Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015

Ερμηνεία των Ψαλμών (Ψαλμός 22ος) Μέρος α΄

  Του π. Αθανασίου Μυτηλιναίου
Ὁμιλία 3η

Ψαλμός 22ος

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, θά ἀναλύσουμε τόν 22ο Ψαλμό. Φυσικά κάνουμε μία ἐπιλογή ἀπό τούς Ψαλμούς –ἴσως ὄχι τήν σπουδαιότερη– γιατί διαφορετικά, ὅπως σᾶς εἶπα μιά περασμένη φορά, θά χρειαζόταν πολύς χρόνος, ἴσως καί πέντε χρόνια. Θά ἀναλύσουμε μερικούς ἀπό τούς πιό ἀντιπροσωπευτικούς Ψαλμούς, μία κατηγορία ἀπό τούς ἄμεσα χριστολογικούς, ὅπως εἶναι ὁ 2ος Ψαλμός, πού ἤδη κάναμε, ὁ 21ος Ψαλμός, ὁ 109ος καί ἄλλοι. Ἀκόμα θά ἀναλύσουμε καί μερικούς πνευματικῆς κατευθύνσεως Ψαλμούς, πού θά μᾶς βοηθήσουν στήν πνευματική μας ζωή. Τίποτα ἄλλο, γιατί ποῦ νά ἀναλύσει κανείς ὅλους τούς Ψαλμούς!... Ἀρχίζουμε λοιπόν τόν 22ο Ψαλμό:
1 «Κύριος ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει.
2 εἰς τόπον χλόης, ἐκεῖ με κατεσκήνωσεν, ἐπὶ ὕδατος ἀναπαύσεως ἐξέθρεψέ με,
3 τὴν ψυχήν μου ἐπέστρεψεν. ὡδήγησέ με ἐπὶ τρίβους δικαιοσύνης ἕνεκεν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ.
4 ἐὰν γὰρ καὶ πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου, οὐ φοβηθήσομαι κακά, ὅτι σὺ μετ’ ἐμοῦ εἶ · ἡ ῥάβδος σου καὶ ἡ βακτηρία σου, αὗταί με παρεκάλεσαν.
5 ἡτοίμασας ἐνώπιόν μου τράπεζαν, ἐξεναντίας τῶν θλιβόντων με· ἐλίπανας ἐν ἐλαίῳ τὴν κεφαλήν μου, καὶ τὸ ποτήριόν σου μεθύσκον με ὡσεὶ κράτιστον.
6 καὶ τὸ ἔλεός σου καταδιώξει με πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου, καὶ τὸ κατοικεῖν με ἐν οἴκῳ Κυρίου εἰς μακρότητα ἡμερῶν.»
Εἶναι μικρός Ψαλμός, ὅπως εἴδατε, ἔχει μόνον ἕξι στίχους, καί ἡ ἐπιγραφή του εἶναι: «Ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ». Βλέπετε, δέν λέει «Ψαλμὸς τοῦ Δαυΐδ», ἀλλά «τῷ Δαυΐδ», δηλαδή Ψαλμός στόν Δαβίδ. Ἔτσι θά μπορούσαμε νά ἀποδώσουμε τήν ἐπιγραφή αὐτή. Ὅμως δέν εἶναι ἀκριβῶς ἔτσι ἡ ἀπόδοση, ἀλλά Ψαλμός ἀποδιδόμενος στόν Δαβίδ, καί αὐτό ἀντιστοιχεῖ μέ τό Ψαλμός τοῦ Δαβίδ· δηλαδή ἡ πατρότητα τοῦ Ψαλμοῦ εἶναι αὐτή, ὅτι συγγραφέας του εἶναι ὁ Δαβίδ, εἶναι Ψαλμός δαβιδικός.
Τό περιεχόμενο αὐτοῦ τοῦ Ψαλμοῦ εἶναι ἕνας ὕμνος πρός τόν Θεό, ἕνας ὕμνος πού βγαίνει ἀπό τήν καρδιά τοῦ Δαβίδ καί ἀφορᾶ στόν Δαβίδ. Εἶναι ἕνας Ψαλμός καθαρά προσωπικός.
