Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

Κάνει τή Διαθηκη του: 31 Μαΐου 381



Μέ τήν ὑποχώρηση αὐτή τοῦ Γρηγορίου ἠρέμησαν τά πνεύματα. Οἱ συνεδρίες γίνοντα ὁμαλά. Κι ὅλα δείχνανε πώς ὅλα θά πήγαιναν καλά. Ὁ πρόεδρος ἔνιωθε λίγη ἄνεση. Ἀπέφευγε τή σωματική κούραση. Ἀπό τό κελλί του, μόνο, πού τώρα ἤταν δίπλα στήν Ἁγία Εἰρήνη, πήγαινε πρωί μεσημέρι βράδυ μέ τά πόδια γιά τή συνεδρία ἤ τίς συσκέψεις. Ἀπέφευγε τά δεῖπνα τῶν ἐπισήμων. Τό παλάτι, πού δέν ἤτανε μακριά, εἶχε πολύ καιρό νά τό ἐπισκεφτεῖ κι ἄς τόν περίμενε πάντα ὁ αὐτοκράτορας. Ντυνότανε ἁπλά μέχρι φτωχικά. Πηγαινοερχότανε χωρίς τιμητική συνοδεία.

Ὅλα τοῦτα, οἱ ἐκλεκτοί, ὅσοι προσεύχονταν καί βαθαίνανε στό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, τά θαύμαζαν καί τιμοῦσαν τό Γρηγόριο σάν ἅγιο. Οἱ πολλοί, ὅμως, ὄχι μόνο δέν τά θαύμαζαν, ἀλλά καί τά κορόιδευαν. Παίρνανε τό Γρηγόριο γι’ ἀδιόρθωτο χωριάτη κι ἀλαφροΐσκιωτο. Ἀκόμα χειρότερο, τόν φθόνησε γιά τήν ταπείνωσή του ὁ Σατανάς. Αὐτός δύο πρόσωπα φοβᾶται καί μισεῖ: τόν ταπεινό καί τόν φωτισμένο ἀπό τό ἅγιο Πνεῦμα. Ὁ Γρηγόριος τά εἶχε καί τά δύο. Γι’ αὐτό κι ὁ Σατανᾶς προσπάθησε νά τόν ἐξουθενώσει. Τόν χτύπησε, λοιπόν, μέ ἀσθένεια βαριά.
Στό τέλος τοῦ Μάη ἔπεσε ἄρρωστος βαριά. Ἤτανε μόνο πενηνταενός ἐτῶν κι ἔνιωθε πολύ γέρος. Ἡ ἐξάντηλησή του εἶχε τόσο προχωρήσει, πού νόμισε ὅτι ἔφτασε τό τέλος. Τό μυαλό του ἔμενε ξάστερο. Σκέφτηκε τώρα τούς γήινους δεσμούς του. Τό Θεό τόν εἶχε κάθε στιγμή στήν καρδιά καί τό νοῦ του. Ὅπως ἡ ἀναπνοή του ἦταν ἀδιάκοπη, ἔτσι ἀδιάκοπη κρατοῦσε μέσα του τή μνήμη τοῦ Θεοῦ.
Θυμήθηκε, λοιπόν, καί τούς γήινους δεσμούς. Τή μεγάλη περιουσία, πού τοῦ ἄφησαν οἱ γονεῖς. Τά εἶχε ξεχασμένα κι οὔτε τόν ἀπασχολοῦσαν. Ἐκτός, ἀπό ἐλάχιστα, ὅλα τά εἶχε δώσει, τά εἶχε μοιράσει. Ἅλλοι τά κουμαντάρανε καί τά ἔσοδα πήγαιναν σέ καλούς σκοπούς. Ἤτανε ὅμως καλό νά κάνει κι ἕνα χαρτί, νά ἐξασφαλίσει τήν Ἐκκλησία τῆς Ναζιανζοῦ καί τούς ἀνθρώπους, ὅπου εἶχε μοιράσει τήν περιουσία.
