦσε πλέον μέ τή θεολογία τοῦ Γρηγορίου, μέ αὐτήν συνειδητοποιοῦσε τό εἶναι της. Ὅπως ἡ ζέστη ὡρίμαζε τά στάχυα καί τούς καρπούς, ἔτσι καί ἡ θεολογία τοῦ Γρηγορίου ἔτρεφε καί δυνάμωνε πνευματικά τούς πιστούς. Ὁ Γρηγόριος, λοιπόν, ἔγινε οἰκουμενικός διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ ἀκόμα ζοῦσε.   
Σέ δύο ἡμέρες, κατά τό τελευταῖο δεκαήμερο τοῦ Ἰούνη, ὁ Γρηγόριος ἦταν ἕτοιμος. Περπατοῦσε κάπως ἐλεύθερα. Μποροῦσε νά βγεῖ, νά βαδίσει, γιά τήν πιό γενναία πράξη τῆς ζωῆς του. Στόν ὕπνο του, τή νύχτα, τοῦ εἶχε πάλι ἐμφανιστεῖ ὁ μακαριστός μεγάλος φίλος του, ὁ Βασίλειος. Τόν εἶχε ἐνθαρρύνει καί αὐτό μέτραγε γιά τό Γρηγόριο. Σηκώθηκε πολύ πρωί, ἀξημέρωτα. Προσευχήθηκε κοντά δύο ὧρες. Γεμίσανε καρδιά καί νοῦς θεῖο πνεῦμα. Ἔνιωθε ἄλλος ἄνθρωπος. Δέν ἤξερε ἀκόμα τί θά κάνει. Εἶχε ζητησει ἀπό τό Θεό ἐπίμονα νά τόν φωτίσει, νά τόν ἱκανώσει, γιά τήν ἐφαρμογή τοῦ θείου θελήματος, μόνο τό θέλημα τοῦ Θεοῦ....
Φώναξε τά δύο ἀδέρφια, τό Θεόφιλο καί τόν Εὐπράξιο. Ἡ Σύνοδος εἶχε τό πρωί ἐκεῖνο συνεδρία. Θά πήγαινε. Τόν βοήθησε ὁ Θεόφιλος νά ἑτοιμαστεῖ καί ὁ Εὐπράξιος ἔζεψε τό ἄλογο στη μιρκή ἅμαξα. Δέν ἤθελε, σήμερα, ἐπισημότητες, τήν ἀκριβή ἀρχιεπισκοπική ἅμαξα μέ τά τέσσερα ἄλογα. Νά προσφέρει ἤθελε, ὄχι νά ἐπιβληθεῖ καί νά ἐντυπωσιάσει. Ξεκίνησε καί πιό πίσω τόν ἀκολούθησαν τρεῖς ἐπίσκοποι, ὁ Γρηγόριος Νύσσης, ὁ Θεόδουλος Ἀπαμείας κι ἕνας ἄλλος. Περάσανε ἀπό τό Φάρο –τήν πλατεία- τοῦ Κωνσταντίνου καί τά τείχη τοῦ Σεβήρου. Ἀριστερά τους ἡ συνοικία «τά Σφωρακίου», δεξιά στό βάθος ὁ περίφημος ἱππόδρομος καί δίπλα τό ἐπιβλητικό Αὐγουσταῖο καί τό ἱερό παλάτιο. Ὁ Γρηγόριος βρισκότανε πιά στό κέντρο τοῦ ὀφθαλμοῦ τοῦ κόσμου, αὐτό ἤτανε τότε ἡ Κωνσταντινούπολη. Προχώρησε λίγο και φτάσανε στήν Ἁγία Σοφία. Μεγάλος ναός, πρίν ἀπό τήν ἀρχαία Ἀκρόπολη τοῦ Βύζα, τοῦ Μεγαρέα.
Ἡ ζωή στήν πόλη δέν εἶχε πυκνώσει. Τά καταστήματα δεξιά καί ἀριστερά τῆς Μεγάλης Μέσης, τοῦ κεντρικοῦ δρόμου, καί τοῦ Φάρου δέν εἴχανε ἀνοίξει ὅλα. Τά ἀρτοποιεῖα, φυσικά, δουλεύανε καί βγάζανε ἀπό νωρίς ψωμί, πού εὐωδίαζε σ’ ὅλη τήν περιοχή. Τ’ ἀκριβά χρυσοχοεῖα ὅμως, πού ἦταν ἐκεῖ, καί οἱ σαράφηδες ἀνοίγανε ἀργότερα.  
Στήν Ἁγία Σοφία κατέβηκε ὁ ἀρχιεπίσκοπος γιά νά προσκυνήσει. Ἀνέβηκε πάλι στό ἁμαξάκι καί σέ λίγα μόνο λεπτά ἔφτανε στήν Ἁγία Εἰρήνη. Μέσα του κάτι ἀναπετάρισε, μιά εὐφορία, θωπευτική εὐχάριστη, πλησιάζοντας τόν ἱερό νάο, βλέποντας τούς πρώτους ἐπισκόπους καί ἄλλους κληρικούς πού εἴχανε ἤδη μαζευτεῖ.
Μόλις οἱ ἐκεῖ ἀντιληφθήκανε, δείξανε τήν ἔκπληξή τους. Οἱ φίλοι ἐπίσκοποι σπεύσανε νά τόν ἀσπαστοῦν καί νά τοῦ ποῦνε περαστικά. Μερικοί κληρικοί καί οἱ λαϊκοί τρέξανε, τόν περικύκλωσαν καί ζητωκραυγάζοντας ἔξαλλα τόν ὁδηγήσανε σηκωτό στό ναό καί τόν βάλανε θριαμβευτικά στήν ἕδρα τοῦ προέδρου.





Ὁ πληγωμένος Ἀετός (Γρηγόριος ὁ Θεολόγος)
(ἀφηγηματικὴ Βιογραφία)
    (σελ.269-271)
  Στυλιανοῦ Γ. Παπαδοπούλου Καθηγητή Πανεπιστημίου
Ἔκδοση Δ΄
Ἀποστολική διακονία


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε το σχόλιό σας