Στόν 2ο Ψαλμό πού εἴχαμε κάνει, ἄν θυμόσαστε, τόν ἀνεπίγραφο –ἀλλά κατά παράδοση καί σύμφωνα καί μέ τίς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, εἶναι τοῦ Δαβίδ– μιλάει, θά λέγαμε, ὁ ἴδιος ὁ Μεσσίας. Ὁ Δαβίδ μπαίνει κι ἐκεῖνος μέσα στόν Ψαλμό, ὅπως ἀκριβῶς ἔχουμε στήν ἀρχαία τραγωδία δύο ἥρωες πού συνομιλοῦν ἐπάνω στή σκηνή, καί παρεμβάλλεται ὁ χορός –πού, ὅπως ἴσως θά ξέρετε, ἔχει ἕναν πάρα πολύ σπουδαῖο ρόλο– καί συμμετέχει, ἐξηγώντας διάφορα πράγματα σχετικά μέ τήν ὑπόθεση.
Καί μιά πού ἀνέφερα τό παράδειγμα αὐτό τῆς ἀρχαίας τραγωδίας, νά σᾶς πῶ ὅτι τό βιβλίο Ἆσμα Ἀσμάτων εἶναι ἀκριβῶς - ἀκριβῶς ὅπως εἶναι ἡ ἀρχαία τραγωδία. Μάλιστα, εἶναι ἕνα γαμήλιο τραγούδι καί ἀναφέρεται σ’ ἐκεῖνον, σ’ ἐκείνη καί στόν χορό. Ὁ τίτλος εἶναι Ἆσμα Ἀσμάτων καί θά πεῖ: τό Τραγούδι τῶν Τραγουδιῶν. Εἶναι πολύ ὡραῖος τίτλος, καί εἶναι σύμφωνα μέ τήν ἑβραϊκή ἔκφραση «ματαιότης ματαιοτήτων». Εἶναι ἕνας τονισμός ἐκείνου πού θέλει νά τονίσει ὁ ποιητής καί σημαίνει καθ’ ὑπερβολήν ἆσμα.
Ἄς ποῦμε δυό λόγια γι’ αὐτό. Λοιπόν, μπαίνει ἐκεῖνος στόν κῆπο, χτυπάει τήν πόρτα, κι ἐκείνη ἀπαντάει: «Τί θέλεις;». Βάζει τό χέρι μέσα ἀπό μιά τρύπα τῆς πόρτας ν’ ἀνοίξει τό πόμολο, ἀλλά ἡ πόρτα δέν ἀνοίγει. Ἐκείνη λέει: «Δέν μπορῶ νά σηκωθῶ, γιατί μόλις ἔπεσα στό κρεβάτι κι ἔχω πλύνει καί τά πόδια μου. Ποῦ νά σηκωθῶ, νά τά λερώσω τώρα χάμω...». Ἐκεῖνος φεύγει. Μετανοεῖ ἐκείνη, σηκώνεται πάνω, ἀνοίγει τήν πόρτα καί βλέπει ὅτι ἐκεῖνος ἔχει φύγει. Βγαίνει στόν δρόμο. Ἐνῶ πρῶτα εἶπε ὅτι θά λέρωνε τά πόδια της, τώρα ξυπόλυτη βγαίνει στόν δρόμο! Κι ὅπως τρέχει, τή συναντοῦν ἄνθρωποι, ὁ χορός: «Ποῦ τρέχεις; Ποῦ πηγαίνεις;». «Μήπως εἴδατε τόν ἀδελφιδό μου;», δηλαδή τόν ἀγαπημένο μου, «μήπως τόν ἔχετε δεῖ;».
Βλέπετε πῶς μπαίνει ὁ χορός στή μέση. Οἱ ἥρωες λοιπόν εἶναι ἐκεῖνος, ἐκείνη, καί μπαίνει κι ὁ χορός. Ὁ χορός εἶναι ἕνα ἀπαραίτητο στοιχεῖο στήν ἀρχαία τραγωδία, τελείως ἀπαραίτητο. Θά λέγαμε πώς εἶναι ὅ,τι εἶναι σήμερα ὁ κομφερασιέ, αὐτός πού ἐξηγεῖ μερικά πράγματα, ἤ ὅταν ἀκοῦμε ἕνα διήγημα ἀπό τό ραδιόφωνο καί μπαίνει κάποιος καί ἀφηγεῖται συμπληρωματικά μερικά στοιχεῖα, πού διαφορετικά θά ἔμεναν κενά· ἔτσι εἶναι ὁ χορός.
