Ὁμιλία 3η
Ψαλμός 22ος
Εἶναι ἐκεῖνο τό «τί ἀνταποδώσω τῷ Κυρίῳ περὶ πάντων, ὧν ἀνταπέδωκέ μοι», πού λέει ὁ Ψαλμωδός, ἤ αὐτό πού ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας στούς Αἴνους τοῦ βαρέος ἤχου, «Τί ἀνταποδώσωμεν...» –τό ἴδιο εἶναι, ἀλλά σέ Πληθυντικό ἀριθμό– δηλαδή: Τί νά τοῦ ἀνταποδώσουμε γιά ὅλα ἐκεῖνα πού μᾶς ἔδωσε;... Τί νά Τοῦ ἀνταποδώσουμε; Κι ἐκεῖνο τό ὡραῖο τροπάριο πού λέει ὅτι γιά μᾶς ἀνέβηκε στόν σταυρό, γιά μᾶς ἀναστήθηκε, γιά μᾶς ἀναλήφθηκε, γιά μᾶς τά πάντα ἔδωσε· τί νά Τοῦ δώσωμε; Αὐτό, ἀγαπητοί μου, τό αἰσθάνονται μόνον οἱ ἄνθρωποι πού ἔχουν μπεῖ μέσα στόν χῶρο τῆς ἁγιότητος.
Προσέξτε: ὄχι νοησιαρχικά· βιωματικά. Κι αὐτή ἡ βιωματική αἴσθηση, κατά τήν ἔκφραση τοῦ ἁγίου Ἰσαάκ τοῦ Σύρου, κάνει τόν ἄνθρωπο ἄλλον ἄνθρωπο, ἐντελῶς ἄλλον ἄνθρωπο, τόν κάνει ἅγιο. Δέν θέλει πιά οὔτε ν’ ἁμαρτήσει ὁ ἄνθρωπος, οὔτε νά προσκολληθεῖ στόν παρόντα κόσμο. Ὤ αὐτή ἡ αἴσθηση τῶν δωρεῶν τοῦ Χριστοῦ!... Εἶναι πηγή ὅλης τῆς θεολογίας· γιατί ὅταν ὁ ἄνθρωπος βλέπει τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, πού ἀποτελεῖ τή μεγάλη προσφορά Του στόν ἄνθρωπο, ἀπό ἐκεῖ βγάζει ὅλη τή θεολογία του. Καί εἶναι τόσο μέσα στή θεολογία ὁ ἄνθρωπος, ὥστε δέν ξέρει πῶς νά στέκεται πάντοτε μπροστά στόν Θεό. Δυστυχῶς ὅμως εἶναι λίγες οἱ ψυχές ἐκεῖνες πού αἰσθάνονται ἔτσι. Ἐγώ πάντως θά εὐχόμουν νά εἴμαστε ὅλοι μας.
Καί ὁ τελευταῖος στίχος ἔρχεται νά ἐπαναλάβει ὅ,τι καί προηγουμένως μᾶς εἶπε, ὡς πρός τή ράβδον καί τή βακτηρίαν. «Καὶ τὸ ἔλεός σου καταδιώξει με πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου», καί τό ἔλεός Σου θά μέ καταδιώκει ὅλες τίς ἡμέρες τῆς ζωῆς μου.
Προσωποποιεῖ τό ἔλεος, πού δέν διώκει ἀλλά κατάδιώκει.Ἡ πρόθεση κατά εἶναι τονισμός τοῦ ρήματος διώκει. Δέν μοῦ λέτε: Τό νά σᾶς κυνηγάει ἕνας σκύλος ἀπό πίσω εἶναι εὐχάριστο; Νά σᾶς κυνηγάει μιά ὀχιά ἀπό πίσω εἶναι εὐχάριστο; Νά σᾶς κυνηγοῦν ἐχθροί νά σᾶς σκοτώσουν εἶναι εὐχάριστο; Νά σᾶς κυνηγοῦν ἀπό πίσω χρήματα πολλά εἶναι δυσάρεστο; Νά σᾶς κυνηγοῦν ἀγαθά πολλά ἀπό πίσω σας καί δῶρα εἶναι δυσάρεστο; Δέν λέει μέ καταδιώκει ἡ δικαιοσύνη Σου· δέν λέει μέ καταδιώκει τό κρίμα Σου, ἡ κρίση Σου · δέν λέει μέ καταδιώκει τό θυμωμένο Σου πρόσωπο, ὅπως θά συνέβαινε στόν Κάιν, πού τοῦ λέει «ὅπου νά σταθεῖς, θά τρέμεις καί θά στενάζεις», ἀλλά ἐδῶ λέει θά μέ καταδιώκει τό ἔλεός Σου! Καταλαβαίνετε τί σημαίνει αὐτό; Θά ψάχνει νά μέ βρεῖ τό ἔλεός Του! Ἐγώ θά φεύγω, γιατί δέν ἔχω ὑπολογίσει βαθειά τί σημαίνει τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, κι ἐκεῖνο θά μέ κυνηγάει!...
