Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

Ἡ τελευταία ἐπίγεια προσευχή. Ὁ βίος τοῦ Ὁσίου Νήφωνος Ἐπισκόπου Κωνσταντιανῆς τῆς κατ’ Ἀλεξάνδρειαν



Τήν ἴδια νύχτα προσευχήθηκε πολύ καί μέ ἰδιαίτερη θέρμη:

-Δέσποτα Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεός μας,
γεῖρε τ’ αὐτί Σου κι ἄκουσε
αὐτόν πού τ’ ὄνομά Σου παντοτινά ἀγαπάει.
Κοίτα με συμπαθητικά, καί θά μιλήσω
στήν κραταιά ἐξουσία καί δύναμή Σου.
Δέομαι καί παρακαλῶ καί ἱεκετεύω
τή θεϊκή Σου κυριαρχία:
Ἔλα, Ἰησοῦ, «τό φῶς τό ἐκ τοῦ φωτός»,
τώρα πού φεύγει ἡ ψυχή μου!

Κατέβα, ἅγιε, γιά νά τήν παραλάβεις!
Ἐλέησέ με, ἀγαθέ, κι ἔλα κοντά μου,
μέσα στό φῶς, τήν ἀγαλλίαση,
τήν ὀμορφιά καί τήν τερπνότητα.
Ἐσύ ’σαι πού μοῦ ὑποσχέθηκες:
‘‘Θά ’ρθω Ἐγώ ὁ ἴδιος,
γιά νά δεχθῶ τό πνεῦμα σου εἰρηνικά’’.
Ἄς μή σταθοῦν τώρα ἐμπόδιο οἱ ἀνομίες μου
στῆς ἀδιάψευστης ἐπαγγελίας Σου τήν ἐκπλήρωση.
Μήν ἀποστρέψεις ἀπό μένα τό πρόσωπό Σου!
Θυμήσου, πώς Ἐσύ μέ γλύτωσες
ἀπό τοῦ δράκοντα τή δυσωδία.
Μές στήν ἀχόρταγη κοιλιά του ἤμουν χωνεμένος,
κι Ἐσύ μέ πῆρες καί μέ ζωογόνησες·
κι ἀφοῦ μέ ζωογόνησες, μέ φώτισες·
κι ἀφοῦ μέ φώτισες, μ’ ἁγίασες·
κι ἀφοῦ μ’ ἁγίασες, μέ λάμπρυνες·
κι ἀφοῦ μέ λάμπρυνες, μέ θέωσες!   

Θυμήσου, Κύριε,
πώς ὅλες τίς ἡμέρες τῆς ζωῆς μου
δέν ἔπαψα νά ἱκετεύω τήν εὐσπλαχνία Σου
νά μή μ’ ἀποστραφεῖς,
ἀλλά νά ’ρθεῖς στή ἔξοδο τοῦ δούλου Σου.

Θυμήσου, Κύριε,
πώς οὔτε μάνα οὔτε πατέρα ἀγάπησα
πιότερο ἀπό Σένα.

Θυμήσου, Κύριε,
ὅτι γιά τ’ ὄνομά Σου ἀρνήθηκα τά πάντα
κι Ἐσένα μόνο πόθησα-
ἀλλά δικό Σου εἶναι, ὄχι δικό μου,
τοῦτο τό κατόρθωμα.

Θυμήσου, Κύριε,
ὅτι «ἐταπεινώθην ἕως σφόδρα»176
«μή με καταισχύνῃς»177.
Ἐσύ, πού τόσες φορές μοῦ εἶπες:
‘‘ Σάν ἕνα τίποτα λογιάζω τή νηστεία σου,
τίποτα και τήν ἀγρυπνία σου,
μά σέ ποθῶ καί σ’ ἀγαπῶ
γιά τήν ἀπέραντη ταπείνωσή σου’’ .
Καί τότ’ ἐγώ Σοῦ ἔλεγα:
‘‘  Μά μήπως, Δέσποτα, κατόρθωσα
καί τίποτα μόνος μου;
Ἡ χάρη Σου τά ἔκανε ὅλα τοῦτα’’.

Θυμήσου, Κύριε,
πώς ἀπό Σένα ἄλλον δέν ἀγάπησα.
Ἀλλ’ ἀπό Σένα ἔλαβα κι αὐτό τό χάρισμα.
Γιατί τόσο πολλά ἀγαθά μοῦ χάρισες,
πού ἔφριξαν ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ
 κι οἱ κάτοικοί τους ὅλοι!

Θυμήσου Κύριε,
κι ἐκείνους πού τό δοῦλο Σου θά μνημονεύουν.
Φύσηξε στίς καρδιές τους
τήν πνοή τοῦ Ἁγίου Σου Πνεύματος.
Δῶσ’ τους τή διόρθωση, τήν ἀρετή καί τήν ἀπάθεια.
Σύντριψε κάτω ἀπό τά πόδια τους
τό δράκοντα τόν πονηρό.
Στά χέρια Σου τό παραδίνω
τό ποίμνιο τοῦτο
πού μοῦ ἐμπιστεύθηκε ἡ βουλή Σου.
Κράτησέ το πιστό στ’ ὄνομά Σου,
ποίμανέ το, Ὕψιστε, μέ τή δεξιά Σου,
φύλαξέ το μέ τή δύναμή Σου,
ἄτρωτο διατήρησέ το
ὥς τή συντέλεια τοῦ αἰῶνος.

Θεέ μου, Θεέ μου,
πάλι καί πάλι Σέ παρακαλῶ:

Θυμήσου, Κύριε,
τούς ναυτικούς, τούς ταξιδιῶτες, τούς ἀρρώστους,
τούς κουρασμένους καί τούς αἰχμαλώτους,
καί δῶσε τυ τή σωτηρία.