Ὁ Δαβίδ λοιπόν παρεμβάλλεται στόν 2ο Ψαλμό, ὡς ἕνα τρίτο πρόσωπο, ἀνάμεσα στόν Θεό καί στόν Μεσσία Του, τόν χριστόν Του· τό θυμόσαστε ἀπό τήν περασμένη φορά. Ὁ 22ος ὅμως Ψαλμός εἶναι προσωπικός Ψαλμός, εἶναι δικός του. Εἶναι ἀπό τόν ἑαυτό του γιά τόν ἑαυτό του. Κατά συνέπεια θά λέγαμε εἶναι ἕνα θαυμάσιο, χαριτωμένο ποιηματάκι, βαθύ σέ νοήματα –κάθε ἔργο τοῦ Δαβίδ σᾶς εἶπα ὅτι εἶναι πάντοτε πολύ βαθύ– εἶναι εἰδυλλιακό καί παραβάλλεται μέ μία παραβολή ἀπό τόν εὐαγγελιστή Ἰωάννη. Ἐκεῖ λέει ὁ Χριστός: «Ἐγώ εἰμι ὁ ποιμὴν ὁ καλός. Ὁ ποιμὴν ὁ καλὸς τὴν ψυχήν αὐτοῦ τίθησιν ὑπὲρ τῶν προβάτων», καί ἀκόμη «Ὁ ποιμήν ὁ καλός ὁδηγεῖ τά πρόβατά Του στό μαντρί · θά μποῦν, θά βγοῦν». Τό «θά μποῦν» σημαίνει ἀσφάλεια· τό «θά βγοῦν καί νομήν εὑρήσουν» σημαίνει θά βροῦν φαγητό. Ἡ μάντρα ἔχει ψηλά τείχη, προστατεύεται, καί ὑπάρχει καί ἡ θύρα πού εἶναι ὁ Χριστός, καί οὕτω καθ’ ἑξῆς. Μπορεῖ λοιπόν αὐτός ὁ Ψαλμός, ὁ 22ος, νά παρομοιασθεῖ μέ αὐτήν τήν παραβολή τοῦ Χριστοῦ, πού ἀναφέρει τό Κατά Ἰωάννην εὐαγγέλιο.
Ὁ ὅλος Ψαλμός ἔχει δύο μέρη. Τό πρῶτο μέρος, ἀπό τόν στίχο 1 ἕως 4, ἀναφέρεται στήν εἰκόνα τοῦ καλοῦ ποιμένος, ἐνῶ οἱ δύο ὑπόλοιποι στίχοι, ὁ 5ος καί ὁ 6ος, ἀναφέρονται σέ μιά δεύτερη εἰκόνα, τοῦ Θεοῦ συμποσιάρχου. Ἀλλά ὅπως γιά τήν πρώτη εἰκόνα, τοῦ καλοῦ ποιμένος, ἔχουμε τό παράλληλό της ἀπό τήν Καινή Διαθήκη, ἔτσι καί τή δεύτερη εἰκόνα, τοῦ συμποσιάρχου, (τοῦ ἑστιάτορος, τοῦ φίλου πού προσκαλεῖ, τοῦ φίλου πού φιλοξενεῖ, ἤ τοῦ τραπεζοκόμου, μέ τήν κύρια σημασία τῆς λέξεως, δηλαδή αὐτοῦ πού ὑπηρετεῖ στό τραπέζι), ἐπίσης τή συναντᾶμε καί στήν Καινή Διαθήκη. Ἔτσι ὁ Ψαλμός αὐτός δέν εἶναι καθόλου ξένος, ὄχι μόνο ὡς πρός τό πνεῦμα τῆς Παλαιᾶς, μέσα στήν ὁποία ἔχει ἐνταχθεῖ, ἀλλά ἐντάσσεται θαυμάσια καί στό πνεῦμα τῆς Καινῆς Διαθήκης· εἶναι συγγενικότατος. Καί οἱ δύο αὐτές εἰκόνες, τοῦ Θεοῦ ποιμένος καί τοῦ Θεοῦ συμποσιάρχου, εἶναι εἰκόνες οἰκεῖες, ὡραιότατες, χαριτωμένες, βαθύτατες, καί διδάσκουν, οὔτε λίγο οὔτε πολύ, ἰδιότητες τοῦ Θεοῦ.
Καί προχωρᾶμε. Ἐρχόμαστε στήν πρώτη εἰκόνα: «Κύριος ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει». Ὁ Κύριος εἶναι ποιμένας μου καί ἀπό τίποτα δέν θά μέ στερήσει, τίποτα δέν θά μοῦ λείψει. Εἶναι χαριτωμένος στίχος!