Παραβάλλετε ἐκεῖνο πού λέει στήν Καινή Διαθήκη, «ἀνάγκασον εἰσελθεῖν». Αὐτό τό «ἀνάγκασον» ἔχει, θά λέγαμε, τήν ἴδια ἔννοια μέ τό «καταδιώξει». Καί τό καταδιώκω καί τό ἀναγκάζω εἶναι ρήματα πού θά λέγαμε πώς δέν ἔχουν καί τόσο καλή ἔννοια.
Ὅμως τά ἀντικείμενα τῆς καταδιώξεως καί τοῦ ἐξαναγκασμοῦ εἶναι ὑπέροχα! Τό μέν ἀντικείμενο τῆς καταδιώξεως εἶναι τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, τοῦ δέ ἐξαναγκασμοῦ εἶναι τό βασιλικό τραπέζι, δηλαδή ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Θυμόσαστε τήν παραβολή, πού εἶπε ὁ οἰκοδεσπότης στόν δοῦλο του «καί ἀνάγκασον εἰσελθεῖν, ἵνα γεμισθῇ ὁ οἶκος μου», νά ἔρθουν νά φᾶνε στό τραπέζι μου; Τό ἀναγκάζω καί τό καταδιώκω λοιπόν, ἐπειδή ἔχουν ἀρνητικό χαρακτήρα, παίρνουν μία ἐξαιρετικά δυνατή θέση στό θέμα τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ καί τῆς Βασιλείας Του!
Ἔτσι, ἀγαπητοί... τί νά ποῦμε; Ἔχετε ποτέ ἀντιληφθεῖ τό κυνηγητό, τό κρυφτούλι τοῦ Θεοῦ μ’ ἐσᾶς, ἤ μ’ ἐμᾶς; Μᾶς κυνηγάει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, κάποτε καί χρόνια ὁλόκληρα. Παίζουμε κρυφτό! Ἕνα κυνηγητό καί ἕνα κρυφτό παίζουμε. Ὅμως ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι μᾶς κυνηγάει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, καί τό βάζουμε στά πόδια, γιατί δέν τή θέλουμε τή χάρη τοῦ Θεοῦ! Δέν τή θέλουμε! Περίεργο πράγμα! Καί δέν τή θέλουμε γιατί, ὅπως λένε πολλοί, «δέν θέλουμε νά εἴμαστε πολύ θρησκευτικοί». Νομίζουν οἱ ἄνθρωποι ὅτι θά πάθουν κάτι, θά χαθοῦν, ἄν γίνουν δῆθεν πολύ θρησκευτικοί. Ὁ Θεός ὅμως μᾶς κυνηγάει· δέν μᾶς ἀφήνει. Ὅπου νά πᾶμε, μᾶς κυνηγάει, μέ ποικίλες εὐκαιρίες καί μορφές. Κι ἐμεῖς ὅλο κρυβόμαστε, ὅλο τό στρίβουμε! Κι ἔρχεται κάποια στιγμή –θά πῶ μιά λέξη ἁπλοελληνική– καί μᾶς γραπώνει! Θά πῶ τήν ἀντίστοιχη στήν καθαρεύουσα: μᾶς καταλαμβάνει!
Λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «διώκω δὲ εἰ καὶ καταλάβω, ἐφ’ ᾧ καὶ κατελήφθην». Ἔτρεχα νά πιάσω, νά γραπώσω· ἀλλά πιάστηκα, γραπώθηκα !... Ξέρεις τί θά πεῖ νά κυνηγᾶς νά πιάσεις κάτι, καί νά πιαστεῖς ἐσύ ἀπ’ αὐτό;... Εἶναι ἕνα ὡραῖο πιάσιμο στά δίχτυα τοῦ Θεοῦ, θαυμάσιο πιάσιμο! Ὅταν σέ πιάσει ἡ φούχτα τοῦ Θεοῦ –ὄχι γιά νά σέ συντρίψει∙ ὄχι τό χέρι τῆς δικαιοσύνης Του, ἀλλά τό χέρι τοῦ ἐλέους Του– τότε αἰσθάνεσαι ὅλη ἐκείνη τήν ἄνεση καί τή χαρά καί τήν εὐφροσύνη! Τότε ἔχεις βρεῖ τόν Θεό σου! Εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς ἀναγεννήσεώς σου, ἡ ἡμέρα τῶν ἐγκαινίων σου, ἡ ἡμέρα τῆς χαρᾶς σου, ἡ ἡμέρα τῶν γάμων σου, τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ καί τῆς ψυχῆς σου!...