Θυμήσου, Κύριε,
τίς χῆρες καί τά ὀρφανά,
τούς ξένους, τούς προσήλυτους, τούς πάροικους,
ὅσους πεινᾶνε καί διψᾶνε
γιά τό ἔλεός Σου τό πλούσιο καί θεϊκό.

Θυμήσου, Κύριε,
αὐτούς πού ’ναι σέ φυλακές καί σέ δεσμά,
σ’ ἀνάγκες, σ’ ὀδυρμούς,
σέ στενοχώριες καί σ’ ἀρρώστιες.
Ἄς τούς κυκλώσει τό μεγάλο Σου ἔλεος, φιλάνθρωπε.

Θυμήσου, Κύριε,
αὐτούς πού πάσχουν ψυχικά
κι αὐτούς πού ἔχουν πληγωθεῖ
ἀπό τό πονηρό τῆς ἁμαρτίας βέλος.

Θυμήσου, Κύριε,
ὅσους σέ θλίψη βρίσκονται ἤ πειρασμό
καί ὅλους ὅσοι βασανίζονται ἀπό πικρές ὀδύνες.
Στάλαξε στίς καρδιές τους λίγη ἀπ’ τήν ἡδονή
τοῦ Ἁγίου καί ζωοποιοῦ Σου Πνεύματος,
γιά νά δοξάζουν, ἀφοῦ γλυκαθοῦν,
τήν ἀγαθότητά Σου,
καί νά μή λιώνουν μές στή βλασφημία.
Τό ξέρω πώς ἡ εὐωδία Σου τοῦτο προσφέρει,
καί μάλιστα, ὅπως εἶναι φυσικότερο,
σ’ ἐκείνους πού γιά χάρη Σου ὑπομένουν θεληματικά
κόπους καί πόνους,
βία καί ἀνάγκη καί στενοχώριες.

Θυμήσου, Κύριε,
τούς ἀρχιερεῖς, τούς ἱερεῖς, τούς διακόνους,
τούς ἀναγνῶστες καί κάθε κληρικό.
Μέ τίς εὐχές τους, ἐλεήμων,
συγχώρεσε τό πλῆθος
τῶν ἄπειρων πταισμάτων μου.

Θυμήσου, Κύριε,
αὐτούς πού ζοῦν στίς ἐρημιές καί στά βουνά,
στῆς γῆς τά σπήλαια καί τίς τρύπες,
κι ὅλους τούς τίμιους μοναχούς
πού ἔχουν τ’ ἅγιο σχῆμα-
μ’ αὐτῶν τίς ἱκεσίες ἔλα
στοῦ δούλου Σου τό ξόδι.

Θυμήσου, Κύριε,
τούς χρηστούς βασιλεῖς καί ἄρχοντες
ὥς τή συντέλεια τοῦ αἰῶνος.

Ἀνάπαυσε, Κύριε,
καί ὅσους ἀναχώρησαν ἀπ’ τούς παλιούς καιρούς
γιά Σένα μέ πίστη καί ἐλπίδα.
Ἐλάφρυνε καί τό βάρος τῶν δύστυχων ἀμύητων...

Δέξου, Δέσποτα,
τήν προσευχή τοῦ δούλου Σου
στό ἐπουράνιο καί νοερό Σου θυσιαστήριο
τῆς ἄνω μητροπόλεως Ἱερουσαλήμ.
Ἐσύ, Λόγε τοῦ Θεοῦ,
πού εἶσαι ὅλος μέσα στόν Πατέρα Σου·
Ἐσύ, πού συγκροτεῖς τό σύμπαν
κι ὅλα τά δημιουργήματα ἀπ’ τό μηδέν·
Ἐσύ, πού ἔχεις μέσα Σου ὅλο τόν Πατέρα
κι ὅλο τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας,
πού ἀπ’ τόν Πατέρα ἐκπορεύεται
καί ἀναπαύεται σ’ Ἐσένα·
Ἐσύ, πού προαιώνια γεννήθηκες
ἀρρεύστως, ἀπαθῶς,
μέ δύναμη, μέ τή θεότητα ὅλη·
Ἐσύ, πού τούς αἰῶνες δημιούργησες σέ μιά στιγμή·
Ἐσύ, πού τῶν ἁγίων ἀγγέλων ἔπλασες τά τάγματα·
Ἐσύ, πού ἔκανες τό φῶς καί τό σκοτάδι,
τόν ἥλιο, τή σελήνη καί τ’ ἀστέρια,
τά ἐπουράνια, τά ἐπίγεια καί τά καταχθόνια·
Ἐσύ, πού μές στή χούφτα Σου κρατᾶς
ὁλόκληρη τήν κτίση·
Ἐσύ, πού δημιούργησες τά πνεύματα ἀπ’ τό τίποτα,
κι ἀπ’ αὐτό πάλι ἔβγαλες τήν ὕλη,
-ὅσα θέλησες τά ἔκανες
στόν οὐρανό, στή γῆ, στίς θάλασσες
καί στίς ἀβύσσους ὅλες
μέ τήν πανίσχυρή Σου δύναμη-,
Ἐσύ, Δέσποτα,
δέξου λοιπόν τή δέησή μου, ὥστε
«ἐν εἰρήνῃ ἐπὶ τὸ αὐτὸ κοιμηθήσομαι καὶ ὑπνώσω,
ὅτι σύ, Κύριε κατὰ μόνας ἐπ’ ἐλπίδι κατῴκισάς με»178.



Ἕνας Ἀσκητής Ἐπίσκοπος
Ὅσιος Νήφων  Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς

(283-288)
Ἱερὰ Μονή Παρακλήτου
Ὠρωπος Ἀττικῆς 2004

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε το σχόλιό σας