Θυμᾶμαι κάποτε ἔκανα ἐπί σειρά ἐτῶν Κατώτερο Κατηχητικό Σχολεῖο στό Ζάνειο Ὀρφανοτροφεῖο Πειραιῶς, πού εἶχε ἕνα παράρτημα στήν Ἐκάλη, πιό πάνω ἀπό τήν Κηφισιά. Πήγαινα ἐκεῖ στά ὀρφανά παιδιά, γιά μιά περίπου δωδεκαετία. Θυμᾶμαι λοιπόν ἕνα μάθημα πού τούς εἶχα κάνει γιά τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ, πού εἶχε ρητό αὐτόν τόν στίχο πού ἀναλύουμε· «Κύριος ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει». Τά ἔβαλα τά παιδιά νά τόν μάθουν τόν στίχο αὐτό, νά τόν ξέρουν πάντα... καί πάντα νά τόν θυμοῦνται, γιατί πίστευα τό ἑξῆς:
Τά παιδιά αὐτά ἦσαν ὀρφανά, καί ἴσως κάποτε στή ζωή τους νά ἔρχονταν σέ κάποια ἀπόγνωση, κάποια ἀπελπισία, καί –γιατί ὄχι;– κάποιο ἀπ’ αὐτά νά σκεπτόταν κάποτε καί νά αὐτοκτονήσει! Ἴσως λοιπόν ξαφνικά νά θυμόταν τό «Κύριος ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει», καί τήν τελευταία στιγμή νά σωζόταν. Ἤ, ἄν μέν πήγαινε νά αὐτοκτονήσει, νά συνερχόταν· ἤ, ἄν εἶχε ἔλθει σέ κάποια ἀπελπιστική κατάσταση γιά τήν παραπέρα ζωή του, νά πάρει κουράγιο, νά πάρει θάρρος, νά συνέλθει, καί νά προχωρήσει μέ ἐλπίδα.
Γιατί, πραγματικά, οὔτε λίγο οὔτε πολύ, αὐτός ὁ στίχος ἔρχεται νά μᾶς δώσει τήν εἰκόνα τοῦ προνοητοῦ Θεοῦ, μέ τό χαριτωμένο σχῆμα τοῦ Θεοῦ πού εἶναι ὁ ποιμένας, καί τοῦ ἀνθρώπου πού εἶναι τό πρόβατο. «Κύριος ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει»! Ὁ Κύριος μέ ποιμαίνει, εἶμαι τό πρόβατό Του, ὁ ποιμένας μου εἶναι Ἐκεῖνος, καί, ἀφοῦ εἶμαι κτῆμα Του, εἶμαι κάτω καί ἀπό τό ἐνδιαφέρον Του. Τί ἔχω λοιπόν νά φοβηθῶ; Δέν θά μέ στερήσει ἀπό τίποτα ἀπολύτως.
Ἔχετε διανοηθεῖ τσοπάνη νά ἀφήνει τά πρόβατά του νά ψοφήσουν ἀπό τήν πεῖνα; Εἶναι ἀδιανόητο. Ὁ τσοπάνης ὅμως θά τό ἔκανε αὐτό, ὄχι γιατί ἀγαπάει τά πρόβατα, ἀλλά γιατί ἔχει συμφέρον ἀπό αὐτά· γιατί ἄν τ’ ἀφήσει καί ψοφήσουν, δέν θά πάρει οὔτε τό γάλα οὔτε τό μαλλί οὔτε τό κρέας τους. Ὁ Θεός ὅμως δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό τά πρόβατά Του τά λογικά, τούς ἀνθρώπους. Ὁ Θεός κινεῖται ἀπό ἀγάπη, καί ἡ ἀγάπη εἶναι ἀπίθανα καί ἀφάνταστα ἰσχυρότερη ἀπό τό συμφέρον. Ἔτσι μέ ἀπόλυτη πεποίθηση ὁ Ψαλμωδός λέει ὅτι ὁ Θεός δέν θά τόν στερήσει ἀπό τίποτα, γιατί εἶναι ὁ ποιμένας του.