Στό ἀρχιεπισκοπικό σπίτι πηγαινοέρχονταν καί ρωτοῦσαν ἐπίσκοποι κι ἐπίσημοι τῆς πρωτεύουσας. Στό κελλί του μπαίναν ἐλάχιστοι. Εἶχε βαρύνει καί οἱ γιατροί συνιστοῦσαν ἀπόλυτη ἠρεμία. Στίς 30 τοῦ Μάη χειροτέρεψε ἡ κατάσταση. Τό ἄλλο πρωί, τελευταία μέρα τοῦ μήνα, ὁ Γρηγόριος ἔκανε νόημα στόν Κληδόνιο. Ἦταν ἔμπιστος καί καλός ἱερέας. Τοῦ ’δωσε νά καταλάβει ὅτι πρέπει νά φωνάξει τούς πιό φιλικους ἐπισκόπους. Γιά τούς Νύσσης Γρηγόριο καί Ἰκονίου Ἀμφιλόχιο δέ χρειάστηκε νά τρέξει. Νύχτα μέρα φροντίζανε νά βρίσκονται κοντά στόν ἄρρωστο ἀρχιεπίσκοπο. Ἔφτασε μέ τούς ἄλλους πέντε ἐπισκόπους καί ὁ νοτάριος Ἐλάφιος, ὁ συμβολαιογράφος.
Ὁ Γρηγόριός μας ἔσκυψε τό κεφάλι, μάζεψε τίς δυνάμεις του καί ὀνομάτισε χτήματα, ζωντανά, σπίτια, χρήματα καί λίγα ἀντικείμενα. Μέ προσοχή ἀνέφερε τά ὀνόματα ἐκείνων, στούς ὁποίους εἶχε κιόλας δώσει τήν περιουσία. Γενικός διαχειριστής γινότανε ὁ διάκος του Γρηγόριος. Αὐτός θά διαχειριζότανε τό μεγάλος μέρος τῆς περιουσίας, πού πήγαινε στήν Ἐκκλησία τῆς Ναζιανζοῦ. Ξαφνικά ὅμως ὁ νοτάριος σταμάτησε. Κάτι πῆγε νά ψιθυρίσει στόν ἄρρωστο ἀρχιεπίσκοπο, μά κεῖνος ἤτανε σαφής:
-Γιατί, φίλε μου; Τό ὅτι ἄλλοτε ἤτανε δοῦλος δέν τόν κάνει λιγότερο ἀξιόλογο ἄνθρωπο. Τό διάκο Γρηγόριο τόν ἀπελευθέρωσα καί τόν ἐκτιμῶ. Εἶναι ἄξιος καί μέ τή συμβουλή μου μορφώθηκε... εἶναι ἱκανός καί τίμιος. Τί σημασία ἔχει πού ἤτανε δοῦλος;
Ὁ νοτάριος τελείωσε. Ὁ Γρηγόριος ζήτησε στό κείμενο τῆς Διαθήκης του συγγνώμη ἀπό τούς περισσότερους συγγενεῖς, πού δέν τούς ἄφηνε τίποτα, γιατί ὅλα σχεδόν δοθήκανε στήν Ἐκκλησία καί σέ μοναχούς γιά μοναστήρια.
Πήρε ἀδύναμα στό χέρι του τό φτερό κι ἔβαλε ὑπογραφή στό ἐπίσημο χαρτί, πού σύνταξε ὁ Ἐλάφιος: Γρηγόριος «ἐπίσκοπος τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως». Τελείωσε. Ἄφησε τό φτερό κι ἔπεσε ἀνακουφισμένος στό προσκέφαλο. Εἶχε ἀπ’ ὅλα ἐλευθερωθεῖ. Τίποτα δέν τόν ἔδενε μέ τόν κόσμο αὐτό. Μισόκλεισε τά μάτια καί ψιθύρισε:
Χριστέ μου βασιλέα, γιά μένα ὅλα εἶσαι σύ, πλούτη, πατρίδα, ὑγεία.... Κάνε με ὅ,τι θέλεις, τέλειωσέ με, γιάτρεψέ με... ὅ,τι θέλεις... ἀπόκαμα.... Κι ὁ θάνατος εἶναι ἡ λύση, θά μέ γλυτώσει ἀπό τά βάσανα....
Οἱ παριστάμενοι μάρτυρες, Γρηγόριος Νύσσης, Ἀμφιλόχιος, Κληδόνιος κ.λ.π., συντριμμένοι ἀσπαστήκανε τόν ἱερό ἀσθενή καί φύγανε μέ βαριά καρδιά. Εἴχανε τήν αἴσθηση ὅτι κάτι μεγάλο καί θεῖο βαδίζει στήν κορύφωσή του, στό τέλος του.


Ὁ πληγωμένος Ἀετός (Γρηγόριος ὁ Θεολόγος)
(ἀφηγηματικὴ Βιογραφία)
  (σελ.259-261)
  Στυλιανοῦ Γ. Παπαδοπούλου Καθηγητή Πανεπιστημίου
Ἔκδοση Δ΄
Ἀποστολική διακονία



 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε το σχόλιό σας