«Καὶ τὸ κατοικεῖν με ἐν οἴκῳ Κυρίου εἰς μακρότητα ἡμερῶν». Δηλαδή: Καί τό νά κατοικῶ στόν οἶκο τοῦ Κυρίου σέ ὅλη μου τή ζωή εἶναι ὁ πόθος μου. Ἐδῶ ἐξυμνεῖται ἡ παραμονή στίς αὐλές τοῦ Κυρίου. Καί σέ ἄλλον Ψαλμό λέει: «Ὡς ἀγαπητὰ τὰ σκηνώματά σου, Κύριε...», καί παρακάτω: «ἐξελεξάμην παραῤῥιπτεῖσθαι ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ μου μᾶλλον ἢ οἰκεῖν με ἐν σκηνώμασιν ἁμαρτωλῶν». Προτίμησα, λέει, νά εἶμαι πεταμένος σέ μιά ἄκρη τῶν αὐλῶν τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ, παρά νά εἶμαι μέσα σέ βασιλικά παλάτια ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων. Αὐτός εἶναι ὁ μεγάλος πόθος τοῦ Δαβίδ, ἀλλά καί κάθε εὐσεβοῦς ἀνθρώπου. Δέν τόν νοιάζει πῶς θά περάσει στή ζωή του, δέν τόν νοιάζει ἄν τρώει ψωμί κι ἐλιές, ἀρκεῖ μόνο νά εἶναι κοντά στόν Θεό!
Πρέπει νά πῶ καί κάτι, πού, σᾶς βεβαιώνω, ἀγαπητοί μου, πολλές φορές μοῦ ἔχει συμβεῖ μ’ ἐσᾶς, καί τό ἐκτιμῶ πολύ. Πολύ, πάρα πολύ τό ἐκτιμῶ! Πάρα πολλοί ἄνθρωποι, ἄνδρες καί γυναῖκες καί νέοι στήν ἡλικία ἀλλά καί μεγάλης ἡλικίας, τούς ἔχει δοθεῖ ἡ εὐκαιρία νά φύγουν ἀπό τή Λάρισα, ἤ γιά ἐπαγγελματικούς λόγους ἤ γιά ἄλλους λόγους, ἀκόμη καί γιά λόγους ὑγείας καί λοιπά∙ ἀλλά δέν φεύγουν, γιατί λένε: «Δέν θέλουμε νά χάσουμε τίς πνευματικές εὐκαιρίες». Ἐγώ σταυροκοπιέμαι... καί σάν ἐπιχείρημα τούς λέω: «Ὅπου νά πᾶτε, θά βρεῖτε βέβαια πνευματικές εὐκαιρίες». Σᾶς τό βεβαιώνω. Τέτοιοι ἄνθρωποι πρέπει καί σήμερα νά εἶναι παρόντες ἐδῶ, γιατί εἶναι ἀρκετοί αὐτοί. Δέν φεύγουν γιά νά μήν χάσουν τίς πνευματικές εὐκαιρίες! Ἔχουν δοθεῖ εὐκαιρίες σέ ἀνθρώπους νά πᾶνε στήν Ἀμερική ἤ στήν Αὐστραλία ἤ στόν Καναδᾶ ἤ στήν Εὐρώπη. «Καί ἐκεῖ πῶς θά ἐκκλησιάζομαι; Καί ποῦ θά ἀκούω λόγο Θεοῦ;» Καί δέν φεύγουν∙ κάθονται ἐδῶ. Αὐτό σημαίνει «καὶ τὸ κατοικεῖν με ἐν οἴκῳ Κυρίου εἰς μακρότητα ἡμερῶν».
Αὐτό τό «μακρότητα ἡμερῶν» οἱ Πατέρες τό ἑρμηνεύουν ὡς αἰωνίως. Δηλαδή, μ’ ἄλλα λόγια: ἡ χαρά μου, ἡ εὐτυχία μου, ἡ τρυφή μου, εἶναι νά εἶμαι στίς αὐλές τοῦ Κυρίου, στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων !
Αὐτός, ἀγαπητοί μου, εἶναι ὁ 22ος Ψαλμός, ὁ Ψαλμός τοῦ Δαβίδ, ὁ προσωπικός αὐτός Ψαλμός, πού θά ταίριαζε, καί θά ὄφειλε νά ταίριαζε, στήν κάθε ψυχή ἀπό μᾶς.
Δευτέρα, 31-10-1977
(συνεχίζεται)
Απόσπασμα από το βιβλίο ‘’ΕΠΙΛΟΓΗ ΨΑΛΜΩΝ’’ Τόμος ά.
Της Ιεράς Μόνης Κομνηνείου, Κοιμήσεως θεοτόκου και Αγίου Δημητρίου.
Το βιβλίο περιέχει απομαγνητοφωνημένες ομιλίες του μακαριστού Γέροντα Π. Αθανασίου Μυτιληναίου.
Η ανάρτηση γίνεται με την ευλογία της Ιεράς Μονής.
Δεν έχουμε καταλάβει ποιος είναι ο Θεός και ποια η αγάπη Του για εμάς. "Με τέτοιο τρόπο αγάπησε ο Θεός τον κόσμο ώστε παρέδωσε σε θάνατο το μονογενή Του Γιο, για να μη χαθεί όποιος πιστεύει σ' Αυτόν αλλά να έχει ζωή αιώνια. Ο Θεός δεν έστειλε το Γιο Του στον κόσμο για να καταδικάσει τον κόσμο, αλλά για να σωθεί ο κόσμος μέσω αυτού" (Ιωάννης 3' 16-17. Και αλλού "τὸ ἔλεός Σου καταδιώξει με πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου" (Ψαλμός 23, 6). Θεός άξιος επαίνου και δοξολογίας.
ΑπάντησηΔιαγραφή