Μοῦ ἔλεγε μιά κυρία σήμερα ὅτι ἡ κόρη της –πού εἶναι μορφωμένη καί εἶναι ἤδη κάπου ἐκπαιδευτικός– τῆς ἔκανε μιά ἀπίθανη ἐρώτηση, καί μάλιστα ἔλεγε πώς δέν φανταζόταν ποτέ ὅτι ἡ κόρη της θά τῆς ἔκανε αὐτή τήν ἐρώτηση. Τῆς εἶπε δηλαδή: «Δέν μοῦ λές, μητέρα· σέ βλέπω τρέχεις στίς ὁμιλίες, στίς ἐκκλησίες, στίς λειτουργίες, διαβάζεις, προσεύχεσαι, καί τά λοιπά καί τά λοιπά... Δέ μοῦ λές· αὐτά πού κάνεις τά πιστεύεις;». Σταυροκοπήθηκε ἡ μάνα μέ τήν ἐρώτηση τῆς κόρης –πού τή γνωρίζω κι ἐγώ, ἦταν μιά καλή κοπέλα, καί στά Κατηχητικά πήγαινε καί στήν ἐκκλησία... Καί ἡ μητέρα της τῆς ἀπάντησε: «Παιδάκι μου, καί βέβαια τά πιστεύω! Τί ἐρώτημα εἶναι αὐτό; Καί βέβαια τά πιστεύω!».
Ἡ καημένη ἡ μητέρα –ἄς τό πῶ ἔτσι γιά μιά στιγμή– ἀφελής κάπως, δέν μπορεῖ νά φανταστεῖ τήν ἐποχή μας, πλαισιωμένη σήμερα ἀπό τόση ἀθεΐα –ποῦ νά τήν φανταστεῖ!...– ἀκούει τήν κόρη της νά λέει: «Πίστεψέ με· ἀγωνίζομαι νά πιστέψω, καί δέν μπορῶ ! Καί τό σπουδαῖο εἶναι πώς αἰσθάνομαι ὅτι δέν ἔχω ἕνα ἀποκούμπι, μιά ἀσφάλεια!». Ἔχασε τήν πίστη της!
Εἶναι τό δράμα τοῦ ἀθέου. Δηλαδή γιά τόν ἄθεο ὁ στίχος «Κύριος ποιμαίνει με καὶ οὐδέν με ὑστερήσει» εἶναι οὐτοπία, εἶναι ἀδιανόητος ὁ στίχος αὐτός. Ἐκεῖ, ξαναλέω, εἶναι τό δράμα τοῦ ἀθέου ἀνθρώπου!
Κι ἐγώ ἔχω ἕναν φίλο, ἕναν χρόνο πιό μεγάλο ἀπό μένα, πού εἶναι ἐφηβικός μου φίλος. Ἔχασε κι αὐτός τήν πίστη του. Πρό πολλῶν ἐτῶν τήν ἔχει χάσει. Ἐγώ ἤδη εἶχα γίνει κληρικός. Καί μοῦ εἶχε στείλει μία κάρτα, πού μοῦ ἔγραφε ὅτι παρακαλοῦσε τόν Θεό –ποιόν Θεό!...– ἄν ὑπῆρχε, ὅποιος κι ἄν ἦταν, νά τόν πάρει ἀπό τό αὐτί νά τόν ὁδηγήσει πίσω στήν πίστη, γιατί ὑπέφερε φοβερά! Αἰσθανόταν μετέωρο τόν ἑαυτό του.
Ἀγαπητοί, ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέν αἰσθάνεται τήν ἀσφάλεια τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, αὐτήν πού αἰσθάνεται τό πρόβατο μέσα στό μαντρί του κάτω ἀπό τόν τσοπάνη του, ὁ ἄνθρωπος αὐτός αἰσθάνεται τρομερά μικρός μέσα στό σύμπαν, καί νιώθει ὅτι τό σύμπαν θά πέσει νά τόν πλακώσει, νά τόν συντρίψει! Τό σύμπαν τό βλέπει ἐχθρικό ἀπέναντί του. Δέν βλέπει τόν οὐρανό ἀπό πάνω σάν μιά καμάρα πού τόν προστατεύει, ἀλλά σάν μία χάλκινη κατασκευή, θά λέγαμε, πού θά πέσει νά τόν συντρίψει.
(συνεχίζεται)


Απόσπασμα από το βιβλίο ‘’ΕΠΙΛΟΓΗ ΨΑΛΜΩΝ’’ Τόμος ά.
Της Ιεράς Μόνης Κομνηνείου, Κοιμήσεως θεοτόκου και Αγίου Δημητρίου.
Το βιβλίο περιέχει  απομαγνητοφωνημένες ομιλίες του μακαριστού Γέροντα Π. Αθανασίου Μυτιληναίου.
Η ανάρτηση γίνεται με την ευλογία της Ιεράς Μονής.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε το σχόλιό σας